Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

The Wilderness



Η ερημιά του κόκκινου βράχου
θα γίνει η κατοικία μου.

Εκεί που ο άνεμος πριονίζει τους γκρεμούς
και πέφτει το χαλίκι σα βροντή
το νυχάτο θα κοιτάξω ήλιο
να σκίζει τα βράχια στα δύο.

Ο εφτάκλωνος κάκτος ποτέ του
κρασί δε θα ιδρώσει:
τα δικά μου αιμόφυρτα πόδια
θα παρέχουν το σήμα.

Ο βράχος λέει «Βάστα»,
Ο άνεμος λέει «Κυνήγα».
Ο ήλιος «Θα σου ρουφήξω
τα κόκαλα πριν σε θάψω».

text: Sidney Keyes (1922-1943) – The Wilderness, στα ελληνικά, “Η Ερημιά”, μετάφραση Κλείτος Κύρου.
music: Naked Prey – Space, And Then I Shot Everyone CD, ¡Epiphany! Records, 1995. 


Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Η Εκκλησία του Έλβις (Κεφάλαιο IV)


Το καμπανάκι του τέλους, συμβαδίζοντας με τα κελεύσματα της νέας εποχής και όχι με τον «παλιό καλό καιρό», το σήμανε ένα κινητό τηλέφωνο.
Ένα κινητό που ξεχάστηκε από την Φρίκη στο σπίτι της Κίκι, κι όπου η τελευταία με γατίσια ή και απλά γυναικεία, περιέργεια, ψάχνοντας τα αρχεία του, βρήκε το εξής φρικτό βίντεο!:  
Την κολλητή της, την Φρίκη, να παίρνει πίπα στον αιδεσιμότατο ο οποίος φορώντας την κατακόκκινη ρόμπα του, καθόταν αναπαυτικά πάνω στον άμβωνα...

Ω! Θεοί στους ουρανούς, Βασιλιάδες στη γη, και Διαόλοι κάτω από αυτή! Τι συμφορά!

Και επειδή την ίδια ακριβώς σκηνή, την είχε και η Κίκι στο κινητό της, με πρωταγωνιστές όμως τον αιδεσιμότατο –και πάλι ενδεδυμένο με την πυρίκαυστη πυγμαχική ρόμπα παρακαλώ, αν αυτό έχει κάποια σημασία- και την ίδια, το θεώρησε μεγάλη προστυχιά από μέρους της Φρίκης, το παλιοπουτανάκι, και έσπευσε να μοιραστεί το μυστικό με την έμπιστη της Κορίνα, η οποία όμως δεν είχε κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια, ούτε με κλειστό το στόμα, είχε κι αυτή με την σειρά της, στο δικό της τηλέφωνο τον αιδεσιμότατο –ας μη το κουράζουμε άλλο με τα ενδυματολογικά, την είχε λατρέψει τη ρόμπα του ο πατήρ, είναι προφανές- ν’ απολαμβάνει τις χαρές του άμβωνα, της ζωής και της επανάστασης με την βοήθεια των χειλιών της, έσκασε από το κακό της, πήδηξε ως το ταβάνι, της ήρθε ο ουρανός σφοντύλι που λέμε, και πήγε και τα ξέρασε όλα κλαίγοντας στην αδερφή της, την Μπέτυ-Σάρον, που όταν συνειδητοποίησε ότι η σωτήρια, στα όρια του θεϊκού, πίπα, που ο αιδεσιμότατος της είχε χαρίσει και βιντεοσκοπήσει επίσης, ενόσω αυτή γονάτιζε πάνω στο κασόνι του άμβωνα, ήταν για αυτόν, τον αιδεσιμότατο και αποκλειστικά δικό της, όπως τόσο λαθεμένα νόμιζε, αχ! η καψερή,  Σωτήρα, και παρά τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, λόγια της πίστης και αφοσίωσης του πούστη άντρα πανάθεμά τον, που της τα είπε ω! ποτίζοντάς την ω! τώρα το έβλεπε καθαρά, στερνή μου γνώση, με το σιχαμένο του το γάλα, και ω! τι ηλίθια που ήταν! τώρα το καταλάβαινε, τι βλαμμένη! είχε στεναχωρηθεί, είχε νιώσει ένοχη που τις ξέφυγε λίγο και λέρωσε την ρόμπα του, ήταν λοιπόν αυτά τα λόγια, αυτή η πίπα, όπως όλα όπως όλοι μας, απλά σκόνη στον άνεμο τελικά, ένα παλάτι χτισμένο στην άμμο, μια κάλπικη λύρα, μια μεγάλη χίμαιρα, ήταν... ένα προφυλακτικό πεταμένο στον υπόνομο... ήταν γαμώτο, για Αυτόν, ένα ακόμη χύσιμο του Σαββατόβραδου!

Όταν πλέον, μέσα από ποταμούς δακρύων που θα έκαναν ακόμη και τον Ιορδάνη ποταμό να μοιάζει με ρυάκι, το επεξεργάστηκε επαρκώς, όταν το συνειδητοποίησε σε όλη του την τρομαχτική έκταση, κι η καρδιά της έσπασε σε χίλια κι ένα κομμάτια, ε τότε, μεταλλάχθηκε από χαζοκόριτσο, αχ μικρή μου Μπέτυ, Μπέτυ-Σάρον, από κομπολογάκι για να περνάς την ώρα σου κύριε αιδεσιμότατε, σε αληθινή Μαινάδα! 
Το νου σου λοιπόν κύριε αιδεσιμότατε... πίσω έχει η αχλάδα την ουρά... το νου σου...

Τα είχα μάθει όλα αυτά, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, από την ίδια την Μπέτυ-Σάρον που μου είχε τηλεφωνήσει και ακουγόταν σε κατάσταση έξαλλη, γιατί «ο Σωτήρας» που πλέον είχε γίνει στα προδομένα χείλη της απλά «Ο Μαλάκας», δεν απαντούσε στις απανωτές κλήσεις της, και πως να απαντήσει σκέφτηκα, αφού εκείνη την ώρα απ’ όσο ήξερα, έκανε πράξη μαζί με τον Αληλούια τον ψαρά, τον Ψείρα και τον Σοφό από τους φίλους μας τους χασικλίδες, την ονειρεμένη παρτούζα του κοινοβίου του Yahowa με την φανέλα 13, χειροτονώντας δυο φοιτήτριες των καλών τεχνών που συγκατοικούσαν στον έκτο, και που για χάρη τους τον τελευταίο μήνα είχαν διοργανωθεί αρκετές πρωινές συνεδρίες-λειτουργίες, όπου οι ενδιαφερόμενες, είχαν εντυπωσιαστεί από όλο αυτό το καλλιτεχνικό, θρησκευτικό χάπενινγκ, που με μεγάλη επιτυχία και ακαταμάχητη γοητεία, όπως θα έχετε καταλάβει, παρουσίαζε ο αιδεσιμότατος.

