Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

The Worst



Θυμήθηκα και έβαλα να ακούσω ξανά τους The Worst πριν έναν-δύο μήνες όταν είχαν πέσει στην αντίληψή μου εκείνοι οι τρελοκαναδοί οι Silver Skeleton Band.
Καναδοί και οι The Worst, έπαιξαν ένα αξέχαστο τουλάχιστον σε μένα δρακουλιάρικο garage punk τίγκα στα ποντικίσια φωνητικά το fuzz και τη farfisa, για μια πενταετία περίπου από το 1989 μέχρι το 1994, και διαλύθηκαν σεμνά και δίχως τυμπανοκρουσίες και αποχαιρετισμούς.
Ο Greg Johnson, τραγουδιστής, συνθέτης και αδιαμφισβήτητος ηγέτης του γκρουπ αμέσως μετά έφτιαξε τους The Fiends, μια μπάντα που ήταν ακόμη περισσότερο βυθισμένη στον αλα Tales from the crypt τρόμο, που κράτησαν κι αυτοί καμιά πενταετία, κυκλοφορόντας 3 δίσκους και 3-4 σινγκλάκια. Όπως ίσως να θυμούνται κάποιοι, το πρώτο τους LP είχε βγει στην σειρά Teen Trash (το Vol.12) της Music Maniac ενώ το δεύτερο τους σίνγκλ το Shes Not Broken είχε βγει μαζί με το φανζίν Gew Gaw…το δικό μου αντίτυπο κάθεται φρόνημα εδώ και χρόνια στο κουτί του παρέα με τα υπόλοιπα σαρνταπεντάρια…

Από τότε τα ίχνη του Johnson χάνονται και μάλλον όχι μόνο από μένα, για να τα συναντήσω τυχαία πριν 3-4 χρόνια, που αλλού, στο internet, διαβάζοντας σε ένα καναδέζικο blog την ετεροχρονισμένη είδηση του θανάτου του τέτοιες μέρες το 2009. Ήταν μόλις 41 χρονών…παραλίγο σειρά ο Greg
Και σίγουρα το ήξερε κι αυτός πριν φύγει ότι στο μικρό του πέρασμα από τον κόσμο του rock and roll δεν έκανε και τίποτα πρωτότυπο και μεγάλο.

Ο ένας και μοναδικός δίσκος όμως, των The Worst (ομότιτλος στην Dig! records), δεν την αξίζει τέτοια λησμονιά σαν κι αυτή που είδα ακόμη και εδώ μέσα στο «δίκτυο» όπου κυκλοφορεί κάθε αποφάγι και σκουπίδι, κάθε λογής κουράδα που ταξιδεύει μίλια μέσα από καλώδια αλλά και ασύρματα για να τεντωθεί αυτάρεσκα ακριβώς μπροστά στη μύτη μας κάνοντάς μας τη χάρη να μας αφήσει να την μυρίσουμε.
Ένας δίσκος με ανατριχιασμένες σαν γάτες σε άμυνα κιθάρες, farfisa που ακούγεται σαν εκκλησιαστικό όργανο κάποιου μυστήριου όμως εκκλησιάσματος, και φωνητικά που κάποιες φορές κάνουν ακόμη και τον Sky Saxon ή τον Mark Enbatta να ακούγονται σαν συμβατικοί ποπ τραγουδιστές…από υπερβολές άλλο τίποτα εδώ μέσα…
Η ανάρτηση πλησιάζει στο τέλος κι εγώ ακούγοντας επαναληπτικά σαν καραμπίνα μια λίστα με τα μισά τραγούδια του δίσκου αδυνατώ ακόμη να αποφασίσω πιο κομμάτι να σας παρουσιάσω…

