Για όσους μέσα στο συρφετό του σημερινού stoner δεν ξεχνούν ποτέ πόσο
μεγάλη μπάντα υπήρξαν οι Los Natas, στονεράδες που το χόρτο τους ανοίγει
ακόμη το μυαλό και δεν τους το έχει μετατρέψει σε πολτό, πότες που πίνουν
κόκκινο κρασί, στο χρώμα του αίματος, και εξακολουθεί να τους μεθάει κι όχι να
τους χαλάει, για αυτούς που εξαπανέκαθεν, από τότε που θυμούνται τον εαυτό τους,
στα μουντιάλ είναι οπαδοί της εθνικής Αργεντινής, που όσο τους πληγώνει τόσο
τους πωρώνει, για όσους ακόμη γλυκά ονειρεύονται, όταν διαβάζουν παλιές
ιστορίες για κονκισταδόρες και γκαούτσος, για τον πορθμό του Μαγγελάνου, την Παταγονία και
την Tierra del Fuego, για επίδοξους προσπελαστές του ακρωτηρίου Χόρν, καβαλάρηδες
της παγωμένης ανάσας των παμπέρο, τυχοδιώκτες που ακόμη κινούν σε αναζήτηση ενός,
έτσι κι αλλιώς, μυθικού και συμβολικού Ελ Ντοράντο, κι ας μην έχει εκεί ούτε
Oro ούτε Sangre, μακάρι να μην έχει δηλαδή, μόνο να είναι μακριά, πολύ μακριά
απ’ τον κόσμο, για ρεμάλια και ήρωες για ρεμάλια ήρωες, επί ουρανού κρεμάμενους
στον Σταυρό του Νότου... αμήν!
Από τους Gabo
Ferro και Sergio Chotsοurian δια μέσω της Oui Oui Records στα 2018.
…Κι
ένα κόκκινο φεγγάρι ανατέλλει στον ουρανό (release me from your wire dagger
moon) και μου δείχνει τον δρόμο για το σπίτι, κακός οιωνός έλεγε παλιά μια
γριά, μάγισσα τη φωνάζανε, και από τη μια το θέμα είναι ότι σπίτι κινδυνεύεις
να βρεθείς μόνος με τον εαυτό σου, και από την άλλη γιατί να γυρίσω σπίτι αφού
μπορώ να πάω οπουδήποτε αλλού;
Και
μπορώ να βρω χιλιάδες λόγους που θα έπρεπε να βρίσκομαι αλλού. Μα και πάλι αυτό
το οπουδήποτε αλλού, τι διαφορά έχει αφού κάθε μέρος είναι ίδιο με το προηγούμενο;
Ναι,
υπάρχουν πολλά ωραία μέρη να πας, αλλά ξέρεις κάτι, θα είναι κι αυτά γεμάτα με
μαλάκες. Αλλά δεν μπορώ να περιμένω μέχρι αύριο, επειδή δεν μπορώ να περιμένω
κι άλλη μια μέρα, αυτή την οποιαδήποτε άλλη μέρα, ήρθε η ώρα απόψε να ξεκινήσω
να πολεμώ την τελευταία μάχη μου.
Εδώ
σε θέλω τυχοδιώκτη μου· μην είσαι μπουχέσας τελικά κι εσύ; Μην είσαι αγαπούλης
και τόσο μα τόσο γλύκας; Λόγια, λόγια, όλα είναι δρόμος που καταλήγει σε χοντρό
πορτοφόλι και ζεστό κρεβάτι;
Όχι,
αυτή η υπόθεση δεν θα τελειώσει απόψε με μένα να σέρνω δειλά το κουρασμένο
σαρκίο μου ως την πόρτα του σπιτιού, να την περνώ σκυφτός και απογοητευμένος
πάλι να πέφτω στο κρεβάτι.