Και είχαν εντυπωσιαστεί φυσικά, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, από την βαθιά ωριμότητα, τις άπειρες γνώσεις, τους κοσμοπολίτικους τρόπους, το λεπτό χιούμορ, την απαράμιλλη ευφράδεια, το εκλεπτυσμένο γούστο, και την φανταχτερή γκαρνταρόμπα του. 
Με είχε προσκαλέσει και μένα στο συμβάν, αλλά εγώ, να κατουρήσω δεν μπορώ με παρέα, που να πλησιάσω τα ανδραγαθήματα του Yahowa... οπότε...

Τα είχα μάθει λοιπόν τα νέα, και με το που έκλεισε η Μαινάδα την γραμμή, αψήφισα με αυτοθυσία και ηρωισμό τον πόνο των αυτιών μου, επακόλουθο της μανιασμένης συνομιλίας, και άρχισα να του τηλεφωνώ κι εγώ ξανά και ξανά και ξανά, δίχως καμία απάντηση φυσικά.
Θα είχε βγάλει το τηλεφωνικό καλώδιο, όπως συνήθιζε όταν ήθελε να δηλώσει ορθά κοφτά το «μην ενοχλείτε», εκείνες τις στιγμές που επικοινωνούσε με το Θείο, σκέφτηκα και σίγουρα, δεν είχα πέσει καθόλου έξω.

Όταν έφτασα στην πολυκατοικία του, ανέβηκα με το ασανσέρ στον έβδομο όπου μέχρις εκεί ακουγόταν οι λαρυγγισμοί του Fever, κι έπειτα με τις σκάλες, έφτασα στην είσοδο του δώματος, όπου χτύπησα το κουδούνι, βρόντηξα την πόρτα, χτύπησα ξανά το κουδούνι, κλότσησα την πόρτα, έριξα μπουνιά στο κουδούνι, έφτυσα στο κλειστό παντζούρι του παραθύρου, φώναξα δυνατά, απείλησα θεούς και δαίμονες, μα η μόνη απάντηση που πήρα, πέρα από τους λαρυγγισμούς του Έλβις, ήταν τα βογγητά της τελετής μύησης του αιδεσιμότατου, των ψαράδων, των χασικλίδων και των καλλιτεχνών, κάπου από το μέσα δωμάτιο.

Τραβήχτηκα στην άκρη του μπαλκονιού, που στην προκειμένη περίπτωση αποτελούνταν από ολόκληρη την ταράτσα της οικοδομής, κι άναψα τσιγάρο.

Στην τελική στ’ αρχίδια μου εμένα, δεν έτρεχε τίποτα... στο κάτω-κάτω, ένας απλός νεωκόρος, ένα παπαδοπαίδι που κουβαλάει το μανουάλια, ήμουνα... ή ακόμη καλύτερα, ένας ταπεινός καντηλανάφτης, να τι ήμουνα. Ένας γόνος φτωχής κι ανέντιμης οικογένειας... Χε!... Σιγά μη σκάσω...
Άσε τις Μαινάδες να χτυπιούνται και τους άλλους να πηδιούνται αγόρι μου, είπα στον εαυτό μου, κι ένιωσα ωραία με τη ρίμα μου.

Άκουγα το ροκ εν ρολ στο κρεβάτι μέσα απ’ τον ναό, αγνάντευα τον ήλιο που πυρωμένος σαν τους εκκλησιάζοντες μέσα, βούταγε στον Θερμαϊκό, το φεγγάρι που μόλις είχε σκάσει μύτη, λαμπερό κι έτοιμο για την βραδινή γιορτή, κάπνιζα και σιγοντάριζα τον δακρυσμένο Έλβις, στο Blue Moon που είχε τώρα ξεχυθεί από τα ηχεία. 

Το μυαλό μου κάλπαζε επιτέλους ελεύθερο, σαν τη γκαμήλα του βεδουίνου στην έρημο. Γαία πυρί μιχθήτω…

Κοιτώντας κάτω, όπως πέταξα τη γόπα, είδα την Κίκι τη Φρίκη την Κορίνα και αλίμονο! τη Μπέτυ, να πλησιάζουν βιαστικά την εξώπορτα της πολυκατοικίας, και πριν μπουν μέσα, να βγάζουν όλες από τις τσέπες των παλτών τους, φαλτσέτες και μαχαίρια, η Μπέτυ μάλιστα εμφάνισε και κάτι που έμοιαζε με υβρίδιο μπαλτά και γιαταγανιού! ακόμη αναρωτιέμαι καμιά φορά που να το είχε βρει δαύτο.

Με διαφορά δύο λεπτών κατέφθασε ξωπίσω τους, βλοσυρός κι αγριεμένος σαν τον Μπάτμαν που ζητά εκδίκηση, φανερά διψασμένος για αίμα, σαν αληθινή γιγάντια νυχτερίδα του Αμαζονίου, κι ο Νυχτερίδας.
Αυτός κρατούσε στο χέρι το μπιστόλι του γέρου του, που ήταν συνταξιούχος μπάτσος, ενώ πίσω του έτρεχε ασθμαίνοντας, λόγο φανερών περιττών κιλών, να τον προλάβει, ο Τσουλούφης, που πάντα εκτελούσε χρέη ορντινάντσας για τον καλό του φίλο, και ίνδαλμά του.

Το ξέρω... αυτή τη φορά, μάλλον θα έπρεπε να είχα μείνει.
Μα έφυγα.

