Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

Σιβηρική αγωγή

 

 

Κάποτε, με φώναξε ο πατέρας μου στον κήπο:

«Έλα εδώ, αλητάκο! Και φέρε μαζί σου ένα μαχαίρι!».

 

Πήρα ένα μαχαίρι απ’ την κουζίνα, αυτό που χρησιμοποιούσα συνήθως για να σκοτώνω τις χήνες και τις κότες, κι έτρεξα στον κήπο. Κάτω από μία μεγάλη, γέρικη καρυδιά ήταν καθισμένοι ο πατέρας μου, ο φίλος του θείος Αλεξάντρ, που όλοι τον φώναζαν «Κόκαλο», και ο θείος μου ο Βιτάλι. Μιλούσαν για περιστέρια, το πάθος κάθε Σιβηριανού εγκληματία. Ο θείος Βιτάλι έσφιγγε στα χέρια του ένα περιστέρι, του άνοιγε τα φτερά και το έδειχνε στον πατέρα μου και στο Κόκαλο, εξηγώντας τους κάτι.

 

«Νικολάι, γιε μου, σφάξε μία κότα και πήγαινέ τη στη μητέρα σου. Πες της να τη μαδήσει και να φτιάξει μία σούπα γι’ απόψε, γιατί ο θείος Κόκαλο θα μείνει μαζί μας να μιλήσουμε λίγο».

 

«Να μιλήσουμε λίγο» σημαίνει ότι οι άνδρες όλης της οικογένειας μένουν μαζί όλη τη νύχτα πίνοντας και τρώγοντας μέχρι σωματικής εξάντλησης, ώσπου να καταρρεύσουν αποκαμωμένοι ο ένας μετά τον άλλο. Όταν οι άνδρες μιλούν λίγο κανείς δεν τους ενοχλεί, όλοι κάνουν τη δουλειά τους προσποιούμενοι ότι το μέρος όπου γίνεται η σύναξη δεν υπάρχει.

 

Έτρεξα στο κοτέτσι στο βάθος του κήπου και έπιασα το πρώτο κοτόπουλο που βρήκα. Ήταν ένα συνηθισμένο κοτόπουλο, κοκκινωπό, αρκετά παχύ και πολύ ήσυχο. Το έσφιξα στα χέρια μου και κατευθύνθηκα προς ένα κούτσουρο λίγο μακρύτερα, που το χρησιμοποιούσαμε για να κόβουμε το κεφάλι απ’ τα κοτόπουλα. Δεν προσπαθούσε να ξεφύγει και δεν έμοιαζε ανήσυχο, αντίθετα κοιτούσε γύρω του σαν τουρίστας σε εκδρομή.

 

Το έπιασα απ’ το λαιμό ακουμπώντας το στο κούτσουρο και, όταν σήκωσα το μαχαίρι στον αέρα, για να εκτελέσω τη θανάσιμη κίνησή μου, το κοτόπουλο άρχισε να κινείται βίαια και ζωηρά, μέχρι που κατάφερε να ελευθερωθεί από τη λαβή μου, τσιμπώντας με μάλιστα δυνατά στο κεφάλι. Έχασα την ισορροπία μου κι έπεσα με τον ποπό: είχα νικηθεί από ένα κοτόπουλο. Αμέσως μετά πρόσεξα ότι ο πατέρας μου και οι άλλοι παρακολουθούσαν το θέαμα.

 

Ο θείος Βιτάλι γελούσε, ακόμα και το Κόκαλο είχε ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του κάτι σαν χαμόγελο, ο πατέρας μου όμως ήταν πιο σοβαρός από ποτέ, είχε σηκωθεί και ερχόταν προς το μέρος μου.

 

«Σήκω, δολοφόνε! Δώσε μου αυτό το μαχαίρι, θα σου δείξω εγώ πώς γίνεται!».

