Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

από την παρουσίαση του λυκοκτόνου: vol.1

photo by ranxerox


Πολλές ευχαριστίες σε όλους όσους τίμησαν εμένα και τον Νίκο με την παρουσία τους στην παρουσίαση του βιβλίου, σ’ αυτήν την ωραία βραδιά με το όμορφο, ειλικρινές και αυθεντικό feeling, όπου πιστεύω τα είπαμε καλά –το ότι τα ήπιαμε καλά επίσης, είναι το μόνο σίγουρο-, χωρίς κόμπλεξ και δήθεν πόζα, με ρυθμό και πειστικότητα, με τα αγαπημένα τραγούδια να βαβουριάζουν τον χώρο πριν και μετά, και παρά το δικό μου τρακ στην αρχή ή την ξεκούρδιστη κιθάρα του Νίκου ελπίζω και πιστεύω να περάσατε όλοι τόσο καλά όσο εμείς οι «διοργανωτές»…εις το επανιδείν!

Σαν ένα πρώτο στιγμιότυπο της βραδιάς παρακάτω υπάρχει το κείμενο που ακούστηκε από εμένα, στο περίπου δηλαδή μιας και αυτοσχεδίασα κιόλας κατά την εκφώνησή του!
Μαζί και δύο βιντεάκια που προβλήθηκαν με τον χαιρετισμό του Phil Shoenfelt και της Jolana Izbicka
Τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν κι άλλα...

 
photo by ranxerox


Κατ’ αρχήν σας ευχαριστώ όλους που θυσιάζετε αυτό το κομμάτι του πολυτίμου χρόνου σας αλλά και μέρος από τα λιγοστά σας χρήματα για να έρθετε εδώ απόψε. Είναι τιμή μου.

Κάποιοι λένε ότι αυτός που γράφει ότι έχει να πει το λέει μέσα στις σελίδες που γεμίζει –αν καταφέρει δηλαδή κάτι τέτοιο, και δεν είναι καθόλου εύκολο πιστέψτε με ακόμη και αν γράφει κανείς βλακείες- και νομίζω ότι δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια.

Για αυτό σ’ αυτά τα λίγα που θα πω, θα σταθώ περισσότερο σε κάποιες λεπτομέρειες γύρω από το επίμαχο πόνημα-βιβλίο που ίσως βοηθήσουν κάπως αυτούς που θα αποφασίσουν να το διαβάσουν να το κατανοήσουν περισσότερο…ή έστω να το κατανοήσουν λίγο κι αυτό δεν είναι μομφή προς την εξυπνάδα κανενός, αλλά κάτι σαν προειδοποίηση…και εξηγούμε…

Ο επίδοξος αναγνώστης λοιπόν καλά θα είναι να πλησιάσει το βιβλίο έχοντας κατά νου την εισαγωγική φράση, αυτή που ανοίγει την ιστορία του και δεν είναι άλλη από το Everything is fine but I cant find my mind (όλα είναι καλά αλλά δεν μπορώ να βρω το μυαλό μου), από το τραγούδι των Cramps.

Έτσι αυτό το κράμα από σκέψεις, όνειρα, εικόνες πραγματικές και φανταστικές που φτάνουν μέχρι τα όρια ιστορίας τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, κουβέντες με φίλους, θραύσματα άλλων βιβλίων, με τους ήρωες του πλασμένους από σύνθεση χαρακτηριστικών πολλών ανθρώπων που ήμουν τυχερός να γνωρίσω στη ζωή μου, και κάποιους ακόμη που ζούνε μόνο στα όνειρά μου, ίσως να αποκτήσει μια μεγαλύτερη σαφήνεια στο δικό του μυαλό.

Αν και αυτό –το μυαλό δηλαδή- θα το δυσκολέψει ακόμη περισσότερο πέρα από αυτά που μόλις ανέφερα, η σκόπιμα καλειδοσκοπική γραφή με το συνεχές πίσω-μπρος και πάνω-κάτω πετάρισμα της σκέψης, και η κάθε άλλο παρά γραμμική πορεία του χρόνου αφού τα κεφάλαια είναι επίσης συνειδητά τοποθετημένα-σκορπισμένα σε «λάθος» χρονική σειρά, με κομμάτια που θα έπρεπε να είναι στην αρχή να κλείνουν το βιβλίο και το αντίθετο.