Τελικά μένω να αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα σε τρία…το εισαγωγικό Sleepy Town, ένα κομμάτι που ο Rudi θα έδινε όρκο να μη γαμήσει για ένα τουλάχιστον χρόνο για να το υπογράψει με τους Fuzztones, και ο Leighton από τους Morlocks θα ξαναέμπαινε άνετα και με χαμόγελο στη φυλακή.
Το Heretic με τα τύμπανα να βαράνε πάνω σε κοφίνια θαρρείς, η κιθάρες να ριφάρουν σαν κυνηγημένες, το όργανο να οργιάζει, μαράκες ντέφια και πολλά κέφια, και τον Johnson στη φωνή, τρελός προφήτης μπροστά σε εκστασιασμένο ποίμνιο.
Όσο για το Set Me Free..ε εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με καύλες και φυλακές…πολύ απλά ο Mark Enbatta που λέγαμε, στη δημοπρασία του τραγουδιού προσφέρει την ισόβια αποχή του από πάσης φύσεως ουσίες για να το προσθέσει σαν το bonus χαμένο κομμάτι του On The Right Track Now…να παίζει αμέσως μετά το Dreams of Today.
Κι επειδή είναι κρίμα να μην υπάρχουν στο youtube τα βάζω και τα τρία…με μισή καρδιά μένει απ’ έξω το ηλεκτρισμένο σαν καταιγίδα, ψυχεδελικό punk Gonna Change Your Mind… 






Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

it's so bad, it's going to be huge



Ομολογώ ότι ούτε την ταινία είχα δει, ούτε ήξερα ότι την συνυπογράφει όπως και το soundtrack, εμφανίζεται και την συν-σκηνοθετεί μαζί με τον Dean Stockwell ο Neil Young, ούτε ότι η φράση “rust never sleeps” ήταν πρόταση του Mark Mothersbaugh προς τον Neil Young που όπως γνωρίζουμε όλοι με χαρά και πάθος την υιοθέτησε.
Ο λόγος για το Human Highway, ένα φίλμ του 1982 όπου εκτός από τους προαναφερθέντες κάνουν το πέρασμά τους και όλοι οι υπόλοιποι Devo, μαζί τους και ο Dennis Hopper και αρκετοί άλλοι. Σας άνοιξε η όρεξη?
Για ρίξτε και μια ματιά στην σκηνή με την εκτέλεση του Hey Hey My My, από τον Neil Young μαζί με τους Devo που είναι ακόμη καλύτερη απ’ ότι μπορεί κανείς να φανταστεί όπως εύστοχα διάβασα κάπου…
Όσο για τον Mark Mothersbaugh σαν Booji Boy στο παρκοκρέβατο…πολύ θα ήθελα να ήμουν στην θέση του…απολαυστικός! Kick it fellas!!


Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

that’s when i reach for my revolver





Με συγχωρείς, αλλά ο Χέρμαν Γκέρινγκ είχε δίκιο: κάθε φορά που ακούς τη λέξη κουλτούρα, πιάνε το πιστόλι σου. Η κουλτούρα έλκει τις χειρότερες παρορμήσεις των λεφτάδων, δε διαθέτει ηθική ακεραιότητα, παρακαλάει να προαστικοποιηθεί και να διαφθαρεί.


image: Η περίφημη «σκηνή της γκαλερί» από την ταινία La Heine.
text: Ένα μικρό απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Thomas Pynchon που μόλις ξεκίνησα να διαβάζω και φέρει τον τίτλο: Bleeding Edge, στα ελληνικά, Υπεραιχμή, μετάφραση (βαρέων και ανθυγιεινών όπως έχουμε ξαναπεί) Γιώργος Κυριαζής, εκδόσεις Ψυχογιός 2014. 
music: Mission of Burma – That’s When I Reach for My Revolver, Signals, Calls, and Marches EP, Ace of Hearts 1981. 

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Exhaustion - Biker

Aarght records
2014
Δεύτερο άλμπουμ, μετά το περσυνό Future Eaters για την αυστραλέζικη επικίνδυνη σέκτα που ακούει στο όνομα Exhaustion και είναι ταγμένη ψυχή τε και σώματι στον λευκό θόρυβο. Το "επικίνδυνη" δε το γράφω σαν σχήμα λόγου, μια ματιά στις φάτσες τους θα πείσει και τον πιο θαρραλέο. 

