Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

bonfires burning bright (misfits under the covers)


Λοιπόν...δύο διασκευές σε κομμάτια των Misfits, για όλoυς τους social misfits και...έτσι για να ξεσκουριάσουμε λίγο…
Πρώτοι στην σειρά οι παλιοί καλοί Hellacopters που καταφέρνουν και προλαβαίνουν μέσα σε 1.37 λεπτά να ισοπεδώσουν τα πάντα με το Bullet. Από τις καλύτερες που έχουν κάνει χωρίς να ξεχνώ φυσικά το Gimme Shelter των Stones, ούτε το City Slang των Sonics Rendezvous , η το 455 SD των Birdman η το Lowdown ShakinChills των Nomads η το…δεν έχει τέλος ο κατάλογος, είχαν καλό γούστο τα παιδιά.
Δεύτεροι -μόνο στην σειρά- οι Last Drive από ένα live στο Βερολίνο το 1989 με το Halloween, όπου πράτουν το ίδιο ακριβώς με τους Σουηδούς αλλά σαδιστικά το αφήνουν να διαρκέσει 6 ολόκληρα λεπτά
Αυτό με μερικά άλλα σκόρπια Live και άλλα που δεν πολυκυκλοφορούν στο ιντερνετ έλεγα να το βάλω σε ένα «EP» σε κάποια φάση, και να το μοιράσω από εδώ, αλλά κόλλησα με το εξώφυλλο και το παράτησα προς το παρόν.
Ο ήχος δεν είναι και πολύ καλός αλλά ας μην είμαστε πλεονέκτες…Μετά το reunion το ‘χουνε παίξει άραγε ξανά? Απ’ όσο γνωρίζω πάντως όχι…

Hellacopters - Bullet


The Last Drive - Halloween

 