Κατευθύνθηκα προς τις σκάλες, και παρ’ ότι τώρα έφταναν στ’ αυτιά μου, οι κιθάρες των Last Drive που διασκευάζοντας το Blue Moon, ξεχύνονταν μέσα απ’ τον ανίερο ναό, απειλητικές σαν Κασσάνδρες της έλευσης του επικείμενου ολέθρου, εγώ άρχισα να κατεβαίνω αργά τους ορόφους, σιγοσφυρίζοντας ανέμελος την σεληνιακή μελωδία, σαν να κατηφόριζα μια φεγγαρολουσμένη, κατάσπαρτη από την πιο πράσινη χλόη, ραχούλα.

Στον πέμπτο είδα το ασανσέρ ν’ ανεβαίνει και να με προσπερνά. Περίμενα λίγο στον δεύτερο να ξανακατέβει, και να πάρει τον δρόμο για πάνω πάλι, με τον Νυχτερίδα και τον Τσουλούφη στο κουβούκλιό του.

Στην εξώπορτα της οικοδομής κοντοστάθηκα κι άναψα τσιγάρο. Αφουγκράστηκα... Κλοτσιές σε ξύλο... μια πόρτα γκρεμίστηκε με πάταγο εκεί ψηλά... ακούστηκαν δυνατές φωνές... βρισιές, απειλές και κατάρες... σπασιμάτα γυαλιών... ακολούθησαν ουρλιαχτά και στριγκλιές. 
Έμοιαζαν σαν να έσφαζαν γουρούνια.

Θυμήθηκα τα λόγια του αγαπητού Δόκτορα Λουγκόζι, για τα βαριά περιστατικά. Πάντα εύστοχος ο δόκτορ μου στις υποθέσεις, πάντα εύστοχος... και όπως κι ο Έλβις, προφητικός.

Όταν είχα στρίψει από την γωνιά του περιπτέρου του κυρ-Εμπειρίκου, ακούστηκαν οι πυροβολισμοί.

 
ΤΕΛΟΣ


Κλικ εδώ για το Κεφάλαιο Ι
Εδώ για το Κεφάλαιο ΙΙ
Κι εδώ για το Κεφάλαιο ΙΙΙ



Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Η Εκκλησία του Έλβις (Κεφάλαιο ΙΙΙ)


«Φίλε, αν και μοχθήσαμε πολύ κι αγωνιστήκαμε ακόμη περισσότερο, ως τώρα, όπως βλέπεις, επικρατεί στασιμότητα στην υπόθεση. Πως να το πω... βαλτώσαμε, συμφωνείς;».

Συμφώνησα.

«Το σκέφτηκα καλά...». Έκανε μια μεγάλη παύση, τόση που ήμουν σίγουρος, κι ανυπομονούσα ότι θα μου προτείνει να το διαλύσουμε οριστικά.
«Κοίτα... η υπόθεση είναι μυστική με την αρχαία έννοια... είναι ένα χρέος που έχω... που έχουμε... ιερό... χρέος σε μας τους ίδιους, αλλά και στον κόσμο ολόκληρο...».

Κούνησα το κεφάλι μου πάνω κάτω, σε κείνες τις συνθήκες, δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο.

«Δεν θέλω να την κοντύνω, να την εκχυδαΐσω... καταλαβαίνεις... να τη φτηνύνω με διαφήμιση, να την ευτελίσω με υποκρισία και δημόσιες σχέσεις, με κόσμο που έτσι κι αλλιώς δε μπορεί να νιώσει».

Μουχχχούου.

«Εμείς χρειαζόμαστε προσύλητους σαν κι αυτούς που ήρθαν ήδη, που βρήκαν τον δρόμο ψηλαφητά μέσα στη νύχτα του κόσμου, ανθρώπους που δεν θέλουν να είναι ένα ακόμη τούβλο στον τοίχο, μα πάλλονται από επιθυμία να γίνουν οι ίδιοι μια ρωγμή απ’ όπου θα εισχωρήσει το άπλετο φως, στον μακάβριο τοίχο του ζόφου που μας περικλείει».

Τι να πω... ότι και να πω τώρα, ότι και να έλεγα εκείνη τη στιγμή θα ήταν λίγο, και δεν νομίζω να βρεθεί κάποιος από τους αναγνώστες που θα διαφωνήσει.
Συνεχίζω όμως την εξιστόρηση... αιδεσιμότατος σπίκινγκ:

«Αυτό που μας λείπει, γιατί σε όλα είμαστε άψογοι απέναντι στην πίστη και τον Βασιλιά, απέναντι στις ενδόμυχες βουλές του, στον πανίσχυρο, μα σπλαχνικό Νόμο του, αυτό που μας λείπει, άκου με που σου λέω μαν, είναι οι γυναίκες!

Είμαστε σαν καψιμί που να πάρει! Θυμίζουμε ώρες-ώρες κωλομπάτσελορ πάρτι... πιφ... το σκεφτόμουν απ’ την αρχή αλλά με τον πυρετό της προετοιμασίας κι ύστερα με τις εβδομαδιαίες ανάγκες της λειτουργίας, το αμέλησα... δε βοηθάς κι εσύ λίγο... μόνο δίσκους ξέρεις ν’ αλλάζεις, και να πίνεις μπίρες!», με επέπληξε κοιτώντας με αυστηρά, και μαζεύτηκα σαν δαρμένο σκυλί.

Αιδεσιμότατος είναι αυτός... ποτέ δεν ξέρεις τι κακό μπορεί να σε βρει ξαφνικά από κάτι τέτοιους τύπους...η Ιστορία όπως σίγουρα γνωρίζουν οι φιλομαθείς, βρίθει ανάλογων στυγερών περιστατικών... 

Έτσι μου ήρθε να πεταχτώ πάνω και να βαρέσω μια τρανταχτή προσχή! να σειστεί ο ναός... να ξελαρυγγιαστώ σε ένα «Μάλιστα κύριε Αιδεσιμότατε, διατάξτε!».
Κρατήθηκα όμως... δεν ξέρω πως θα το έπαιρνε... είναι και μυστήριος...

«Έχουμε ανάγκη το θηλυκό στοιχείο, και ποιος δεν το έχει, σκέψου λίγο και τον Βασιλιά... Χρειαζόμαστε οπωσδήποτε και επειγόντως γκόμενες στο ποίμνιο... και όλα θα πάνε καλά μετά... διάολε, άκουσέ με... γιατί κανείς δεν μ’ ακούει; έχω τόσο κουραστεί… εκπέμπω ένα σήμα… ακούει κανείς; ακούστε γαμώτο τον παππού και δεν θα χάσετε! ... το έχω μελετήσει, ξέρω γω... νομίζω τελικά ότι μόνο ο Νυχτερίδας με καταλαβαίνει».   