Με μέλη των Deaf Wish, Lower Plenty, Ooga Boogas, Witch Hats (και κάτι ψιλά ακόμη) στη σύνθεση τους, και τον απόηχο του reverb από το περσυνό λουκούλλειο κανιβαλισμό του μέλλοντος να κουδουνίζει νοσταλγικά ακόμη στ' αυτιά μου (η νοστιμιά του οποίου τους έδωσε μια ψηλή θέση στην λίστα μου με τα καλύτερα της περασμένη χρονιάς) έβαλα με μεγάλες προσδοκίες το Biker να παίξει.

Και το τρίο (ντραμς, μπάσο, κιθάρα-φωνή) φρόντισε να μη τις διαψεύσει σ' αυτό το νέο του πόνημα, το ηχογραφημένο στο στούντιο τους στην Μελβούρνη κυρίως μεταμεσονύκτιες ώρες, όπου κάποιο βράδυ ανάγκασαν ακόμη και τους θαμώνες του διπλανού Hell's Angels κλαμπ, να εκλιπαρούν απεγνωσμένα για λίγη ησυχία... λένε οι φήμες.
Κάτι που εγώ προσωπικά δεν έχω κανέναν λόγο να μη τις πιστέψω, μιας που ο θόρυβος των Exhaustion μπορεί να είναι ταυτόχρονα ποθητός σαν τις πρώτες νιφάδες του χειμώνα που χορεύουν ασύμμετρα όπως πέφτουν στην άσφαλτο για κάποια αυτιά, και ενοχλητικός σαν τα χιόνια σε μια θανατηφόρο νεκρή τηλεόραση, για κάποια άλλα.

Έχει φορές που ακούγονται σαν το αποτέλεσμα μιας ανίερης συναλλαγής στο ημίφως του νέον της ταμπέλας ενός στούντιο, μιας συναλλαγής όπου μια μπάντα σαν τους Hawkwind αλλάζει όργανα και ναρκωτικά με μια άλλη σαν τους Sonic Youth.
Κι έπειτα οι δρόμοι τους χωρίζουν, όχι όμως πριν δοθεί η αμοιβαία υπόσχεση να ξαναβρεθούν μέσα σε μια άλλη ασημένια ομίχλη, κάτω από έναν ξένο ουρανό και πάνω σε μια άλλη γη γεμάτη από πρωτάκουστες αντηχήσεις, και ίσως περισσότερο ανθεκτικούς μηχανόβιους. 

Άλλες φορές πάλι απλά... δεν ακούγονται. Ειδικά όταν αφήνονται σε free-κάτι πειραματισμούς. Ακόμη κι αν είσαι χρόνιος και σκληραγωγημένος θορυβοχρήστης θα σου πέσει κάπως βαρύ· αλλά αυτό είναι κοινό μυστικό για τους παροικούντες τη Νοϊζαλήμ, και είμαι σίγουρος ότι το φαινόμενο παρατηρείται σε όλους τους ανάλογους δίσκους ακόμη και όταν αυτοί -οι χρήστες- πίνουν νερό στο όνομά τους. 

Τέλος... ερχόμενο από άλλες διαστάσεις και μεγάλες αποστάσεις ανεξάντλητο το Silver Fog, σε μια λίγο παλιότερη εποχή μάλλον θα είχε γίνει hit σε κάποια ερασιτεχνικά ραδιόφωνα, και οι Exhaustion μέχρι και εξώφυλλο, έστω σε κάποιο (αληθινό) fanzine... στις μέρες μας όμως, τις μέρες της αυτοκρατορίας του ντεμέκ, τα βλέπω δύσκολα τα πράματα... 