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

J.G. Ballard believes

ΠΙΣΤΕΥΩ στην δύναμη της φαντασίας να ανακατασκευάζει τον κόσμο, να απελευθερώνει την αλήθεια που είναι μέσα μας, να συγκρατεί τη νύχτα, να ξεπερνά τον θάνατο, να δίνει γοητεία στους αυτοκινητόδρομους, να μας κάνει πουλιά, να υιοθετεί τις εκμυστηρεύσεις των τρελών.
ΠΙΣΤΕΥΩ στις έμμονες ιδέες μου, στην ομορφιά της αυτοκινητιστικής σύγκρουσης, στην γαλήνη του υποβρύχιου δάσους, στις συγκινήσεις της ερημωμένης πλαζ διακοπών, στην κομψότητα των νεκροταφείων αυτοκινήτων, στο μυστήριο των πολυώροφων πάρκινγκ, στην ποίηση των εγκατελειμένων ξενοδοχείων.
ΠΙΣΤΕΥΩ στους ξεχασμένους διαδρόμους προσγείωσης της νήσου Γουέηκ, που οδηγούν στους Ειρηνικούς ωκεανούς των φαντασιώσεών μας.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην μυστηριώδη ομορφιά της Μάργκαρετ Θάτσερ, στις καμάρες των ρουθουνιών της και στην ανταύγεια του κάτω χείλους της, στη μελαγχολία των πληγωμένων αργεντινών επίστρατων, στα στοιχοιωμένα χαμόγελα του προσωπικού των σταθμών ανεφοδιασμού, στο όνειρό μου όπου ένας νεαρός αργεντινός στρατιώτης χαϊδεύει την Μάργκαρετ Θάτσερ σε ένα ξεχασμένο μοτέλ καθώς τους παρακολουθεί ένας φυματικός υπάλληλος βενζινάδικου.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην ομορφιά όλων των γυναικών, στην προδοσία των φαντασιώσεών τους που είναι τόσο κοντά στην καρδιά μου, στην ένωση των πεζών τους σωμάτων με τις γοητευτικές μπάρες χρωμίου στα ράφια των σούπερ μάρκετς, στην φιλική τους ανοχή στις διαστροφές μου.
ΠΙΣΤΕΥΩ στον θάνατο του αύριο, στην εξάντληση του χρόνου, στην έρευνά μας για ένα καινούριο χρόνο μέσα από τα χαμόγελα των γυναικών - υπαλλήλων στα διόδια & μέσα από τα κουρασμένα μάτια των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας σε προσωρινά κλειστά αεροδρόμια.
ΠΙΣΤΕΥΩ στα γεννητικά όργανα των μεγάλων ανδρών & γυναικών, στις στάσεις που παίρνουν τα σώματα των Ρόναλντ Ρήγκαν, Μάργκαρετ Θάτσερ, Πριγκήπισσας Νταϊάνα, και στις γλυκές οσμές που αναδύονται από τα χείλη τους καθώς ατενίζουν τις κάμερες όλου του κόσμου.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην τρέλλα, στην αλήθεια του ανεξήγητου, στην κοινή λογική των λίθων, στην σχιζοφρένεια των λουλουδιών, στην αρρώστεια που εναποθήκευσαν για το ανθρώπινα γένος οι αστροναύτες του "Απόλλων".
ΠΙΣΤΕΥΩ στο τίποτα.
ΠΙΣΤΕΥΩ στους: Μάξ Έρνστ, Ντελβώ, Νταλί, Τσιανό, Γκόγια, Λεονάρντο Ντα Βίντσι, Ντε Κίρικο, Μαγκρίτ, Βερμέρ, Ρεντόν, Ντυρέρ, Τανγκύ, Μπέϊκον, και όλους τους αθέατους καλλιτέχνες μέσα στα ψυχιατρικά ιδρύματα του πλανήτη.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην απιθανότητα της ύπαρξης, στο χιούμορ των βουνών, στον παραλογισμό του ηλεκτρομαγνητισμού, στην φάρσα της γεωμετρίας, στην σκληρότητα της αριθμιτικής, στην εγκληματική σκοπιμότητα της λογικής.
ΠΙΣΤΕΥΩ στις έφηβες γυναίκες, στην διαφθορά τους από την στάση των ίδιων τους των ποδιών, στην αγνότητα των αδέξιων κορμιών τους, στα ίχωη των αιδοίων τους που έχουν απομείνει σε τουαλέτες άθλιων μοτέλ.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην πτήση, στην ομορφιά των πτερύγων και στην ομορφιά που χαρακτηρίζει οτιδήποτε έχει πετάξει ποτέ, στην πέτρα που έριξε ένα παιδί και η οποία μεταφέρει μαζί της την σοφία των πολιτικών και των μαιών.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην ευγένεια του χειρουργικού νυστεριού, στην δίχως όρια γεωμετρία της κινηνατογραφικής οθόνης, στο σύμπαν που κρύβεται μέσα στα σούπερ μάρκετς, στη μοναξιά του ήλιου, στην πληθωρικότητα των πλανητών, στην επαναληπτικότητα των εαυτών μας, στην ανυπαρξία του σύμπαντος και στην ανία του ατόμου.
ΠΙΣΤΕΥΩ στο φως που ρίχνουν τα βίντεο στις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων, στις μεσσιανικά ιδωμένες γρίλιες ψυγείων αυτοκινήτων σε αίθουσες επίδειξης, στην κομψότητα των κηλίδων λαδιού πάνω στα καλύμματα μηχανών των Μπόινγκ 747 που είναι σταματημένα στον διάδρομο προσγείωσης ενός αεροδρομίου.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην μη-ύπαρξη του παρελθόντος, στον θάνατο του μέλλοντος και στις άπειρες πιθανότητες του παρόντος.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην διατάραξη και σύγχυση των αισθήσεων: στους Μπάρροουζ, Ρεμπώ, Υσμάν, Σελίν, Ντε Φόου, Ζενέ, Σουίφτ, Κάρολ, Κόλτριτζ και Κάφκα.
ΠΙΣΤΕΥΩ στους σχεδιαστές των πυραμίδων, του βερολινέζικου Φύρερμπούνκερ, του ουρανοξύστη Εμπάϊαρ Στέητ, στους διαδρόμους προσγείωσης της νήσου Γουέηκ.
ΠΙΣΤΕΥΩ στις σωματικές οσμές της πριγκίπισσας Νταϊάνα.
ΠΙΣΤΕΥΩ στα επόμενα πέντε λεπτά.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην ιστορία των ποδιών μου.
ΠΙΣΤΕΥΩ στις ημικρανίες, στην ανία των απογευμάτων, στον φόβο των ημεροδεικτών, στην απάτη των ρολογιών.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην αγωνία, στην ψύχωση και στην απόγνωση.
ΠΙΣΤΕΥΩ στις διαστροφές, στους ενθουσιώδεις έρωτες με δέντρα, πριγκίπισσες, πρωθυπουργούς, εγκατελειμένα βενζινάδικα ( πιό όμορφα κι' από το Ταζ Μαχάλ, σύννεφα και πουλιά.
ΠΙΣΤΕΥΩ στον θάνατο των συναισθημάτων και στον θρίαμβο της φαντασίας.
ΠΙΣΤΕΥΩ στο Τόκιο, στη Μπενιντρόμ, στη νήσο Γουέηκ, στο Ενιβετόκ, στην πλατεία Ντέιλι.
ΠΙΣΤΕΥΩ στον αλκοολισμό, στα αφροδίσια νοσήματα, στον πυρετό και στην εξάντληση.
ΠΙΣΤΕΥΩ στον πόνο.
ΠΙΣΤΕΥΩ στην απόγνωση.
ΠΙΣΤΕΥΩ σε όλα τα παιδιά.
ΠΙΣΤΕΥΩ στους χάρτες, στα διαγράμματα, στους κώδικες, στα αινίγματα, στους πίνακες ένδειξης χρόνου και στα ενδεικτικά σήματα των αεροδρομίων.
ΠΙΣΤΕΥΩ σε όλες τις δικαιολογίες.
ΠΙΣΤΕΥΩ σε όλες τις αιτίες.
ΠΙΣΤΕΥΩ σε όλες τις παραισθήσεις.
ΠΙΣΤΕΥΩ στον θυμό.
ΠΙΣΤΕΥΩ σε όλες τις μυθολογίες, τις αναμνήσεις, τα ψέματα, τις φαντασιώσεις και τις υπεκφυγές.
ΠΙΣΤΕΥΩ στο μυστήριο και την μελαγχολία ενός χεριού, στην καλοσύνη των δέντρων, στην σοφία του φωτός. 


text: J.G. Ballard What I Believe, στα ελληνικά: Σε τι πιστεύω, κυκλοφόρησε το 1990 στην Αθήνα και αλλού σαν "Διαφημιστική έκδοση σε 1000 αντίτυπα για την πέμπτη επέτειο του Κτήνους, και αναγγελεία της έκδοσης του Ενδομήτριου Σπειρώματος(περιοδικό αφιερωμένο εξ' ολοκλήρου στο έργο του J.G. Ballard" 
Mετάφραση Ηλίας Πολυχρονάκης- Ηρακλής Ρενιέρης. 
Περισσότερα στο : http://www.altfactor.ath.cx/library/stuff/believe.html
music: Einsturzende Neubauten – Bili Rubin, Stella Maris EP, Our Choice 1996.


Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

where the doom town ends


Σάββατο μεσημέρι, γύρισα σπίτι από μπυροποσία με φίλο παλιό και δοκιμασμένο, σε έναν απ’ τους λίγους καφενέδες που έχουν μείνει στο κέντρο. Πρωί-πρωί ως συνήθως μαζί του, οι παππούδες κουστουμαρισμένοι με τάβλι και ελληνικό και μεις με μπύρα και κουβέντες για τα παλιά, τα καινούργια, για πεθαμένους και ζωντανούς, ολίγον από κρίση (τι να λέμε…), και πολύ από μουσικές και βιβλία, ξέρετε όλα εκείνα τα ωραία πράγματα που λένε οι άντρες μεταξύ τους μπας και ψηλώσουν, και με τις γυναίκες μπας και γαμήσουν.
Όπως ήμουν ξαναμμένος απ’ την μπύρα λοιπόν έβαλα να ακούσω  το φρέσκο-φρέσκο Landscapes of Disease των Bloody Gears, (θα τα πούμε άλλη ώρα για αυτούς) μετά το γύρισα στους ποιους άλλους, τους Wipers, μέχρι που έφτασα στο Doom Town οπότε έβαλα σφήνα και αυτούς…και ανέβασα κι άλλο την ένταση. Μας το αφιερώνω. 

Born Dead Icons - Doomtown:


Monday morning gunk: Κι εκεί που ήμουν έτοιμος να ανεβάσω τα προηγούμενα να και ο Stam στο heretodaygonetomorrow να θυμάται τον last bandit, τον Nikki Sudden που έφυγε τέτοια μέρα πριν 6 χρόνια…Χάνεται τέτοια ευκαιρία να βάλω ξανά ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια, σε φρεσκαδούρα γαμεί και δέρνει εκτέλεση?
Μας το αφιερώνω κι αυτό…

Circo Fantasma feat. Phil Shoenfelt - Where the Rivers End:

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Avondale Airforce - ST

Thick Syrup Records (CD)/Beast Records (LP)
2012


Ένας αστροναύτης, σαν αρχαίος Αζτέκος ιερέας κάτω από την κλεψύδρα της πέτρας μετράει αντίστροφα τον χρόνο. Κάτω από την κλεψύδρα της τρίτης πέτρας απ’ τον ήλιο, που γυρίζει ρυθμικά  μέσα στ’ ορθάνοιχτο το στόμα του απείρου.
Μια παρουσία σαν ένα τραγούδι ξαφνικό που ψέλνει μέσα στην πυρκαγιά. Γλιστράει μέσα στις πιο βαθιές στοές των ήχων. Η πυξίδα τρελαίνεται και παύει να λειτουργεί. Μυρωδιά υγρής μουσικής. Τόσο υγρής όσο οι νότες τις κιθάρας του νέγρου γιου του κηπουρού που μάταια έβαζε φωτιά στις χορδές της.
Κάτω, κάτω, ακόμη πιο κάτω. Μέσα στο πηχτό σκοτάδι όπου πλέουν όλοι οι ξεχασμένοι και απ’ τον ίδιο τον δημιουργό ήχοι, αλλά και αυτοί οι ανήκουστοι ακόμη. Μέχρι να αναδυθεί στο διάστημα της άλλης πλευράς. Εκεί σαν τρομερός κομήτης που διασχίζει την αιμόφυρτη οικουμένη, κοιτώντας την πέτρα ξανά από ψηλά να απομακρύνεται κάτω από τις φλόγες τις ουράς του, θα μάθει αυτό που ήδη γνωρίζει…
Η φωνή του Γέρου του Βουνού, η τελευταία ανάσα της βίβλου των αναπνοών, πάνω απ’ την κορυφή του Αλαμούτ ταξιδεύει ακόμη. Μίλια και μίλια, βαθειά μέσα και ψηλά πάνω απ’ όλες τις πέτρες, τρυπώνει απ’ τις χαραματιές, γίνεται ένα με τον αιθέρα, φτάνει μπρος στις πόρτες του μυαλού, περνάει τις χαραμάδες, πράσινος καπνός, ψιθυρίζει:  «τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται»
Έπειτα δεν χρειάζονται παρά μόνο 5 δευτερόλεπτα να αποφασίσεις.
Και ο αστροναύτης ιερέας έχει αρχίσει να μετράει αντίστροφα.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

muddy water makes me feel alright

Εντάξει όσοι πιστεύουν ότι η μουσική άρχισε το 1977, ή ακόμη χειρότερα κάπου στα 1990 μπορούν άφοβα να προσπεράσουν. Οι υπόλοιποι ρετρό, παλιομοδίτες, κλασσικοί και γραφικοί μένουν και θυμούνται πως το You Need Love που έγραψε ο Willie Dixon και τραγούδησε ο Muddy Waters, αφού άλλαξε στον πρώτο δίσκο των Small Faces το 1966 σε You Need Loving, τρία χρόνια αργότερα το 1969, θα μεταμορφωνόταν στο Whole Lotta Love που όλοι ξέρουμε…αλλά λίγο πριν…το 1968 θα γνώριζε την καλύτερη διασκευή του, που δόξα τα αρχεία του BBC ακούστηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Από τους Fleetwood Mac του Peter Green.
Όταν ο νέγρικος ρυθμός χτυπάει τα κατάλληλα χλωμά πρόσωπα…ακόμη και οι Άγγλοι πλέον είναι φτωχοί σε τέτοιους μουσικούς.
Χαμηλά φώτα, ομίχλη απ’ τον καπνό, κατάσταση όποιος το ‘χει να τ’ ανάψει όπως έχει προτρέψει τα πλήθη και ο τρελός προφήτης Αργύριος o Μέγας. 


Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

The Tongue and Lips - On The Run


Έχω φρέσκο πράμα που σαλεύει λέμεεεεε…περάστε κυρίες και κύριοι…
Περάστε, δείτε, θαυμάστε, χάρμα οφθαλμών, απολαύστε…
Μόνο μην αγγίζετε (window shop for love)…μη το φίδι...
Αλλά προπαντός ακούστε!
Δεν ξέρω τι ακριβώς μου θυμίζουν…νομίζω πολλά αλλά σε τέτοια κομμάτια δεν έχει καμία σημασία…Κάνω μια προσπάθεια όμως…
Η εισαγωγή με το όργανο ίσως την εκτέλεση της Misirlou από την αξέχαστη γκρουπάρα των Sound Explosion –και τι δεν θα έδινα για ένα ακόμη live σαν κι αυτό στο Ξυλουργείο πριν πόσα χρόνια- ο τρελός ρυθμός εκείνα τα τσογλάνια τους Oblivians (ειδικά της τελευταίας εποχής του Play Nine Songs with Mr. Quintron), το σαξόφωνο έναν τζαζεμένο σαξοφωνίστα των Fabulous Wailers που πάει να δώσει ένα χεράκι στην ηχογράφηση του Funhouse, και η μανία του τραγουδιστή όλους τους εξαγριωμένους λύκους που κυνηγημένοι έφτυσαν το λαρύγγι τους μπροστά σε ένα μικρόφωνο.
Ω ναι! Πέστα αγόρι μου, βρίσε, κυλίσου στο πάτωμα ουρλιάζοντας σαν αγρίμι , αμόλα το κτήνος να τα κάνει όλα πουτάνα, και να γουστάρει αληθινά όπως θα βλέπει τους σοβαρούς αγκαλιά με όλα τα ψεύτικα ενδιαφέροντα τους και την γκόμενά τους, την εγκυρότητα να πηδάν απ’ τα παράθυρα.

Δεν είχα σκοπό να ποστάρω κάτι σήμερα, αλλά όπως μάλλον φαίνεται, με πήρε και με σήκωσε…Δεν περιμένω πολλά απ’ αυτούς…μόνο τον πρώτο τους δίσκο…πως και πως…


Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

It must always be night, otherwise they wouldn't need the lights

Χθες που για πρώτη φορά ύστερα από καιρό ο ήλιος έλαμψε τόσο λαμπερός και ζεστός έτυχε να ξεκινήσω να διαβάζω το Ενάντια στην μέρα του Πίντσον.
Όπως το ξεφύλλιζα, να δω μέχρι που θα φτάσει το κοντέρ των σελίδων του - τελικά τερμάτισε στην 1234!!!- έπεσε από μέσα μια μικρή κάρτα με το μότο που ξεκινάει το βιβλίο και αφαίρεσε ο δαίμων του τυπογραφείου…

Είναι πάντα νύχτα, αλλιώς
δεν θα είχαμε ανάγκη το φως

Thelonious Monk

Δεν θα το φιλοσοφήσω από εδώ, αν και από χθες το βράδυ η φράση αυτή που αποδίδεται στον αγαπημένο μου –μόνο και μόνο εξαιτίας του ονόματός του, αλλά και του Alone in San Francisco που είναι από τους ελάχιστους jazz δίσκους που έχω ακούσει επανειλημμένα- τζαζίστα, στροβιλίζει στο μυαλό, πλάθοντας δεκάδες συνειρμούς.
Απλά μάλλον ήθελα να μοιραστώ τη χαρά της μέρας, να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου για τον γολγοθά της ανάγνωσης –αφού το δήλωσα ότι το ξεκινάω πρέπει να το τελειώσω, για να την σπάσω και στον φίλο μου τον γνωστό Ελάϊτζα που το παράτησε στην σελίδα 100 από πέρυσι το καλοκαίρι-, και στο άσχετο να βάλω και ένα τραγουδάκι, που ακούω εδώ και καιρό.
Όχι δεν είναι τζαζ αλλά ούτε και…φαζ.
Είναι ένα μικρό οπτικοαουστικό διάλειμμα, με ένα ωραίο βιντεάκι, αλλά και ένα ακόμη πιο ωραίο τραγούδι, βγαλμένο θαρρείς κατευθείαν από τις πιο αγνές εποχές του rock.
Μας είχε ειδοποιήσει πριν λίγους μήνες ο Επιθεωρητής Λη για αυτούς…ωραίοι…

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

The Black Assassins - Death Take Me Now


Κάπου διάβασα ότι μπροστά τους οι Dead Kennedys ακούγονται σαν τους Pink Floyd…υπερβολές, αλλά αυτή τη τρομερή κουκουλοφόρα μπάντα από το Brisbane, φαίνεται να την κατείχε κάτι από εκείνο το άναρχο τρελό πνεύμα  που πλανιόταν πάνω (και μέσα) στα κεφάλια ιστορικών μορφών του (επαναστατικού και ριζοσπαστικού) rock and roll σαν τον Screaming Lord Such, τους Fugs, τους Deviants, η τους MC5. Κι αυτό υπερβολή αλλά από τέτοιες εδώ μέσα κι εκεί έξω άλλο τίποτα.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι αυτή η μηδενιστική ωδή στον –χτύπα ξύλο- θάνατο, αποτελεί ένα ακόμη χαμένο απομεινάρι από το κουφάρι του μεγάλου ναυαγίου του punk rock, που κυκλοφόρησε 23 ολόκληρα χρόνια μετά την ηχογράφησή του, και είναι από αυτά που μόνο στις ακτές της μοιραίας αυστραλιανής ακτογραμμής εκβράζονται.


Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Lord Jim


Και εξάλλου, δεν ειπώθηκε ακόμα η τελευταία λέξη – ίσως δε θα ειπωθεί ποτέ.
Είναι η ζωή μας πολύ μικρή για να αρθρώσει την τελευταία κουβέντα, ικανοποιώντας τη μοναδική ασίγαστη φιλοδοξία που υποκινεί όλα τα αδέξια ψελλίσματα μας. Έχω πάψει να περιμένω αυτές τις τελευταίες λέξεις, που κι ένα απλό ψιθύρισμά τους αν ήταν δυνατό, θα ταρακουνούσε συθέμελα με τον ήχο του γη και ουρανό.
Δεν περισσεύει ποτέ καιρός για να προλάβουμε την τελευταία μας λέξη – την τελευταία λέξη του έρωτα, του πόθου, της πίστης, της μεταμέλειας, της υποταγής, της εξέγερσής μας. Η γη κι ο ουρανός, δεν πρέπει να σαλέψουν απ’ τη θέση τους· τουλάχιστον όχι από μας, υποθέτω, που προσκυνάμε τόσο πολλές και διαφορετικές αλήθειες και για τα δύο τους. Δεν θα ‘ναι πολλές οι τελευταίες μου κουβέντες για τον Τζιμ. Απλά θα βεβαιώσω ότι άγγιξε τα όρια του μεγαλείου· αλλά τα πράγματα χάνουν τις αληθινές τους διαστάσεις όταν τα λες, ή μάλλον όταν τα’ ακούς. Για να σας μιλήσω ανοιχτά, αυτό που δεν εμπιστεύομαι είναι το μυαλό σας και όχι τα λόγια μου. Θα ήμουν πιο εύγλωττος, αν δεν είχα την υποψία ότι αφήνετε τη φαντασία σας να λιμοκτονεί, για να παχαίνετε το κορμί σας. Δε θέλω να σας προσβάλω· είναι άξιο κάθε σεβασμού το να μη τρέφει κανείς ψευδαισθήσεις – είναι ασφαλές- κι επικερδές- και βαρετό. Κι όμως, πρέπει κι εσείς στον καιρό σας να δοκιμάσατε την έξαψη της ζωής, εκείνη τη συναρπαστική λάμψη που εκτινάζεται αιφνιδιαστικά, μέσα απ’ την ασήμαντη καθημερινότητα, σαγηνευτική σαν τις λαμπερές σπίθες που αναπηδούν από μια άψυχη πέτρα-κι αλίμονο, το ίδιο φευγαλέα σαν κι αυτές!

text: Joseph Conrad, Lord Jim, πρώτη έκδοση 1900, στα ελληνικά Λόρδος Τζίμ, μετάφραση Δέσποινα Κερεβάντη- Γιάννης Βαλούρδος, ειδική έκδοση με την Ελευθεροτυπία 2006.
music: Soulsavers - Cabin Fever, Tough Guys Don’t Dance CD, San Quentin Recordings 2003.
image: Gustave Dore.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Bob Bert Presents: Bewitched - The Worst Poetry of 1986-1993


BB Gun Records/ Thick Syrup Records
2011

Ο κόσμος έξω ένα μουσκεμένο κενό, αλλά ακόμη και οι βρεγμένες γάτες την έχουν καλύτερα από μένα που κάθομαι εδώ με βρεγμένα και πρησμένα αρχίδια και ροκανίζω χίλιες ιδέες σαν ποντίκι στο μυαλό μου, και άλλες τόσες λέξεις μου ροκανίζουν αυτό.
Φτύνω ροκανίδια, καταπίνω σκουπίδια, απογοητεύτηκα και μπάφιασα όπως εσύ…άκου προσεκτικά και θα ακούσεις τα δόντια μου να τρίζουν.
Ένας παπάς των πέντε δολαρίων, των πέντε ευρώ, των πέντε δραχμών (ρε διάολε) κάνει τη δουλειά και λύνει τα μάγια το ίδιο καλά αν όχι καλύτερα από τους χρυσοφορεμένους.
Έτσι, χτύπα παπά μου με την αγιαστούρα σου τα τύμπανα…χτύπα αλύπητα, ρίξε και λίγη μπύρα πάνω τους να μεθύσουν κι ας μη φύγουν τα δαιμόνια. Ας είναι εδώ κι ας χορεύουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, με ορθάνοιχτα τα στόματα να στάζουν πάνω μας μπύρα, σάλια κι αγιασμό.
Οι νεκροί -και οι σκληροί δεν χορεύουν και είναι πιο βαριοί απ’ τις ραγισμένες καρδιές. Όταν το συνειδητοποιώ με πιάνει τρέλα, μανία, δεν ξέρω τι να κάνω. Τότε είναι που η χειρότερη ποίηση γίνεται το όποιο μου.
Ξαπλώνω στο πάτωμα και ένας κουτσός φαφούτης Κινέζος έρχεται σκυφτός σέρνοντας τα βηματά του απ’ τα σκοτάδια να μου ανάψει την πίπα, για να ξαναχαθεί αθόρυβα εκεί. Λίγα λεπτά μόνο και αντίο ροκανίδια, αντίο σκουπίδια, γεια χαρά μουσκεμένε κενέ κόσμε. Οι μελλοθάνατοι σε αποχαιρέτησαν, τώρα σου στέλνουν χαιρετίσματα οι νεκροί.
Μάλιστα κύριε. Έτσι περνάνε τα βράδια τους οι νεκροί άνθρωποι στις νεκρές χώρες. Που δεν ξέρουν τι να κάνουν και ίσως έχει πάψει να τους νοιάζει. 