Και έτσι μια όμορφη, καλοκαιρινή και προπαντός, μοιραία βραδιά, έσκασαν μύτη οι γκόμενες...

Οι δύο, η Μπέτυ-Σάρον όπως μας συστήθηκε και η Κορίνα, ήταν αδερφές, σχεδόν δίδυμες, ανιψιές του Νυχτερίδα, του «αρχηγού» των ροκαμπιλάδων.
Γόνοι καλής, πλούσιας μα έντιμης βεβαίως, οικογενείας, και κάτοικοι ακόμη καλύτερης συνοικίας, έκαναν μια εντυπωσιακή εμφάνιση με το φαντεζί ροκαμπίλι στυλάκι τους, μια ανεπανάληπτη υπερπαραγωγή, μια συμβολική αναπαράσταση των γνωστότερων θηλυκών του είδους σε δύο διαφορετικές εκδοχές, ξανθού και μελαχρινού, προσεγμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια, από την κορφή ως τα νύχια, ο ορισμός του φάσιον βίκτιμ σαν να λέμε, και είχαν όμως, μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό, στον παλιό στα κόλπα, θείο τους Νυχτερίδα, γιατί αυτός τις είχε μυήσει στη μαγεία του ροκ εν ρολ.

«Κοντά τα σάλια σας και ακόμη περισσότερο, τα χέρια σας» μας είχε προειδοποιήσει ο θειός τους, μαρσάροντας μέσα από τα δόντια του όταν μας ανακοίνωσε την επικείμενη άφιξή τους, και δεν είχαμε κανέναν απολύτως λόγο να τα μακρύνουμε και τα σάλια μας και τα χέρια μας, βλέποντας την νυχτεριδοντουλάπα που μας απειλούσε, να είναι έτοιμη να πέσει πάνω μας σαν μαύρος ουρανός, και να μας πλακώσει.

Αυτό φυσικά δεν αφορούσε τον αιδεσιμότατο, στον οποίον ο θείος έτρεφε μεγάλη εκτίμηση, και είχε απεριόριστη εμπιστοσύνη.
Ο Νυχτερίδας ήταν σίγουρα ο πιο τακτικός και πιο πιστός απόλους, και έκανε αυτή τη θυσία, να καλέσει δηλαδή τις ανιψιές του, μόνο για χάρη του αιδεσιμότατου -που του το είχε θέσει είν αλήθεια, πολύ διακριτικά έπειτα από έμπιστες πληροφορίες που πήρε απ τον Σοφό, όπως έμαθα αργότερα- και της υπόθεσης, στην οποία είχε πιστέψει και αφοσιωθεί, ψυχή τε και σώματι.

Μαζί όμως με τις ανιψιές και προς μεγάλη ευχαρίστηση και τέρψη πασών των πιστών, εμφανίστηκαν η Κίκι και η Φρίκη, που ήταν φίλες τους, αν και αυτές ήταν γοτθικών αποχρώσεων και αποκλίσεων, είχαν πάντως, την ίδια μακρινή απόσταση σε ύψος, του μυαλού από το υπόλοιπο κεφάλι τους.
Πράγμα διόλου παράξενο, μιας και καμία από τις τέσσερις δεν ήταν άνω των είκοσι χρονών. Η μικρότερη δε, ήλπιζα να έχει αφήσει πίσω της, έστω και πρόσφατα, τα δεκαοκτώ.

Αραιά και που, έφερναν μαζί τους και καμιά άλλη από τις πολυάριθμες φίλες τους, αλλά από αυτές, όπως και οι απλοί λάτρεις του ροκ εν ρολ προηγουμένως, καμιά δεν ξαναπάτησε για δεύτερη φορά στο κονάκι μας. «Γιατί άραγε;», είχε την απορία ο αιδεσιμότατος...

Αντιθέτως, οι τέσσερίς τους, έγιναν μόνιμες θαμώνες του ναού τα Σαββατόβραδα, και την αμηχανία της πρώτης φοράς, με τα βηξίματα και τα ξερά και αγχωμένα χάχανα του ανδρικού πληθυσμού, τη διαδέχτηκαν κελαρυστά γέλια, τολμηρές διαχύσεις, χοροί και χαρές Ευαγγελίων, υπό το αυστηρό βλέμμα και την ασταμάτητη επίβλεψη πάντα βέβαια, του κέρβερου Νυχτερίδα, που ήταν όμως, κι αυτός χαρούμενος γιατί βοηθούσε, έβαζε κι ο ίδιος το λιθαράκι του, για την αίσια έκβαση της μεγάλης υπόθεσης.

Ο αιδεσιμότατος δε, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας... ο ερχομός των νεαρών υπάρξεων έφερνε έναν αέρα αισιοδοξίας στον ναό, έναν άνεμο αναζωογονητικό, ανοιξιάτικο, μυρωμένο από απόκρυφους ψιθύρους κι υποσχέσεις, προμηνούσε την αναμφίβολη εμφάνιση καλύτερων ημερών, και προπαντός νυκτών, στον ορίζοντα...

Η πυραμίδα του merch είχε αρχίσει ως δια μαγείας να ρολάρει, οι Βεργίνες είχαν αντικατασταθεί με Τζακ Ντάνιελς και Σάουθερν Κόμφορτ, με όλα τα καλούδια μιας βασιλικής ευωχίας. 

Στη λειτουργία είχε ενσωματώσει χορευτικές φιγούρες και γκόσπελ στοιχεία, με το κορτισομάνι να του κάνει τα δεύτερα φωνητικά και τους ψαράδες να βαράνε ταμπούρλα, καθώς μάλιστα, εκφωνούσε το πύρινο κήρυγμά του, κουνούσε τα χέρια του στον αέρα με απαράμιλλο στυλ κι αυτοπεποίθηση, λες και απευθυνόταν σε ένα πλήθος χιλιάδων πιστών, που ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αυτοχειριαστούν ομαδικά με ένα του μόνο νεύμα.