Δεν πειράζει, η υπόθεση έτσι κι αλλιώς από πάντα ήταν θέμα των όσων πιστών προσέρχονται... κι αυτοί δεν χρειάζονται πολλά λόγια, ας είναι καλά ο Άϊ Ριβέρμπης o Θορυβοποιός μεγάλη η χάρη του που τους τραβάει σαν τον Πάνα από το αυτί, γι' αυτό κι εγώ το κόβω εδώ, όχι όμως πριν κάνω και μια μνεία στο σουπρεματιστικό, Malevich-ικό εξώφυλλο.

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr

orphan future eaters

bandcamp


Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Spirit Valley - Abyss


Μα το πνεύμα της κοιλάδας, θα βγάλουν επιτέλους δίσκο αυτοί οι αυστραλοί σαμάνοι; Ελάτε λοιπόν καλά μου πνεύματα, κάντε γρήγορα...



Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

The Guilty Hearts - Ghost In My Room


«Πιο βρώμικο και από σάντουιτς καντίνας Garage Rock, με την μεγαλύτερη όμως μερίδα να την κατασπαράζουν με λύσσα οι αλιγάτορες του βάλτου, που κάποτε έτρωγαν πλουσιοπάροχα από τα χέρια των Scientists. 
Στις καλύτερες στιγμές τους πάντως – που είναι αρκετές – μου φέρνουν στο νου την ωμότητα και την μανία των Mono men και των υπόλοιπων Juvenile Delinquents της Estrus records 

Αυτά έγραφα πριν καμιά πενταετία σε μια παρουσίαση του Pearl Before Swine δεύτερου –και τελευταίου ως τώρα- δίσκου των Guilty Hearts που είχα κάνει στο tranzistor. 
Από τότε κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι και ακόμη περισσότερο ουίσκι στα λαρύγγια αυτού του αρχικά τρίο κι έπειτα κουαρτέτου από το LA· κάπου θα την άραξαν κι αυτοί τι να κάνουν, δεν είναι και τίποτα πιτσιρίκια, οι πίσω σελίδες του Hernadez H. Senac όσες τουλάχιστον μας αφορούν, φτάνουν μέχρι τα μέσα των 80’s και τους Blood On The Saddle, κάπου τους ξέχασα κι εγώ, χαθήκαμε…

Ο δολοφόνος όμως πάντα επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος και το φάντασμα πηγαίνει όπου του γουστάρει λένε, για τον πρώτο δεν ξέρω, τι να σας πω, για το φάντασμα όμως, που έκανε την εμφάνισή του κουνώντας Μόρτικα τους γοφούς του στον ρυθμό παλιού νέγρικου blues, με τις κοφτερές σαν νύχια αγριμιού κιθάρες να του έχουν ξεσκίσει το λευκό σεντόνι, με μια φωνή σαν το τελευταίο γρύλισμα ενός γέρικου και βραχνού λύκου, και την φυσαρμόνικα μοναχική σαν σφύριγμα τραίνου στην πεδιάδα το σούρουπο, ανησυχητική σαν σειρήνα ασθενοφόρου στην πόλη τα μεσάνυχτα, απειλητική σαν άηχη κραυγή μέσα στο μυαλό οποιαδήποτε ώρα, για το φάντασμα λέω, σας είπα ήδη πολλά, τα υπόλοιπα να τα ακούσετε μόνοι σας…

Μέσα από τον πρώτο δίσκο τους, που είχε τίτλο το όνομά τους και κυκλοφόρησε το 2005 και πάλι από τη Voodoo Rhythm records.

I hear a scream on the highway,
"Just the wind" I say.
And I wake up in the dark now,
with a weight on my chest.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

no place to go



There's no place to go except up. And out.

text: From William S. Burroughs interview by Jurgen Ploog. Conducted in Berlin May 9, 1986. Unpublished. 
music: The Oscillation – No Place To Go, From Tomorrow CD, All Time Low 2013.
 