Κάνοντας μια παρένθεση εδώ να πω ότι αν και με την πρώτη ματιά στις σελίδες εύκολα θα διαπιστώσει κανείς ότι οι μουσικές του αναφορές αποτελούνται κυρίως από rock and roll, garage punk, ψυχεδέλεια και ροκαμπίλι, κάποια από τα δικά μου ποιήματα που παρεμβάλλονται στον πεζό λόγο, ειδικά εκείνα που βρίσκονται προς τις τελευταίες σελίδες άνετα θα μπορούσαν να μελοποιηθούν με σκοπούς από την δημοτική παράδοση.

Όλα αυτά ξεκίνησαν να γράφονται σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του προηγούμενου βιβλίου μου, της «Λάθος πλευράς», την άνοιξη δηλαδή του 2014, με τελείως όμως διαφορετικό σχεδίασμα ακόμη και τίτλο για κάποιους μήνες.
Πέρυσι τέτοια εποχή, Οκτώβρη μήνα και στο άσχετο για να ξεκολλήσω λιγάκι το μυαλό είπα να το παρατήσω για λίγο και ξεκίνησα να γράφω μια μικρή ιστορία με τελείως διαφορετικό περιεχόμενο ώσπου κάποια βραδιά αργότερα την ώρα που την τέλειωνα μου ήρθε κάτι σαν επιφοίτηση που λένε, άγνωστο από πού, και άρχισε να δένει η ιστορία που μόλις είχα τελειώσει με ότι είχα γράψει προηγουμένως και κάπως έτσι κόλλησαν και όλα όσα ακολούθησαν ολόκληρο τον περσυνό βροχερό χειμώνα μέχρι τα τέλη της περασμένης άνοιξης όπου και πάνω κάτω τέλειωσε η πρώτη και δυσκολότερη φάση του βιβλίου, μια φάση που είχε σαν συνέπια οι φίλοι που είναι απόψε εδώ να μη με έχουν συγχωρήσει ίσως ακόμη που χάθηκα από προσώπου γης…η τέχνη απαιτεί θυσίες αγαπητοί!

Με όλα αυτά, θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για δύο, μπορεί και τρεις ιστορίες που εκτυλίσσονται στις ίδιες σελίδες, που συναγωνίζονται ποια θα καταφέρει να ρίξει κάτω την άλλη για να καταφέρει αυτή να βγάλει το κεφάλι της στην επιφάνεια και να εμφανιστεί ανάμεσα στις γραμμές.

Από την άλλη όμως τελικά, όπως έγραψα και στο «δελτίο τύπου» δεν είναι παρά:

Ένα καλειδοσκοπικό, υπαρξιακό ταξίδι στο εσώτερο διάστημα των δύο ηρώων του βιβλίου, μα και στον κόσμο που τους περιβάλει εκεί έξω, με πολλές εισόδους αλλά μόνο μια νομοτελειακή έξοδο… ή μήπως το ανάποδο;

Ένα trash and roll παραληρηματικό τραγούδι νοτισμένο από τους λυσεργικούς ατμούς μιας Κραμπικής (όπως Cramps) ψυχεδελικής ζούγκλας που απλώνεται απέραντη έξω από το παράθυρο… στο κέντρο της πόλης.

Ένα λουδίτικο ψυχωτικό μανιφέστο γραμμένο υπό το φως της παλιάς πυράς, για όλους τους ονειροπόλους, αγίους  και αμαρτωλούς, ηλίθιους και σοφούς, μυστικιστές και συνωμότες που βαδίζουν ενάντια στον σύγχρονο κόσμο.

Ένα τρισάγιο, μια ελεγεία, ένα ρέκβιεμ για τους απόντες φίλους, τις σκιές των ονείρων μας, για όλους τους νεκρούς μας, σε μια ποιητική συλλογή μεταμφιεσμένη σε μυθιστόρημα.

Ειδικότερα από τη μέση του βιβλίου και μετά, τις βραδιές που το έγραφα με «επισκέπτονταν» όλες οι σκιές των νεκρών μου, από τους παππούδες και τη μάνα, ως τους πρόωρα χαμένους φίλους, ως και ανθρώπους που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω τόσο καλά αλλά τους θεωρώ δικούς μου, όπως είναι και ο Γιάννης που αφιερώνονται αυτές οι σελίδες.