Διάνθιζε τις ατάκες με ένα συχνό, επαναλαμβανόμενο «Μπράδερς εντ σίστερς!» παλλόμενο από πάθος που ξεσήκωνε το εκκλησίασμα, όταν δε έβγαζε την κατακόκκινη ρόμπα του πυγμάχου με την οποία τελευταία, έκανε την εμφάνισή του στην αρχή της λειτουργίας, ήταν πια φανερό ότι είχε ράψει καινούργιο, τσίλικο κουστούμι με μαφιόζικη κάθετη ρίγα, είχε παραγγείλει ζεβρέ πουκάμισο, γραβάτα με ζωγραφιστές νεκροκεφαλές, και λεοπάρ παπούτσια Creepers, ενώ επίσης, είχε περάσει  τις βλεφαρίδες του με άιλάινερ, είχε φορέσει γυαλιά από ταρταρούγα, και ναι, όπως παρατήρησα στο φως της μέρας μια φορά που πέρασα από τον ναό το πρωί να αφήσω κάτι ξηροκάρπια που μου είχε παραγγείλει για την βραδινή λειτουργία, είχε βάψει τα μαλλιά του, και στην θέση της ως χθες κοντοκουρεμένης κόμης του, είχε μόλις αρχίσει να φυτρώνει ένα νιογέννητο τσουλουφάκι... όπως τις παλιές καλές μέρες μααααν.

Ώσπου, έφτασε ένα Σάββατο, που ο αιδεσιμότατος είχε γίνει στα χείλη της Μπέτυς «ο Σωτήρας», στο κήρυγμά του, μαζί με όλα τα προαναφερθέντα εδάφια ιερών βιβλίων, εμφανίστηκαν ξαφνικά αποσπάσματα από τις 120 μέρες στα Σόδομα και το Άσεμνο ημερολόγιο μια νεαράς δεσποινήδος, ο Έλβις στα ηχεία με κάποιον τρόπο ακουγόταν πιο λάγνος κι απ το Μπάρι Γουάιτ, να μα την παναγία, τα φώτα είχαν χαμηλώσει, ο Νυχτερίδας μαζί με την ομήγυρη των χασικλίδων είχε μαστουρώσει κάργα, και είχε νταγκλάρει σε μια γωνιά, συνομιλώντας σιωπηλά με το άπειρο και δείχνοντας σίγουρα ευτυχισμένος, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στις νεαρές συλφίδες, που προτιμούσαν την χημεία από την φυσική, και φαινόντουσαν να βρίσκονται σε έκσταση έχοντας σαν υπνωτισμένες, καρφωμένα τα μάτια τους, στον απεσταλμένο του Βασιλιά πίσω απ’ τον άμβωνα, τα βαριά περιστατικά έσφιγγαν τα χείλη τους, κάπνιζαν, φυσούσαν ξεφυσούσαν, o κυρ-Εμπειρίκος και ο Προπό ξερογλείφονταν πιάνοντας που και που τα αχαμνά τους, κι εγώ ίδρωνα σαν χαμάλης πάνω από τα ντέκς, όπου στριφογύριζε το Heartbreak Hotel, έριχνα κλεφτές ματιές στον Σμόκι που μας κοιτούσε ανέγγιχτος, αδιάφορος κι αγέρωχος, καθισμένος πάνω στο ηχείο, και αναρωτιόμουν αν όλο το πράμα θα κατέληγε στο τέλος, σε μια παρτούζα, αντάξια του θρυλικού κοινοβίου των Ya Ho Wa 13.

Όμως δεν κατέληξε εκεί. 

Η βραδιά για όλους, πλην του αιδεσιμότατου και κάποιου εκ των θηλυκών όπως φάνηκε αργότερα, τελείωσε απλά με ξερατά στη λεκάνη του σπιτιού τους, εκεί που τα πρωινά ακούγεται συνήθως η μουρμούρα του Constipation Blues, ή στην καλύτερη περίπτωση, με μια παχιά που λέρωσε τα σεντόνια του κρεβατιού τους.

Κάπου εδώ, το επόμενο πρωί, ίσως και κάμποσο νωρίτερα, θα έπρεπε αν όχι να έχω φωνάξει του μπάτσους, τουλάχιστον να ειδοποιήσω τους γονείς των κοριτσιών και να την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια, σαν λαγός στο λιβάδι. 

Κι όμως, δε φώναξα κανέναν, δεν ειδοποίησα κανέναν, κι έμεινα και πάλι. 


Συνεχίζεται...


Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Η Εκκλησία του Έλβις (Κεφάλαιο ΙΙ)



Σε λίγο καιρό και με πολλή δουλειά, ο οίκος του Βασιλιά εν Ελλάδι, η Ανατολική Αποστολική Εκκλησία του Έλβις ήταν γεγονός!

Το δώμα, το ακίνητο του Ελάιτζα, που δικαιωματικά, είχε αυτοχρισθεί και μετονομαστεί πλέον, σε αιδεσιμότατος Ελισαίος, είχε μεταμορφωθεί σε ναό με τα όλα του για τις ανάγκες των περιστάσεων.

Βινύλια καρφωμένα, εξώφυλλα δίσκων του Βασιλιά, δύο κιθάρες χιαστί, απομιμήσεις Kay και Gibson J-200, και μερικές εικόνες απόλη την μακρά διαδρομή του, κοσμούσαν τους τοίχους. Παιδικά χρόνια, ευτυχισμένες μέρες στο στούντιο της Sun, πάνω στην σκηνή, η χαρακτηριστική φωτογραφία στον στρατό, τα ύστερα χρόνια των πολλών κιλών και των μεγάλων φαβοριτών...

Σε περίοπτη θέση φυσικά, και ο Απόστολος Παύλος της νέας θρησκείας, το πορτρέτο του συνταγματάρχη Πάρκερ, όπως επίσης και ένας ιατρικός ανατομικός σκελετός, σε φυσικό μέγεθος, κρεμασμένος απ το ταβάνι, με «βασιλικό» χτένισμα στο κεφάλι του, κι... ένα τρίφυλλο στο στόμα του, ιδέα της τελευταίας στιγμής, καίρια αισθητική παρέμβαση του αιδεσιμότατου.