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Jeremy Gluck & Robert Coyne - Memory Deluxe: I Knew Buffalo Bill 2


Την εκτίμηση μου προς τον κύριο Jeremy Gluck την έχω εκφράσει αρκετές φορές, όπου σταθώ κι όπου βρεθώ, γραπτώς και προφορικώς, ενώ και ο αγαπημένος δίσκος-ορόσημο I Knew Buffalo Bill, έχει μνημονευθεί πολλάκις στις σελίδες του ιστολογίου μου, άσε που βρήκε χώρο και τρύπωσε ακόμη και στις γραμμές του βιβλίου μου, σε μια ιστορία όπου ένας χαρούμενος νέος που πιστεύει ότι έχει βρεθεί στον Rock παράδεισο και περιφέρεται με ανοιχτό το στόμα θαυμάζοντας τα τεκταινόμενα, σε κάποια φάση: "Είδε από μακριά το πηγαδάκι των Nikki Sudden, Epic Soundtracks, Jeffrey Lee Pierce, και Rowland S. Howard, όπου αναρωτιόντουσαν ψιθυριστά πώς τη γλίτωσε η κουφάλα ο Jeremy Gluck...".
Η παράγραφος αναφέρεται φυσικά στους συντελεστές του I Knew Buffalo Bill, αυτή την ωραία συμμορία από την οποία μόνον ο -θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε και "επιζών"- Gluck είναι σήμερα ζωντανός. Οι υπόλοιποι ένας-ένας χρόνο με τον χρόνο, αποδημήσαν εις Κύριον. 

Μέσα στον Οκτώβρη, είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια από τότε (1987) που είδε το φως εκείνος ο δίσκος του "first indie supergroup" όπως έχει χαρακτηριστεί, και στην ίδια εταιρία, ο Jeremy Gluck κυκλοφορεί το Memory Deluxe: I Knew Buffalo Bill 2, παρέα μόνο με τον Robert Coyne αυτήν τη φορά (γιο του Kevin, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και επιπόλαιος αν σκεφτεί κανείς την τύχη των συμμετεχόντων στο πρώτο εγχείρημα).
Φυσικά από την αρχή πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι δεν τίθεται θέμα σύγκρισης ανάμεσα στα δύο άλμπουμ, γιατί πέραν του ότι οι πλειονότητα των συντελεστών του πρώτου είναι απόντες όπως είπαμε, μιλάμε και για δύο εντελώς διαφορετικές εποχές, οπότε θα καταδικάζαμε πριν καν ακούσουμε το Memory Deluxe. 

Ο οποίος είναι ένας δίσκος ενδοσκοπικός, απολογητικός, συναισθηματικός και φορτισμένος, με λιτή ενορχήστρωση και πολύ καλή δουλειά στις -ακουστικές και ηλεκτρικές- κιθάρες, και τη φωνή του Gluck σημάδι αναφοράς για όσους τουλάχιστον μεγάλωσαν μαζί της.
Ένας ατμοσφαιρικός, ταξιδιάρικος δίσκος προς το εσώτερο όμως διάστημα, που όπως κυλάνε τα δεκατρία καινούργια συν μια επανεκτέλεση του Episode in a Town από τις μέρες του '87, σε τυλίγει γλυκά μα και πικρά μαζί, στον ιστό που υφαίνουν οι αναμνήσεις αλλά και τα όνειρα του δημιουργού του. "I'm the future of my own past" τραγουδάει ο Gluck στο εισαγωγικό ομότιτλο του άλμπουμ κομμάτι και δεν μπορώ παρά να τον σιγοντάρω με την άτσαλη φωνή μου. 

"To rock n roll τον καλύτερών μας χρόνων, μια αλυσίδα καμωμένη από χαμένους κρίκους σαν τους Radio Birdman, τους New Christs, τον Nikki Sudden τον Roland S. Howard, τον Jeffrey Lee Pierce, τον Epic Soundtracks, τον Marc Jeffrey και τους Band of Outsiders, τον Mick Harvey, τον Tony Cohen, τους Fortunate sons... και ανάμεσα σε όλους αυτούς ο Jeremy Gluck και οι Barracudas. Μια αδέσποτη σανίδα του σερφ που θα γλιστράει ακόμη και πάνω στο νεκρό δέρμα μας".