Bob Bert 

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

New Candys - Surf Little Surfer

Και πάλι κάτι από Ιταλία μεριά, έτσι για να τριτώσει το κακό. Όπου να ‘ναι κυκλοφορούν τον πρώτο τους μεγάλο δίσκο με τίτλο Stars Reach The Abyss, αλλά εμείς θα τους ακούσουμε στο τραγούδι που άνοιγε το παρθενικό EP τους, πριν δύο χρόνια.
Τίποτα συνταρακτικό, αλλά όσοι νοστάλγησαν την φρικαρισμένη-φαζαρισμένη παραίσθηση των Jesus and the Mary Chain με τους Beach Boys θα κουνήσουν ρυθμικά το πόδι…τουλάχιστον.
Το νερό είναι ένα όνειρο, κι ο ουρανός με όλα όσα κλείνει μέσα του τη μέρα και τη νύχτα, άστρα, ανέμους, πουλιά, καπνούς, μια οφθαλμαπάτη που ξεγελάει…Υπάρχουν άντρες απ’ τα μέρη μου που πηδούν από την κουπαστή για να πιάσουν ένα αστέρι στο νερό. Ο ωκεανός είναι ένα ψέμα...surf little surfer...on the seaside.



Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

deliverance, creepy banjo...and freakout


Το πρώτο κομμάτι με μπάντζο που άκουσα και με ενθουσίασε πρέπει να ήταν το ιλιγγιώδες Endless Tunnel των Serpent Power. Αργότερα μπήκαν στη μέση οι 16 Horsepower και μου έδωσαν μια κλοτσιά για να φτάσω με κεκτημένη ταχύτητα στους δίσκους του Alan Lomax, την folk των Απαλαχίων, τον Dock Boggs και δεν συμμαζεύεται.
To Deliverance (Όταν ξέσπασε η βία στα ελληνικά), όπως και πολλούς άλλους παρόμοιους κινηματογραφικούς θησαυρούς από τα 70’s, (βλέπε Fat City του John Huston πάλι από την ίδια χρονιά, και πολλά άλλα) μου το είχε δώσει να το δω ο φίλος μου ο Λευτεράκης, ένας άνθρωπος εγκυκλοπαίδεια σε ότι αφορά το σινεμά.
Πολύ πριν πέσει πείνα, του την έδωσε, τα παράτησε όλα –ποια όλα δηλαδή- και πήγε και έγινε αγρότης. Έτσι τον έχασα και αυτόν…
Τέλος πάντων, στο θέμα μας…Τότε λοιπόν που το είδα, ήταν (άλλος) ένας χειμώνας που είχα ξεμείνει από δουλειά και μούχλιαζα κλεισμένος σπίτι κάνοντας οικονομία, και βλέποντας ταινίες που μου έγραφε αυτός. Δεν ήταν και άσχημα….
Πέρα τώρα από την σκηνοθεσία –του John Boorman είναι, Point Blank, Zardoz και λοιπά τι να πω εγώ- και τους ηθοποιούς (Burt Reynolds rules), αυτό που μου έχει μείνει είναι οι άρρωστες «αιμομικτικές» φάτσες των μαυροπουκαμισάδων νότιων που κοιτάνε με μισό του μισού μάτι τους ξένους που ήρθαν απ’ την πόλη να ταράξουν την αιώνια ησυχία τους, και φυσικά αυτό το “creepy banjo kid” τον Billy Redden, που τον θυμήθηκα ένα βράδυ που άκουγα το Gypsy των Hackensaw Boys.
Έψαξα λοιπόν και βρήκα την μικρή ιστορία του, μαζί με την χαρακτηριστική banjo duel σκηνή της ταινίας και σας τα παραθέτω μαζί με την αρχή όλου αυτού του συνειρμού. 
 


Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Movie Star Junkies - Son of the Dust