Και
σαν κάποιον που βαρέθηκε να είναι ή να τον νομίζουν δειλό, σαν κάποιον που
ποτέ του δε βρήκε ή δε χρειάστηκε να βρει το θάρρος και το κουράγιο μέσα του,
δεν είχε την ευκαιρία να μετρήσει αν τον βαστούν τα κότσια του, τώρα τα βρίσκω
μαζεμένα και γερά και κάνω το πρώτο βήμα να ανοίξω ολομόναχος μέσα στο
σκοτάδι, όπως πρέπει να γίνεται, τον δρόμο για τη νύχτα, τουλάχιστον να παλέψω
σαν άντρας ξέροντας από πριν ότι θα τις φάω, αλλά τουλάχιστον να προσπαθήσω να
φτάσω μαχόμενος και τραγουδώντας εκεί που είναι, αν είναι, να φτάσω, σε εκείνο
το σημείο που δεν υπάρχει επιστροφή… ως την άκρη της νύχτας, ως την άκρη του
κόσμου.
I
run all nite
To
make up for my sins
I
stood up tight
To
the screaming siren
The
world is looking
For
a truth to prove
It’s
only windmills
’till
they start to move
At
a nite like this
What
can you do but run
It’ll
make no difference
What
you’ll come to find
Does
it matter?
Do
I really can?
Tonite
I’m fighting
My last stand
text
& music: Ένα απόσπασμα μέσα από το όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου
«Εκεί που ο λυκοκτόνος ανθίζει», εκδόσεις orphan drugs, 2015, επηρεασμένο τόσο, σε σημείο να κλείνει με τους στίχους του Fightin’ My
Last Stand των Hydes
από τον δίσκο τους Self Preservation Instinct Zero που –
επιτέλους- μόλις κυκλοφόρησε από την Rumble Skunk records.
Με άλλα λόγια και συμπληρώνοντας, αυθαδέστατα, τον Robert Louis Stevenson: Η μουσική
όπως το μυθιστόρημα, πρέπει να αντανακλά την ποίηση των γεγονότων...
Ο καλύτερος, ως
τώρα, δίσκος του 2018 δεν κυκλοφορεί ψηφιακά... όσοι παλιοί πιστοί των Greta
Mob και μέλλοντες του Rhyece,
να πάτε να αγοράσετε το CD ή το βινύλιο!... Από την Beast
records να πούμε, που συνηθίζει να
αρέσκεται σε τερατώδεις καταστάσεις...
Καθημερινές
ιστορίες αντιποδιανής τρέλας, νοσηρά γιορτινές νύχτες σε βάλτους που
ψαλμουδίζουν, χορταριασμένα μονοπάτια τραγουδιών ή τραγούδια χορταριασμένων
μονοπατιών, διεσταλμένοι
ερημικοί ορίζοντες, ιδανικό κρησφύγετο των από γεννησιμιού φυγάδων, συστελλόμενα
ετοιμοθάνατα κτίρια, blues που
ακούγονται σαν ανησυχαστικοί τριγμοί της λαμαρίνας... όπως ακριβώς το αληθινό
και το άγνωστο.
Αγαπητοί μου
αναγνώστες, εσείς οι λίγοι μα ηρωικοί που έχετε απομείνει, γνωρίζω καλά ότι ήσαστε
και παραμένετε ψυχεδελικοί ακόμη κι όταν ακούτε ταγκό ή ζουρνάδες, ακόμη κι
όταν πίνετε μόνο νερό ή σουμάδες, τρώτε σύκα και χουρμάδες, έτσι αγαπητοί μου, αυτός
ο δίσκος εξαιρετικής εγγλέζικης ψυχεδέλειας, είναι ένας δίσκος για σας...
Μ’αρέσει η χαμηλών τόνων «ντροπαλή» ερμηνεία του τραγουδιστή (κάτι σαν
Εγγλέζος Arthur Lee ας πούμε), απολαμβάνω το παίξιμο όλων των μουσικών
που φαίνεται να γνωρίζουν πάρα πολύ καλά και τα όργανά τους, και τον ήχο που
θέλουν να υπηρετήσουν, βγάζω το τσόχινο, πλατύγυρο καπέλο μου στον παραγωγό Martin
James Gee (για να μιλάμε με στοιχεία και ονόματα) που είναι επίσης και
ο τραγουδιστής και κιθαρίστας, για την λιτή παραγωγή που αφήνει τον ήχο να (σε)
ταξιδέψει στο εξώτερο και εσώτερο διάστημα, σημειώνω με λυσεργικό μελάνι ότι
αυτή η ωραία μπάντα μετράει περίπου δυόμιση δεκαετίες ζωής και τέσσερα ακόμη
άλμπουμ, το ένα εκ των οποίων με τη συμμετοχή του Nick Saloman, κλείνω το μάτι αν το
πιάνετε το υπονοούμενο, και ότι δημιουργήθηκε από δύο πρώην μέλη (Ken
Whaley & Richard Treece) των πολύ γνωστών (όχι σε μένα πάντως δυστυχώς) Help Yourself που έδρασαν κάπου
στις αρχές των 70’s, και που
αυτά -τα δύο μέλη δηλαδή- δεν βρίσκονται πια εν ζωή, του δεύτερου μάλιστα εδώ μέσα
υπάρχουν οι τελευταίες ηχογραφήσεις του, και αφού τα έκανα όλα αυτά, ξαναβάζω τον
δίσκο να παίζει, σας χαιρετώ και πάω να πιώ ένα ποτήρι παγωμένο νερό.