"Nowhere is where I'm from" ακούγεται να λέει κάπου αλλού, και μπορεί να είναι αλήθεια για όλους μας, αλλά ακόμη και σ' αυτό το πουθενά υπάρχουν ίχνη αν πάρεις τον δρόμο προς τα πίσω, μα και ο ορίζοντας -ακόμη- μπροστά. 

"Το ρολόι μπορεί να συνεχίζει να μετράει δίχως οίκτο, δεν είναι ούτε το 1965 ξανά, ούτε το '75, μήτε το '85, ο Gluck όμως μαζί με το alter ego του τον γραφιά Ralph Traitor, φορώντας ανελλιπώς το καπελάκι τους, εκτός τόπου και χρόνου από την αρχή και για πάντα, ήρωες σε ένα παραμύθι με ιπτάμενες κιθάρες και νότες αντί για χαλιά, ακατέργαστη και ανόθευτη δύναμη να τις ωθεί, πηγαίο ένστικτο της μελωδίας, και όσο για την φωνή του παραμυθά... καύσιμο όπως αυτή του Joey Ramone, για να φλέγονται δρόμοι, να φωτίζονται δωμάτια και να ζεσταίνονται παρέες, καίγοντας μαζί και τα (πολλά) γραμμάρια της μιζέριας που τους αναλογούν. Και έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει και πολύ έδαφος να καλύψει, πολύ καύσιμο μαζί και μιζέρια να κάψει".

Για τον αρχισυντάκτη αλλά και όλους όσους ίσως αναφωνήσουν αγανακτισμένοι "μα αυτό τώρα το θεωρεί κριτική τούτος?" έχω να απαντήσω: μη περιμένετε κριτική και πόσο μάλλον αντικειμενική, όπως και ανάλογη βαθμολογία από μένα για τον Jeremy Gluck. Έναν από τους δημιουργικότερους μουσικούς τις γενιάς του, μα και κάθε γενιάς του rock and roll, που δεν έχει σταματήσει στιγμή να ψάχνει και να πειραματίζεται από τα τέλη της δεκαετίας του '70 μέχρι σήμερα, ξεκινώντας από το Garage Punk και φτάνοντας... δεν έχει φτάσει ακόμη κάπου, αφού συνεχώς δοκιμάζει νέες φόρμες και μίξεις από το rock -φυσικά- μέχρι το Dub και την ηλεκτρονική μουσική. 

Μια ματιά μόνο στη σελίδα του στο bandcamp θα σας πείσει για του λόγου το αληθές.
Το Memory Deluxe πέρα από το βαρύ φορτίο που κουβαλά, είναι απλά μια ακόμη σελίδα στο μεγάλο του δημιουργού του βιβλίο, που όπως και οι περισσότερες από τις προηγούμενες, για μένα έχει ήδη σημειωθεί με μολύβι από την αρχή ως το τέλος, πράγμα που σημαίνει ότι έχει μπει στις αγαπημένες.
Τα σέβη μου Mister Gluck.

*Τα εντός εισαγωγικών και με πλάγια γράμματα αποσπάσματα είναι το πρώτο στην σειρά μέσα από το βιβλίο μου "Από τη λάθος πλευρά", ενώ τα δύο επόμενα από ένα κείμενο που είχα γράψει παλιότερα για τον Jeremy Gluck και υπάρχει αναρτημένο στο orphan-drugs.