Outside Inside Records
2012

Επέστρεψαν αλλά…όχι και δριμύτεροι. Ο λόγος για τους Movie Star Junkies, τους παλαβούς Ιταλούς που με το αναπάντεχο Melville είχαν μπει αμέσως στο πολύ, πολύ κλειστό κλαμπ με τις «μεγαλύτερες rock and roll μπάντες του πλανήτη». Το A Poison Tree που ακολούθησε είχε απλά και άνετα κρατήσει τον τίτλο, ενώ η επεισοδιακή εμφάνιση τους στο Καταραμένο Σύνδρομο πριν δύο χρόνια τον σφράγισε πανηγυρικά και όπως πρέπει, δηλαδή επί σκηνής.
Το Son of the Dust τους βρίσκει να αφήνουν το γκάζι για να δώσουν περισσότερο χώρο στην αφήγηση των παγανιστικών –τι άλλο- ιστοριών τους, και να αφήνουν  επίσης την χαρακτηριστική βαβούρα χάριν της μελωδίας.
Σαν τα κωλόπαιδα, τα κλεισμένα μέσα στο γκαράζ, που αναστάτωναν την γειτονιά με θόρυβο, κιθάρες και ουρλιαχτά, -επιτέλους για τους φιλήσυχους  πολίτες- να αραιώσαν σιγά, σιγά για να χαθούν τελείως. Ο ένας πήγε στρατό και σοβάρεψε, ο άλλος τελειώνει τις σπουδές, βρήκε «καλή» δουλειά και παντρεύεται, ο τρίτος το έκαψε απ’ τα ναρκωτικά, και ο τέταρτος τραβάει για το Άγιο Όρος.
Μαζί τους εξαφανιστήκαν και τα ροκαμπίλια που άραζαν απ’ έξω, πείραζαν τις γκόμενες και τσαμπουκαλεύονταν με τους περαστικούς. Αυτοί ήταν πιο ευφάνταστοι στις επιλογές τους. Κατάφεραν αν γίνουν από μπάτσοι μέχρι…κρατούμενοι φυλακών.
Όχι οι Movie Star Junkies δεν άλλαξαν τόσο πολύ. Είναι οι ίδια μπάντα που έγραψε το Melville, άλλωστε από την αρχή, και εντελώς φυσιολογικά, μπορούσαν να συνδυάζουν το rockabilly με τον Herman Melville, το garage punk με τον William Blake, τα blues των μαύρων τυφλών με το punk των λευκών τρελών, το πιο αλήτικο rock and roll με την ποίηση, τους παλιούς και πολλούς αγροίκους θεούς με την σύγχρονη suburbia, τον έναν και μοναδικό θεό με τον εξαποδό…απλά σαν να μεγάλωσαν λίγο.
Για να το πούμε πιο μπακαλίστικα στο Son of the Dust, οι Birthday Party και οι πρώιμοι Bad Seeds τα μαζεύουν σιγά-σιγά και φεύγουνε, για να ξαναγυρίσουν μόνο οι δεύτεροι με τον μπροστάρη τους φανερά με λιγότερα μαλλιά, αλλά και περισσότερη σοφία.
Από την στιγμή που το πήρα απόφαση ότι συγκρότημα που να ακολουθεί την αντίστροφη πορεία, δηλαδή όσο περνάνε τα χρόνια τόσο να γκαζώνει δεν είναι δυνατόν να υπάρξει, δεν με πειράζει όλο αυτό. Πόσο μάλλον όταν το (κληρονομικό?) χάρισμα των Junkies να γράφουν μικρά rock κομψοτεχνήματα με αρχή ρεφρέν μέση και τέλος –ναι, τελικά είναι τόσο δύσκολο το απλό και ωραίο- βρίσκεται και πάλι σε πλήρη άνθηση, σαν την ίδια την γη όπου να ‘ναι.
Συμπέρασμαthe past is never dead. It's not even past.

myspace 



Και μια μικρή βοήθεια για να θυμηθούμε την ιστορία απ’ την αρχή με τις παρουσιάσεις των δύο πρώτων δίσκων τους…

Movie Star Junkies
Melville
Voodoo Rhythm records
2008

Είναι πέντε, (κιθάρα, μπάσο, ντραμς, φωνή και όργανο) είναι Ιταλοί διαβάζω, και υπάρχουν από το 2005. Γούσταραν λέει πολύ τους Gun Club και τους Birthday party και αποφάσισαν να φτιάξουν μια μπάντα.
Αυτή είναι η πρώτη τους μεγάλη δουλειά, ένας κόνσεπτ δίσκος εμπνευσμένος από, και αφιερωμένος στον, Herman Melville τον συγγραφέα του Moby Dick.
Αυτό είναι το βασικό info που βρίσκει κανείς στο internet για αυτούς. Με μια πρώτη ματιά υπόσχεται πολλά, αλλά και τίποτα αν σκεφτείς την σαβούρα που κάθε μέρα πέφτεις πάνω της, παρακινούμενος από καλογραμμένες, έξυπνες και αποθεωτικές  κριτικές.
Το ζουμί της υπόθεσης τώρα, είναι ότι οι υποσχέσεις μοιάζουν να πραγματοποιούνται από το βγαλμένο από την κρύπτη εναρκτήριο The Curse, αλλά όσο περνούν τα κομμάτια το πράγμα αρχίζει να αγριεύει και να γίνεται σοβαρό. Αρχίζεις και τρίβεις τα…αυτιά σου με αυτό το πανηγύρι που ‘χουν στήσει εδώ μέσα όλα τα ανήσυχα πλάσματα της νύχτας. Από τον Blind Willie Johnson μέχρι τον Johnny Burnette, κι από κει στους Groupies του Primitive, μέχρι τους Birthday Party και τους These Immortal Souls. Κιθάρες, μπάσο και ντράμς ξύνουν και χτυπάνε αλύπητα, το όργανο του τραγουδιστή δίνει ρυθμό, και πάνω από όλα η φωνή μ αυτή την αλάνικη χροιά, να τραγουδάει με τέτοιο πάθος, τσαμπουκά, και attitude  που είχα πολύ καιρό να ακούσω..
Ο δίσκος πετάει φλόγα ήδη από το The Curse, παίρνει φωτιά στο garage του Little boy, ενώ στο Dead love Rag στοιχειωμένοι πειρατές του Captain Mission, χαμένοι για τα καλά, ανεβαίνουν τον Μισισίπι μεθυσμένοι, στον δρόμο για το Memphis, χορεύοντας rockabilly. Η Eleanor στέλνει ένα ξόρκι και σου παίρνει το μυαλό, πριν ξεσπάσει η μανία τουYour miserable life με τον voodoo ρυθμό στα τύμπανα, το χορωδιακό ρεφρέν, και τις κιθάρες που σερφάρουν, προσπαθώντας να συναγωνιστούν την φρενίτιδα του τραγουδιστή.
Για το τέλος μας αφήνουν τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου, το σκοτεινό και αντρίκιο This is not a light, το blues που ποτέ του δεν έγραψε ο Rowland S. Howard, και το Tongues of fire, το κομμάτι που δεν μπορεί να γράψει πια ο Cave.
Φοβερός δίσκος (δίσκος και όχι 2-3 κομμάτια), που βρέθηκε εντελώς τυχαία, και που αφήνει εκείνη την παλιά αίσθηση όταν έπαιρνες κάποιο βινύλιο στην τύχη δίχως να ξέρεις τίποτε για το group, και αν ήσουνα τυχερός μετά για εβδομάδες τον είχες πάνω στο πικαπ και απλά άλλαζες πλευρά  μη χορταίνοντας να τον ακούς.
Στο internet τέτοια ζημιά είχα να πάθω από τότε που κατέβασα ανυποψίαστος, και μόνο γιατί μου γυάλισε  το όνομα, το Passover των Black Angels.
Όσοι λάτρεις της υποκουλτούρας του garage punk, του rockabilly και φυσικά αυτών των «λάθος blues» που λέει και ο Nicola Cereda των Circo Fantasma, ακούστε αυτόν τον δίσκο οπωσδήποτε!

