Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Γιάννης Ζελιαναίος - Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος


Υπάρχουν κάποια σπίτια στοιχειωμένα όχι από έναν μεγάλο τραγικό θάνατο αλλά από πολλές μικρές τραγικές ζωές, που ο νέος τους ένοικος έρχεται να προσφέρει τον δικό του οβολό σ’ αυτό το αέναο αλισβερίσι. 
Από κατασκευή τους ήταν και παρέμειναν μοναχικά, αθροίζουν όμως χίλιες και μια ζωές, οι τοίχοι τους ποτισμένοι από αναθυμιάσεις φτηνού κρασιού, καπνού και παραμιλητών, η λεκάνη της τουαλέτας δε μπορεί να μετρήσει αν κατάπιε περισσότερα κάτουρα, σκατά, σπέρμα (συσκευασμένο η χύμα) ή ξερατά, και το ντουί στο ταβάνι ακόμη και πάντα περιμένει τον κρεμασμένο του. 
Υπήρξαν και οι άνθρωποι μέσα σ’ αυτά, γύρω από αυτά, έφτασαν εκεί από κάθε γωνιά του κόσμου, κουβαλώντας ο καθένας έναν ξεσκισμένο, τρύπιο σάκο γεμάτο ιστορίες που έσταζαν το κατακάθι τους λεκιάζοντας τον δρόμο πίσω τους.
Υπάρχουν άνθρωποι μέσα σ’ αυτά, έχω γνωρίζει αρκετούς, ίσως να υπήρξα κι εγώ ένας παρόμοιος ένοικος, όμως άλλο θέλω να σας πω σήμερα…έναν τέτοιο άνθρωπο μέσα σ’ ένα τέτοιο σπίτι γνώρισα ένα βράδυ, την εποχή που έγραφε τις γραμμές που χρόνια μετά, σήμερα έγιναν βιβλίο. 
Μας βρήκε το πρωί ώσπου να καταφέρουμε επιτέλους να αδειάσουμε τα ντουλάπια από τη τελευταία σταγόνα του τελευταίου μπουκαλιού οινοπνεύματος.   
Ναι πανάθεμά με κοπιάσαμε πολύ, αλλά στο τέλος τα καταφέραμε.  
Βοήθησαν σ’ αυτό όσο μπορούσαν –το λέει η καρδιά τους- και οι Gun Club με τους Flaming Stars που ακούγονταν πότε σαν μουρμουρητό και πότε σαν μουγκρητό απ’ τα ηχεία.  
Από κοντά και οι παλιές γκόμενες, οι τρομεροί εφιάλτες της μεγάλης μας νύχτας και η παράνοια της κάθε μέρας. Κάπου στο βάθος μπροστά, μας έγνεφαν και λίγα σκόρπια, άπιαστα και άπιστα όνειρα. Δεν έχω καθίσει ακόμη, τόσα χρόνια μετά, να μετρήσω πόσα απ’ αυτά πραγματοποιήθηκαν. Φοβάμαι. 
Και σίγουρα ούτε και τότε ούτε και ποτέ ένιωσα μακάριος, αλλά κι αυτό είναι μια άλλη ιστορία.  
Υπάρχει και η ποίηση, δε μ’ αρέσει να γράφω συχνά αυτή τη λέξη, μου φαίνονται πολύ μεγαλόστομοι και μεγαλεπήβολοι όσοι τη χρησιμοποιούν παντού σαν μαϊντανό τελευταία.
Ούτε μ’ αρέσουν οι περισσότεροι σύγχρονοι που αναπροσδιορίζονται ως ποιητές.  
Ίσως να φταίει το ότι εγώ βασικά βόσκω λίγο εδώ πιο πέρα. Αλλά θα γράψω δυο λόγια έτσι τιμής ένεκεν. 
Η ποίηση που λέτε…μπορεί να είναι ερωτική σαν ένα χασμουρητό μπροστά σε μια παλλακίδα ή σαν μια πρόκα που λίγο πριν καρφωθεί στο ταβάνι χώνεται στη κωλοτρυπίδα. 
Υπάρχει η ποίηση, ούτε ερωτική ούτε υπερεαλιστική, beat, meat, meet, ούτε ποια δεν ξέρω γω άλλη για τον…κατηγορία. Υπάρχει η ποίηση που…δεν ξέρω, σας είπα είμαι ένας που δε ξέρει από αυτά, αλλά νομίζω ότι πρέπει να είναι ένα ουρλιαχτό, μια κραυγή, κάτι…το επόμενο στάδιο αγνής έκφρασης του ανθρώπου μετά το κλάμα. Αλλιώς δεν είναι παρά φληναφήματα.  
Στη προκειμένη περίπτωση αυτό το βιβλίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κραυγή μέσα από τα σωθικά ενός σπιτιού σαν κι αυτό που σας έλεγα στην αρχή. Μέσα από τα σωθικά του Γιάννη.  
Που την έκανε λέξεις για να σωθεί από κείνη τη πρόκα που τον περίμενε στο ταβάνι… 
Αντέχετε τις κραυγές ή να επιστρέψουμε γρήγορα-γρήγορα στη κοινοτυπία;

*Το βιβλίο κυκλοφορεί αδέσποτο εκεί έξω από τις εκδόσεις Straw Dogs.