Πρώτη δημοσιεύση στο mic.gr

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

songlines, rivers of tears



Οραματίζομαι ότι τα Μονοπάτια των Τραγουδιών απλώνονται πάνω σε ηπείρους και αιώνες·  όπου βάδισαν άνθρωποι άφησαν το χνάρι ενός τραγουδιού (που την ηχώ του τη διακρίνουμε πότε-πότε)· κι ότι τούτα τα χνάρια πρέπει να φτάνουν πίσω στον τόπο και τον χρόνο, σε κάποια απομονωμένη κοιλάδα της αφρικάνικης σαβάννας, όπου ανοίγοντας το στόμα του ο Πρώτος Άνθρωπος, παρά τους τρόμους που τον περικύκλωναν, φώναξε την πρώτη στροφή από το Παγκόσμιο Τραγούδι, «ΕΙΜΑΙ!»...
...«Η μουσική», είπε ο Αρκάντυ, «είναι μια τράπεζα μνήμης, για να βρίσκει κανείς τον δρόμο του μέσα στον κόσμο». 

image: Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης –Franklin Press 1987- του “The Songlines.
text: Bruce Chatwin The Songlines, στα ελληνικά, «Τα Μονοπάτια των Τραγουδιών», μετάφραση Σοφία Φιλέρη, εκδόσεις Χατζηνικολή 1990.
music: Kev Carmody – River Of Tears, Eulogy (For A Black Person) CD, Festival records 1991.


Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Sonny Vincent & Spite - Spiteful

Still Unbeatable Records
2014




O Sonny Vincent δεν θα έπρεπε να χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις, μα επειδή ο κόσμος που ζούμε μάλλον δεν είναι και ο δικαιότερος για τέτοιους μουσικούς και όχι μόνο, ας γραφτούν σαν εισαγωγή τουλάχιστον τα βασικά.
Τα οποία λένε ότι όντας γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης, υπήρξε ο ιδρυτής, τραγουδιστής, κιθαρίστας και συνθέτης των Testors, μιας μπάντας που μεσουράνησε στα…υπόγεια της πόλης για μια πενταετία, από το 1975 ως το 1980, άφησε τον ιδρώτα της στις ίδιες σκηνές με τους Dead Boys τους Suicide τους Cramps και άλλους που μπορείτε να φανταστείτε, αλλά σε αντίθεση με τους περισσότερους από αυτούς, η μόνη επίσημη κυκλοφορία που είδε το φως όσο η μπάντα ήταν ενεργή είναι το επτάιντσο Time Is Mine / Together, λίγο πριν διαλύσει.

Έτσι, τραγούδια σαν το Bad Attitude, το You Dont Break My Heart το Its Only Death για να αναφέρω μόνο μερικά, τραγούδια που θα έπρεπε να έχουν μείνει κλασσικά δίπλα σε παντοτινά punk rock άσματα όπως το Aint It Fun το Ghost Rider το Chinese Rock ή το Born To Lose, έμελε να ακουστούν όχι από το ευρύ κοινό μα τουλάχιστον από τους φανατικούς εκείνης της σκηνής, δεκαετίες αργότερα όταν και κυκλοφόρησαν κάποιες συλλογές με τις ηχογραφήσεις της μπάντας.

Ο Sonny βέβαια όλο αυτό το διάστημα δεν έχανε τον καιρό του μοιρολογώντας, αλλά κάτω από διάφορα ονόματα συγκροτημάτων όπως Sonny Vincent and the Extreme, Model Prisoners, Shotgun Rationale, Rat Race, και συνθέσεις που περιλάμβαναν μουσικούς σαν τους Scott και Ron Asheton των Stooges, Cheetah Chrome των Rocket From the Tombs και Dead Boys, Greg Norton των Husker Du, Captain Sensible των Damned, Richard Hell, Moe Tucker των Velvet Underground και σταματώ εδώ, για τα υπόλοιπα όσοι πιστοί ανατρέξετε στον κύριο…Γκούγκλε που λέει και ο φερόμενος ως πρωθυπουργός μας, o Sonny λοιπόν, ηχογραφούσε και περιόδευε με όλα αυτά τα καλά παιδιά ασταμάτητα, κάτι που –για να φτάσουμε και στο ζητούμενο- συνεχίζει ως τις μέρες μας. Κι ας μην γνώρισε ποτέ του την μεγάλη ή έστω την μικρή επιτυχία, κι ας μην έλυσε με καμιά από τις παραπάνω προσπάθειες το οικονομικό του πρόβλημα.