Μαζί με αυτά, και για να δοθεί ένας μυστηριακός τόνος, είχαν απλωθεί άτακτα στον χώρο, διάφορες αφρικάνικες μάσκες, μπιχλιμπίδια, ξυλόγλυπτα της φυλής των Φάζυ Γουάζυ, ταμπούρλα, τόξα, ακόντια, τζεκούρια και άλλα όπλα, αρκετά σκαμνάκια της ζούγκλας, καθώς και δύο επιβλητικά είδωλα των Γουασεγκούχα, που είχε φέρει ο Ελάιτζα από τα αλλεπάλληλα ταξίδια του στη Μαύρη Ήπειρο, όταν ακόμη ζούσε η θειά του και μπορούσε να της ξεκοκαλίζει τη σύνταξη για τέτοιους ευαγείς σκοπούς, συμπλήρωναν την επιβλητική διακόσμηση.

Στην ταράτσα, ειδική παραγγελία που μας κόστισε αρκετά, αλλά ο αιδεσιμότατος επέμενε πως ήταν απαραίτητος και χαλάλι, ένας τρίμετρος Έλβις σαν μπαλόνι, όπως αυτά που βάζουν έξω από σούπερ μάρκετ ή πολυκαταστήματα, που τον φυσούσε δυνατός αέρας από τα πέλματα των ποδιών κάτω, έτσι ώστε λικνιζόμενος σαν να χόρευε, δεξιά και αριστερά, κουδουνίζοντας κάθε τόσο και την μικρή καμπανούλα που κρεμόταν απ΄ το τσουλούφι του, έδινε τον τόνο, καλώντας από απόσταση, τους ρομαντικούς και ονειροπαρμένους διαβάτες που είχαν το συνήθειο να κοιτάζουν ψηλά. Αυτό άλλωστε το κομμάτι του πληθυσμού, ήταν και ο στόχος μας.

Οι πρώτοι πιστοί μας ήταν δύο μεσήλικες, αργόσχολοι, παλαβοί με το ψάρεμα, ο Αληλούιας και ο Πιστεύω, που τους τσιμπήσαμε και τους προσηλυτίσαμε με πολύ κουβέντα και αερολογία στη νέα παραλία η οποία απείχε λίγα μέτρα απ’ τον ναό, και τ’ απογεύματα βολτάραμε συχνά εκεί γύρω, ν’ ανοίξει το μάτι μας.

«Μια σοβαρή εκκλησία για να έχει προοπτική, πρέπει πάντα να ξεκινά με ψαράδες», δήλωσε βαρυσήμαντα ο αιδεσιμότατος, και μεταξύ μας, ποιος θα μπορούσε να του φέρει αντίρρηση σ’ αυτό του το επιχείρημα; πάντως σίγουρα όχι εγώ.

Έπειτα παρακινημένη μάλλον από τον μπαλονάτο Έλβις της ταράτσας, άρχισε να συρρέει η αφρόκρεμα των ακαμάτηδων της γειτονιάς.

Ιδού λοιπόν, στο κατώφλι του ναού, ο Σοφός, ο Λας Βέγκας, ο Φιλάρας, και ο Ψείρας.

Οι δύο πρώτοι παλιοί συμμαθητές του πατήρ Ελισαίου, όλοι τους άεργοι, αποσυρμένοι από τα μάτια της κοινωνίας χασικλίδες, που ζούσαν παρασιτώντας, είτε μασουλώντας τη σύνταξη των γέρων τους, είτε από ενοίκια ακινήτων –όσες κατάρες κι αν εισέπραττε απ’ τα χείλη τους ο ένφιας κι όλο του το σόι, όλο και κάτι έμενε στη τσέπη, άσε που τελευταία είχανε μάθει και το αίρμπιενμπι-, είτε και με συνδυασμό αυτών των δύο, και είχαν άπαξ δια παντός, εξουδετερώσει το μύθο του «Βουνό με βουνό δε σμίγει», και ενδυναμώσει αποφασιστικά, την ρήση που λέει «Η ισχύς εν τη ενώσει».

Παράλληλα σχεδόν, προσυλητίστηκαν ο Δεκατλία, ο Πιστεύω, και ο Καντήλας, τρία διαφορετικά μα εξίσου βαριά ψυχιατρικά περιστατικά –αν και ο Δρ. Λουγκόζι που παρευρέθηκε, από καθαρό επιστημονικό ενδιαφέρον όπως είπε, σε μια και μοναδική συνεδρία κατόπιν δικής μου πρόσκλησης, υποστήριζε ότι όλοι, πρωτοστατούντος του αιδεσιμότατου, ήμασταν τέτοια, βαριά περιστατικά- πασίγνωστα σε ολόκληρη την συνοικία και πέρα από αυτή για τα ευτυχώς μέχρι τώρα, άκακα μα κινηματογραφικά κατά καιρούς, καμώματά τους.

Μη χάνοντας την ευκαιρία, είδε φως και μπήκε, ήρθε και ο κυρ-Εμπειρίκος, ο περιπτεράς του τετραγώνου, που μόλις είχε χωρίσει την γυναίκα του, που τον κεράτωνε όπως κατάλαβε κάπως αργά, περί τα εικοσιπέντε χρόνια με τον κουμπάρο, (πράμα που μπορεί να σημαίνει μεταξύ άλλων και: τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά;) και ήθελε να ξεχάσει και να ξεσκάσει ο κακομίτσης, ήρθε και ο Προπό, το γεροντοπαλίκαρο ο φίλος του, που την έβγαζε όλη μέρα μαζί του στο περίπτερο, ξεφυλλίζοντας τις αθλητικές εφημερίδες, με κάποιες στάσεις από την σκληρή δουλειά, για να πάει να παίξει στοίχημα στο προποτζίδικο απέναντι, όλοι αυτοί, βρήκαν μια ζεστή, θαλπωρική γωνιά στα χειροποίητα, ξύλινα στασίδια της εκκλησία μας.

Μετά έσκασαν συστημένοι από τον Σοφό που είχε διατελέσει στα νιάτα του επίτιμο μέλος της κοκοράτης φυλής, μια παρέα παλιών βαρεμένων ροκαμπιλάδων – η πολυετής πείρα μου, με έχει διδάξει ότι μονάχα οι χεβιμεταλάδες προσπερνούν τα ροκαμπίλια σ’ αυτό που λέμε «βαρεμένος» - αυτοί οι ροκαμπιλάδες λοιπόν, το είχαν γυρίσει μετέπειτα, με το που τους ήρθε δηλαδή κατακούτελα η κρίση, σε σκίνχεντς, όμως δεν άργησαν να σιχαθούν εντελώς τον ναζισμό, και έψαχναν κάτι πιο κοντά στις ρίζες τους, που να είναι όμως φρέσκο και αναζωογονητικό.