Ωραίος τίτλος (πολύ ωραίος),
ωραίο εξώφυλλο, ωραίος δίσκος, τα φωνητικά υπερβολικά ουράνια για το γούστο μου, οι κιθάρες
όμως αρκούντως υπόγειες για τη μαύρη πείνα μου... κάτι πλανάται πάνω απ’ τα
κεφάλια μας, μην είναι κανένα drone, μην είναι ο Αποκαλυπτικός Θεός, μην από κάπου χάνω; δεν ξέρω, τι να σας πω...
Dooμιά, μαυρίλα,
Θείλα, θανατίλα, Τεξανίλα... όσοι ψήνεστε από μεταφυσικές ανησυχίες, ψήνεστε
από πυρετό, όσοι ψήνεστε γενικώς και αορίστως, εισέλθετε άφοβα στο ναό...
Ο αιδεσιμότατοςέχει
ανέβει στον άμβωνα κι έχει σηκώσει τα μανίκια του ράσου... εγώ, ταπεινό, σεμνό
παπαδοπαίδι από δίπλα, ετοίμασα τα μανουάλια, και την άναψα στο λιβανιστήρι.
Ποίμνιο! Την
προσοχή σας... η λειτουργία ξεκινά...
Αφού για το προηγούμενο πόνημα των Faction είχα γράψει ένα κατεβατό μεγάλο όσο το ψάρι
ανεκδοτολογικού ψαρά, γι’ αυτή την ανίερη τελετή θα αρκεστώ σε δύο
μόνο επισημάνσεις.
Πρώτη είναι ότι
το Rite αποτελεί ασυζητητί και με διαφορά την καλύτερη δουλειά τους ως σήμερα.
Δεύτερη, ότι κάπου
στο bandcamp τους, μεταξύ άλλων, πήρε το μάτι μου την ετικέτα Swamp στη μουσική
τους. Δεν διαφωνώ καθόλου, ίσα ίσα επαυξάνω, με την προϋπόθεση όμως ότι τα νερά
του βάλτου δεν είναι τα κλασσικά ομιχλώδη και φορές βουκολικά που συναντάμε
συνήθως σε ανάλογες «αυτοετικετιάσεις» αλλά τα βρώμικα, γεμάτα αστικά λύματα και
μεταλλαγμένα πλάσματα απόνερα, μιας πλημμύρας σαν κι αυτή που περιγράφει στο
πρώτο του αν θυμάμαι καλά, βιβλίο, ο J.G. Ballard.
Ακόμη μια πολύ
καλή κυκλοφορία από την ever/never records
κι αυτή τη φορά με άρωμα Αυστραλίας, από τον γνωστό στους
παροικούντες της Εβερνεβερλίμ Tim
Evans.
Και λέω γνωστό
στους παροικούντες, γιατί είναι απίθανο να μη τον θυμούνται σαν μέλος των Degreaser (που μοιράζονταν τον μπασίστα τους με
τους Ballroom), της μπάντας που
είχε βγάλει στην ίδια εταιρία εκείνο το σαρωτικό και γλυκά θορυβώδες LP με τίτλο Rougher Squalor το 2014, όσοι είχαν την τύχη να το
ακούσουν.