Στο Spiteful (με το ωραίο του εξώφυλλο να σημειώσω για να μη το ξεχάσω) η παρέα που συνοδεύει τον Vincent είναι και πάλι μπαρουτοκαπνισμένη και εκλεκτή, αποτελούμενη από τον Steve Mackay (τα πνευμόνια πίσω από το στόμιο του οργιώδους σαξοφώνου στο Funhouse των Stooges για τους απρόσεκτους), τον Rat Scabies (ντράμερ των Damned), και τον Glen Matlock (που έπαιξε –αυτός ήξερε να παίζει- κάποτε μπάσο αλλά και έγραψε ωραία τραγούδια σε ένα συγκρότημα που λεγόταν Sex Pistols).

Και –η παρέα πάντα- δεν προσέρχεται επαναπαυμένη στις αγκάθινες –βεβαίως-  δάφνες της, αλλά καταθέτει ότι έχει και δεν έχει μέσα στο γήπεδο…στο στούντιο έλεγα.
Τι όμως είναι αυτό που έχει; Είναι αυτό που πάντα είχε και έδινε ο Vincent, δηλαδή ατόφιο Punk rock, καλοπαιγμένο με κέφι, τραχύ όπως του πρέπει και μελωδικό όταν χρειάζεται, τσαμπουκαλεμένο, με χαρακτήρα και μυρωδιά δρόμου.
Τόσο απλό…

Από το Sidewalk Cracks που ανοίγει τον δίσκο μέχρι το DTK που τον κλείνει, σε 14 τραγούδια που το μεγαλύτερο φτάνει παρά ένα δευτερόλεπτο τα τρία λεπτά, οι ήχοι της τσιμεντένιας ζούγκλας βουίζουν (και όπου μπαίνει το σαξόφωνο του Mackay, κοχλάζουν πραγματικά) στ’ αυτιά στήνοντας άγριο χορό, με τις απαραίτητες στάσεις-ανάσες κάτω από την παχιά σκιά των μεταλλικών φυλλωμάτων όπου οι ταχύτητες κατεβαίνουν και η μελωδία αναδύεται σαν ατμός από τους υπονόμους, που τον παίρνει και τον στροβιλίζει μαζί με παλιές λεκιασμένες εφημερίδες ο άνεμος. 

Sidewalk Cracks, Bad Superstition, Disinterested και Macon οι προσωπικές μου προτιμήσεις απ’ αυτό το βουητό, όπου οι Stooges συναντούν τους Dead Boys και τον Johnny Thunders κι έπειτα κινούν όλοι μαζί και βρίσκουν τους Testors και τον Sonny Vincent (ξέχασα να γράψω πόσο μου αρέσει η φωνή και ερμηνεία του), ενώ τα Not The Same και Now That I Have You είναι τα πάνκικα καψουροτράγουδα που τόσο μου έχουν λείψει από τα χρόνια που οι Ramones σταμάτησαν να βγάζουν δίσκους, αφού σχεδόν πάντοτε φρόντιζαν να συμπεριλάβουν και από ένα τέτοιο τουλάχιστον στο tracklist.

Μιας και είπα για τους Ramones και για την μυρωδιά του δρόμου πιο πάνω, ε λοιπόν…το σκέφτηκα καλά…αυτός ο δίσκος μου φέρνει στα ρουθούνια την ίδια μυρωδιά που ανέδυε ας πούμε το Halfway To Sanity των Ramones, αυτή την βρώμικη μυρωδιά του πεζοδρομίου, τις αφροδισιακές ιδιότητες της οποίας περιέγραφε ο Noodles (Robert De Niro) στο Once Upon A Time In America κάπως έτσι:

“I like the stink of the streets. It makes me feel good. And I like the smell of it, it opens up my lungs. And it gives me a hard-on.” 

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr  

more orphan vincent

http://www.still-unbeatable-records.de/