Καλύτερα στου Έλβις την εκκλησία παρά στων ναζιστών τη συμμορία, ήταν το σύνθημά τους.
Από την άποψη αυτή, η εκκλησία μας επιτέλεσε έστω και για μια φορά, ένα θεάρεστο, πραγματικά έργο.

Νυχτερίδας, Τσουλούφης, Πάπας, Πατέρας, και Τούρνας ήταν τα παρατσούκλια τους, που μόνο τέτοια αναφέρονται σε όλη αυτή την ιστορία, για ευνόητους, όπως θα δούμε παρακάτω, λόγους.

Σε κάποιες φάσεις μας επισκέφτηκαν και δύο-τρεις απλοί, ρομαντικοί λάτρεις του παλιού ροκ εν ρολ που δεν ξέρω πως μας έμαθαν μιας που δεν είχαμε κάνει, κι ούτε σκοπεύαμε, απολύτως καμιά διαφήμιση, μάλλον με αυτό που λέμε, «από στόμα σε στόμα» θα ήρθαν, όμως αποχώρησαν όλοι διακριτικά στην πρώτη κιόλας συνεδρία, μιας που η ιδιάζουσα ατμόσφαιρα της εκκλησίας μας, τους έπεφτε μάλλον βαριά.

Οι πιστοί που παρέμειναν πάντως φαινόταν ότι περνούσαν καλά...

Μαζώξεις γινόταν σχεδόν κάθε βράδυ, τις καθημερινές όλο και κάποιος πέρναγε να πει ένα γεια, να πιει μια μπίρα και να μιλήσει επί παντός επιστητού και πάντως όχι για τον Έλβις, ούτε για τίποτε θρησκευτικά... συνήθως.

Το μεγάλο πανηγύρι όμως, γινόταν κάθε Σάββατο.  

Εκείνη τη μέρα, αργά το απόγευμα, με την ηχητική συνοδεία του Tupelo που έπαιζε δυνατά στα ηχεία, και ανάμεσα σε χειροκροτήματα και ιαχές, ο αιδεσιμότατος έκανε την είσοδό του στο ναό, φρεσκοξυρισμένος με αφράτο δέρμα και πλούσια φαβορίτα, ντυμένος πάντα κατάλληλα για την περίσταση, με επίσημο, σκούρο κουστούμι και λευκό κολάρο, έπαιρνε τη θέση του πίσω από αυτοσχέδιο άμβωνα, δηλαδή πίσω από το ογκώδες έπιπλο μιας παλιάς ραπτομηχανής Σίνγκερ, κληρονομία κι αυτή της θειάς του, που στην βάση της είχαμε τοποθετήσει ένα αναποδογυρισμένο, άδειο κασόνι από μπίρες, καλωσόριζε ευγενικά τους προσύλητους και μαθητές, όπου στην αρχή υπήρχε σχεδόν πάντα απαρτία, και φανερά συγκινημένος, άνοιγε ένα μεγάλο τετράδιο ντυμένο εξωτερικά με ανθρώπινο –όπως υποστήριζε- δέρμα, και με την Στεντόρεια και βαρύτονη φωνή του, εκφωνούσε κάθε φορά κι ένα δυσοίωνο λογύδριο που είχε ετοιμάσει προσεκτικά ολόκληρη την περασμένη βδομάδα.

Ένα λογύδριο που αποτελούνταν από μια συρραφή αποσπασμάτων της Καινής και Παλιάς Διαθήκης, της Θιβετιανής Βίβλου των Νεκρών, των προφητειών του γέροντα Παϊσιου, του τελευταίου λόγου του Τζιμ Τζόουνς στη Γουιάνα, του Νεκρονομικόν του Τρελού Άραβα Αμπντούλ Αλχαζρέντ, τετράστιχων του Ρουμπαγιάτ, των χειρογράφων του Μάνσον μέσα από τη φυλακή, διανθισμένα με διάφορες κατά καιρούς δηλώσεις και ατάκες του Έλβις, αλλά και τσιτάτα του αιδεσιμότατου, όπως εκείνα που μου είχε απαγγείλει τη μέρα που με έχρισε τιμητικά μάρτυρα και συνένοχο σ’ αυτή την υπόθεση.

Όλα αυτά με την, σε χαμηλή ένταση, μουσική υπόκρουση που φρόντιζα εγώ, να περιλαμβάνει δίσκους σαν το Elvis of Letters των Μπάροουζ και Βαν Ζαντ, το The Firstborn Is Dead του Κέιβ, το ομότιτλο και μοναδικό των Yodship, το The Wild Man του Χάσιλ Άντκινς, το Last Sermon At Jonestown του συναδέλφου, Αιδεσιμότατου Τζιμ Τζόουνς, και άλλα συναφή καλούδια.

Όταν τέλειωνε η ομιλία, ακολουθούσε υποτίθεται συζήτηση, πράγμα που σπανίως συνέβαινε, όταν όμως γινόταν τα αποτελέσματα ήταν πράγματι εκπληκτικά αν αναλογιστεί κανείς την ετερόκλητη σύνθεση του κοινού, που μπορεί κάποιες φορές να έφτανε και τον αστρονομικό αριθμό των δεκαπέντε ατόμων, αλλά συνήθως και για να μην κουράζουμε και να καλοπιάνουμε τους πιστούς, συνεχίζαμε με μουσική, με την αφεντιά μου και πάλι να εκτελεί χρέη ντι τζέι –αλλά και υπεύθυνου του πάγκου με το merchandise- αλλάζοντας άρδην ρεπερτόριο, και αφήνοντας τη βελόνα να κυλίσει στα αυλάκια κάποιου δίσκου του Βασιλιά, ή σε κάτι σχετικό, που κυμαινόταν από τον Έντι Κόχραν μέχρι τους Cramps.

Το ψυγείο φροντίζαμε να είναι γεμάτο από μπίρα, συνεισφορά όλων των πιστών, οπότε με το πέρασμα της ώρας και την ροή της μπίρας, η μαλακία και η καζούρα που πήγαιναν σύννεφο, αντικαθιστούσαν επάξια και έκαναν μη αισθητή, την απουσία της σοβαρής θρησκευτικής κουβέντας...