Πήγε προς το κοτόπουλο, που στο μεταξύ είχε αρχίσει να σκάβει μία τρύπα στη γη λίγα μέτρα απ’ το σημείο που είχε εκτυλιχθεί η κωμωδία. Φτάνοντας κοντά στο κοτόπουλο, ο πατέρας μου κύρτωσε ολόκληρος, σαν τίγρης που ετοιμάζεται να χιμήξει στη λεία του· το κοτόπουλο καθόταν ήσυχο, εξακολουθώντας να σκάβει τη γη για λόγους που μόνο εκείνο ήξερε.

 

Κάποια στιγμή, ο πατέρας μου έκανε μία γρήγορη κίνηση για να το πιάσει, αλλά το κοτόπουλο αντέδρασε όπως προηγουμένως και με εξαιρετική σβελτάδα απέφυγε τη λαβή του και τον τσίμπησε στο πρόσωπο, ακριβώς κάτω από το μάτι.

 

«Παναγιά μου Δέσποινα! Με τσίμπησε στο μάτι!», ούρλιαξε ο πατέρας μου. Τότε ο θείος μου και το Κόκαλο σηκώθηκαν από το παγκάκι κάτω από την καρυδιά και έτρεξαν προς το μέρος του. Πρώτα ο θείος Βιτάλι ξαναβάλε το περιστέρι στο κλουβί και το κρέμασε μερικά μέτρα πάνω απ’ το έδαφος, για να κρατήσει μακριά τη γάτα μας τη Μούρκα που της άρεσε πολύ να σκοτώνει τα περιστέρια, λόγος για τον οποίο έμενε πάντα κοντά στον θείο Βιτάλι, που ασχολούνταν μαζί τους όλη μέρα.

 

Οι μεγάλοι άρχισαν να κυνηγούν το κοτόπουλο, το οποίο, διατηρώντας πάντοτε την ηρεμία του και με τρόπο αποφασιστικά δραστικό, κατάφερνε κάθε φορά να τους ξεφεύγει.

Έπειτα από μάταιες προσπάθειες ενός τετάρτου της ώρας, οι τρεις άντρες είχαν μείνει ξέπνοοι να παρακολουθούν το κοτόπουλο που, με την ίδια αποφασιστικότητα όπως και πρώτα, εξακολουθούσε να σκάβει τη γη και να κάνει τις δουλειές του. Ο πατέρας μου μού χαμογέλασε, λέγοντας:

«Ας το αφήσουμε να ζήσει αυτό το κοτόπουλο. Να μην το σκοτώσουμε ποτέ: Ας μείνει εδώ, στον κήπο, ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει».

 

Το βράδυ διηγήθηκα το συμβάν στον παππού μου. Εκείνος γέλασε με την καρδιά του κι έπειτα με ρώτησε αν συμφωνούσα με την απόφαση του πατέρα μου. Του απάντησα με μία ερώτηση:

«Γιατί να ελευθερώσουμε το συγκεκριμένο κοτόπουλο και όχι τα άλλα;»

 

Ο παππούς με κοίταξε χαμογελαστός και απάντησε:

«Μόνο όποιος εκτιμά πραγματικά τη ζωή και την ελευθερία και μάχεται μέχρις εσχάτων για αυτές αξίζει να ζει ελεύθερος… Ακόμα κι αν είναι ένα απλό κοτόπουλο».

Το σκέφτηκα λίγο και τον ρώτησα:

«Κι αν μία μέρα γίνουν σαν κι αυτό όλα τα κοτόπουλα;».

 

Έπειτα από μακριά παύση, ο παππούς αποκρίθηκε:

«Τότε θα πρέπει να συνηθίσουμε να δειπνούμε χωρίς κοτόσουπα…»

Για τους Σιβηριανούς η ιδέα της ελευθερίας είναι ιερή.

 

text: Nicolai Lilin – Σιβηρική αγωγή, μετάφραση Μαρία Οικονομίδου, εκδόσεις Πατάκη 2011.

music: Last Drive – Surfin’ Bird/Bird Dance Beat, Straight to Hellas Cassette Compilation, Lazy Dog 1989.