Ένα μάτσο στοιχειωμένες σελίδες, ( που μου ήταν πολύ δύσκολο να αποχωριστώ και να τελειώσω, τόσο που μέχρι να φύγουν από τα χέρια μου και να πάνε στο τυπογραφείο είχα χάσει 7 κιλά, οπότε το στοιχειωμένες δεν είναι απλά σχήμα λόγου) μια γρατζουνιά, ένα ουρλιαχτό που ανάμεσα στα ερείπια μένει και επιμένει να θυμίζει… εκεί που ο λυκοκτόνος ανθίζει.
Για όσους με ξέρουν και είναι αρκετοί εδώ μέσα σίγουρα δεν είμαι ποιητής ούτε συγγραφέας αλλά είμαι ο Χρήστος και απλά μέσα σ’ αυτές τις σελίδες, πίσω από αυτές για την ακρίβεια, υπάρχουν ψήγματα που θα μπορούσαν να ανήκουν στον άνθρωπο που θα γίνω μια μέρα. Αλλά και στον άνθρωπο που είμαι αυτή τη στιγμή.

Αν και οι σελίδες του βιβλίου κυλούν οι περισσότερες σε έναν απαισιόδοξο ως και θρηνητικό τόνο, το κλείσιμό του με το απόσπασμα από το επιτύμβιο ρέκβιεμ του R.L. Stevenson:

Home is the sailor, home from the sea, 
And the hunter from the hil

μπορεί φαινομενικά να κάνει τα πράγματα ακόμη πιο σκοτεινά με το αμετάκλητο που η φράση υπαινίσσεται, μα τουλάχιστον σε μένα αυτό το “home”, το σπίτι δηλαδή το όποιο σπίτι είναι αυτήν τη στιγμή οι νεκροί μας αφήνει μια ηλιαχτίδα να φανεί δίχως αμέσως να χαθεί.

Αφού ευχαριστήσω και από εδώ όλους όσους βοήθησαν να βγει αυτό το βιβλίο (βλέπετε και αυτό, όπως και το προηγούμενο δεν είναι υπόθεση ενός μόνο ανθρώπου αλλά υπόθεση φίλων), την Σόφη και τον Σταύρο για τη βοήθεια στις διορθώσεις και όχι μόνο, την γάτα μου για την συντροφιά και την υπομονή, τον Ηλία για το φοβερό χαρακτικό του εξωφύλλου (το έκανε πάνω σ’ ένα ξύλο που βρήκε στα σκουπίδια, έτσι που δικαιώνει απόλυτα το trash and roll που αναφέρω στο δελτίο τύπου) την Κυριακή για την γραφιστική δουλειά, τον Phil Shoenfelt για την στήριξη, τον Claus Castenskiold που προθυμοποιήθηκε και πάλι να προσφέρει έργο του για το εξώφυλλο αλλά έχασε στα σημεία από τον Ηλία, τον Μπάμπη, αλλά και τον Θωμά και τον Δημήτρη από το blog του Airesia μαζί και τον Γιάννη τον Ζελιαναίο από το Straw Dogs για την προώθηση αυτής της βραδιάς στο internet, να πω ότι όσοι σκοπεύετε να αγοράσετε απόψε το βιβλίο, να ξέρετε ότι τα έσοδα θα πάνε για καλό σκοπό, την έκδοση ενός επτάιντσου βινυλίου που εκκρεμεί εδώ και καιρό και έχει άμεση σχέση με τον έτερο ομιλητή που θα πάρει τον λόγο αμέσως μετά…περισσότερα για αυτό προσεχώς όμως…

Τέλος λίγα λόγια για των Νίκο που με τιμά απόψε βρισκόμενος εδώ και μιλώντας για το βιβλίο μου, που πέρα του ότι εδώ και κάποια χρόνια τον θεωρώ και ελπίζω και νομίζω να με θεωρεί κι αυτός καλό φίλο, ήταν και η φωνή και το μπάσο του πιο αγαπημένου μου ελληνικού συγκροτήματος, των Hydes, η μουσική των οποίων είναι παρούσα και στοιχειώνει με την σειρά της τις σελίδες όχι μόνο με το τραγούδι τους Last Stand εκεί στην σελίδα 72 στο τέλος του όγδοου κεφαλαίου, αλλά ρίχνει την σκιά της από την αρχή ακόμη από την αφιέρωση στον Γιάννη Johnny Jwell που ήταν η δεύτερη κιθάρα του συγκροτήματος.