Στο Wretched
Wings τα πράγματα είναι από
μουσικής άποψης πολύ διαφορετικά , αφού ο Tim αν και γέννημα θρέμμα Τασμανός και κάτοικος εδώ και χρόνια του Μπρούκλιν, φαίνεται
να νοστάλγησε τους ανοιχτούς ορίζοντες και τη σκόνη του δρόμου, και να βαδίζει
στα βήματα αυτής της «μεγάλης επιστροφής» που συχνά πυκνά, αν όχι κατά κανόνα,
πορεύονται μετά από κάποια ηλικία οι Αγγλοσάξονες (και όχι μόνο) μουσικοί του Rock.
Με λίγα λόγια, η
επιστροφή στις ρίζες είναι το κλειδί, Folk, Country και Blues, τα αντικλείδια, ο Townes Van
Zandt σίγουρα θα κουνάει το κεφάλι
επιδοκιμαστικά, και κομμάτια σαν το ομότιτλο του δίσκου (κορυφαίο), το Rotting
Spring, το Unwanted ή το Piece of Death και τελικά ολόκληρος ο δίσκος σαν σύνολο, βάζει
σοβαρή υποψηφιότητα για την λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς που διανύουμε,
μιας και κυκλοφόρησε τον τελευταίο μήνα του ’16 με
αποτέλεσμα να μη προλάβω τουλάχιστον εγώ να τον ακούσω στον χρόνο του.
Για τους
λεγάμενους είχα γράψει κάτι λίγα πριν λίγα χρόνια, οπότε ας μην επαναληφθώ όπως
συνηθίζω...
Έφτασε ο καιρός
και έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο, ο οποίος δεν είναι τόσο καλός όσο θα ήλπιζε
κανείς, αλλά κι ούτε τόσο κακός ώστε να τον προσπεράσεις αβλεπί...
Ακούστε το New
από το βιντεάκι, έπειτα προωθηθείτε στο
bandcamp τους και βγάλτε
συμπέρασμα μόνοι σας.
Τι ωραία θα ήταν
να είχα μια φωνή, έτσι λιγάκι σαν του Johnny Cash, και 2-3 φίλους που να το λέει η καρδιά τους, να
βγαίναμε μια γύρα και να μαζεύαμε από τα σκουπίδια κομμάτια κι αντικείμενα που
θα τα κάναμε μουσικά όργανα.
Κι ύστερα να τα
φορτώναμε, μαζί κι εμείς, μαζί κι ένα βαρέλι απόσταγμα απ’ το
κρυφό, επάνω στο παλιότο αγροτικό, και
να πηγαίναμε μέσα από σκονισμένους δρόμους και χορταριασμένα μονοπάτια...
Every morning I drive this same old car and every night I
play in a different bar…
Κι αν το LA μας πέφτει όντως λίγο μακριά, σίγουρα θα τα
καταφέρναμε ως την Τιμισοάρα... να τριγυρνάμε μέρα νύχτα σαν την άδικη
κατάρα... ώσπου να βαρεθούμε κι εκεί, και να κινήσουμε ξανά, τραγουδώντας πάντα
πάνω στην ίδια τη γραμμή, που στο τέλος της μέρας οδηγεί, ευθεία στου τάφου την
αμετάκλητη σιωπή.
Κόβοντας την πλάκα τώρα, ο RT και η παρέα του είναι από τους πιο καινούργιους στην
μακριά λεπτή γραμμή της folk
και country μουσικής που
οι ρίζες τους χάνονται στους άγνωστους μουσικούς της υπαίθρου, του δρόμου και
του χρόνου, και ακολούθησαν τραγουδοποιοί όπως ο Woody Guthrie o Townes
Van Zandt, o Steve Young…
Τα τραγούδια
τους, που οι ίδιοι, νομίζω εύστοχα, τα χαρακτηρίζουν Folk Noir και Country Blues, μου κρατούν
συντροφιά εδώ κανέναν χρόνο τώρα, και όλο έλεγα να τους γράψω ένα ωραίο κείμενο
έτσι τιμητικά και όλο το ανέβαλα, οπότε σήμερα που βρήκα χρόνο και διάθεση να
ακούσω μουσική και ακούω εδώ και ώρες μια μικρή συλλογή που έχω φτιάξει με
κομμάτια από όλους τους δίσκους τους, συν κάποια από τα προσωπικά του RT Valine,
έφτασε η ώρα κι ας είναι το κείμενό μου για τα...χαντάκια του δρόμου.