Movie Star Junkies
A Poison Tree
Voodoo Rhythm records
2010

Μετά το Melville που έστω και κάπως καθυστερημένα έπεσε σαν βόμβα στα ταλαιπωρημένα αυτιά μας, και αρκετά singles και συμμετοχές εδώ και εκεί, έφτασε η ώρα για τον δεύτερο μεγάλο δίσκο των Junkies, που ευτυχώς αυτή την φορά μπορούμε να τον ακούσουμε στην ώρα του, φρεσκοκαπνισμένο από το ντουμάνι του στούντιο και μόλις τοποθετημένο στα ράφια (και σε LP).
Την περίοπτη θέση του Herman Melville στην βιβλιοθήκη και το μυαλό του τραγουδιστή και οργανίστα τους Stefano, την κατέχει αυτή την φορά ο William Blake και Tα τραγούδια της πείρας από όπου και μας δίνουν και μια φοβερή μελοποίηση του A Poison Tree, τέτοια που αν φτιάχναμε τώρα το αφιέρωμα στα ποιήματα που έγιναν τραγούδια με τον Μπαντίνι (τον νου σου!)  η Β πλευρά σίγουρα θα άνοιγε μ’ αυτό.
Πριν και μετά από αυτό, στα υπόλοιπα επτά κομμάτια του δίσκου, οι Junkies στήνουν την δική τους Λουπερκαλιανή παγανιστική γιορτή προς τιμήν του θεού Φαύνου, και κατ’ επέκταση του Πάνα, όχι όμως μέσα σε μια παρθένα φύση αλλά στην βούρκο και τον οχλοβοή της μεγαλούπολης.  
Έτσι είναι φυσικό η μουσική της γιορτής να μην ακούγεται καθαρή και ανέγγιχτη σαν σοβαρή σύγχρονη παράσταση σε αρχαίο θέατρο, αλλά βρώμικη και μπάσταρδη σαν τους σκοτεινούς μύθους που με τα χρόνια και από στόμα σε στόμα αποκτούν όλο και πιο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του Κακού. 
Το γράσο από το γκαράζ που ξεκίνησαν τις πρόβες τους εξακολουθεί να απλώνει και να λερώνει τα πάντα γύρω του (κι ας είναι σαν σύνολο ο δίσκος ένα σκαλοπατάκι κάτω από το Melville), με συνέπεια ακόμη και κομμάτια που δεν είναι καταδικασμένα από γεννησιμιού τους να κοιτάνε τον έξω κόσμο μέσα από την κρύπτη όπως το Under the Marble Faun η το All Winter Long (ακόμη ένα τραγούδι που παρέλειψε ο Howard να πει πριν την κάνει…τρομερό.), αλλά κάλλιστα θα μπορούσαν να τον αγναντεύουν από την κορυφή, σαν το υπέροχο, ξεσηκωτικό, διεγερτικό των γοφών και άξιο απόγονο του Dead love rag, The Walnut Tree, να μείνουν καταδικασμένα να αντηχούν σε χαμηλοτάβανα κακοφωτισμένα καταγώγια συνοδευόμενα απ’ τις κραυγές λίγων σεληνιασμένων και βαρεμένων φανατικών.
Δεν έχω πάει ποτέ στο Καταραμένο Σύνδρομο για να γνωρίζω από πρώτο χέρι αν πληρεί της παραπάνω προϋποθέσεις για ένα live των Movie Star Junkies, αλλά από κάτι φωτογραφίες που βλέπω, πείθομαι ότι στις 15 Οκτώβρη με τους Junkies στην σκηνή του δεν θα μείνει κανείς μας παραπονεμένος.