Το ζήτημα των εισφορών και των εσόδων πάντως, δεν πήγε και τόσο καλά, πράμα φυσιολογικό αν σκεφτεί κανείς τον αριθμό και το ποιόν του εκκλησιάσματος, αλλά ούτε οι πωλήσεις του merch  ήταν ικανοποιητικές παρ’ όλο που αποτελούνταν από διαλεχτά, πολύ φινετσάτα κομμάτια.

Κάτι χαριτωμένα, ορίτζιναλ κινέζικα μπρελόκ-κουκλάκια του Βασιλιά, ευτραφή με το άσπρο, εμβληματικό στα ύστερα χρόνια του, κουστούμι, επίσης ξύλινες μπάμπουσκες Έλβις, που άνοιγαν σε δύο κομμάτια, κάθε μια έκρυβε μέσα της μια μικρότερη κι αυτό επαναλαμβανόταν εφτά φορές, μπλουζάκια με στάμπα το έμβλημα της εκκλησίας μας, δηλαδή ένα χαρακτικό γέννημα της πανθομολογουμένως, καλλιτεχνικής φύσης του αιδεσιμότατου, που απεικόνιζε ένα αφαιρετικό τσουλούφι που στην κορυφή του τέλειωνε σε σταυρό, και τέλος, ένα CD συλλογή –δεν μας έβγαιναν τα φράγκα για βινύλιο- με τις επιλογές του αιδεσιμότατου απ’ όλο το ρεπερτόριο του Βασιλιά, με τύπωμα πάνω του επίσης το έμβλημα, εξώφυλλο ιλουστρασιόν, ένθετο με σημειώσεις και σχόλια για κάθε τραγούδι του πατήρ Ελισαίου, και όλα τα σχετικά, κυριλέ δουλειά, τα περισσότερα από τα τεμάχια όμως, σκονίζονταν στα ράφια, παρ’ όλες τις υποσχέσεις μας για αδρή ανταμοιβή αν τα έσπρωχναν στην οικογένεια, στους συγγενείς, σε γνωστούς κι αγνώστους, όπου μπορούσαν τέλος πάντων, με τη γνωστή και δοκιμασμένη μέθοδο της «πυραμίδας».

Και ή ίδια η υπόθεση πάντως, είχε αρχίσει να φθίνει μετά το πρώτο τρίμηνο, όπου ακόμη και οι πιο πιστοί από το ποίμνιο, που στην αρχή κοιτούσαν εμβρόντητοι μα, θα έλεγες γητεμένοι, τον αιδεσιμότατο, άρχισαν να βαριούνται το πολύ το κυρ ελέησον, το ίδιο κι εγώ, ακόμη κι ο πατήρ Ελισαίος εκτελούσε τα Σαββατιάτικα καθήκοντα του σχεδόν μηχανικά, μουτρωμένος κι ανόρεχτος.

Το μόνο που μας κρατούσε ήταν μάλλον το ότι δεν είχαμε τίποτε καλύτερο να κάνουμε, εκτός από κάτι καθημερινές που οι περισσότεροι προτιμούσαν να βλέπουν σπίτι τους ή σε κανένα καφενείο, Τσάμπιονς Λιγκ, και ίσως θα ήταν η καταλληλότερη ώρα να φύγω και να πάω να ψάξω αυτό το «τίποτε καλύτερο» και είχα αρχίσει να το σκέφτομαι πολύ σοβαρά, όταν ένα Σαββατόβραδο, αργά μετά τα μεσάνυχτα, την ώρα που το καθιερωμένο ιβέντ, ξεθυμασμένο από την αρχή σαν ανοιγμένη για πολύ ώρα μπίρα, είχε βαρέσει διάλυση, και όλοι σχεδόν είχαν αποχωρήσει, ο αιδεσιμότατος άφησε την παρέα των ροκαμπιλάδων που του ήταν η πιο πιστή, και όπου ως τότε γελούσε με τα χοντρά, σεξουαλικού περιεχομένου αστεία τους, με πλησίασε και μου είπε στο αυτί:  
«Μετά μη φύγεις, θέλω να μιλήσουμε».


Συνεχίζεται...


Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Η Εκκλησία του Έλβις (Κεφάλαιο Ι)






“We're caught in a trap
I can't walk out”


Suspicious Minds, Elvis.


Η υπόθεση, όπως την ονόμαζε ο Νυχτερίδας, είν αλήθεια τέλειωσε άσχημα, αλλά πριν σας πω ΠΟΣΟ άσχημα, το καλύτερο είναι να πιάσουμε και να ξετυλίξουμε το νήμα απ την αρχή... Να λοιπόν πως άρχισε:

Δουλειά δεν είχα εκείνον τον καιρό, την έβγαζα με κανένα μεροκάματο του ποδαριού, μπόλικη υπομονή και οικονομία, και ακόμη περισσότερα ζυμαρικά και όσπρια, έτσι, είχα περάσει να δω τον Ελάιτζα που λέτε, που ελαιοχρωματιστής γαρ, καθόταν και τα έξυνε κι αυτός σχεδόν ολόκληρο τον χειμώνα, σε ένα δώμα που του είχε μείνει κληρονομιά από μια θειά του, θεούσα, ένα γιαπί που εδώ και κάμποσα χρόνια αποκαλούσε «το ακίνητό μου», και το μαστόρευε και το ξαναμαστόρευε και όλο αυτό γιαπί έμενε, όταν, αφού πασίχαρης μου είπε ότι με έψαχνε, και ότι είχα φτάσει πάνω στην κατάλληλη ώρα, θαρρείς και είχα πέσει θεόσταλτος εξ ουρανού σαν μάννα, κι αφού έβαλε το Mystery Train να παίξει στο πικάπ, όντας μέγας θαυμαστής του Έλβις από τότε που τον ήξερα, όταν ακόμη φορούσε κοντά παντελονάκια, μου πρόσφερε ένα κουτάκι φτηνή, χλιαρή μπίρα, κι ανακατεύοντας αργά, όπως μόνο ο καλός ο μάστορας ξέρει, ένα κυπελλάκι με λαδομπογιά, έριξε την ιδέα.

Του είχε μιλήσει λέει, ο ίδιος ο Βασιλιάς το περασμένο βράδυ, το μακρύ βράδυ, ως την γκρίζα αυγή, του είχε μιλήσει με πάθος και αλήθεια για τα πάντα, ολόκληρη την λαμπρή διαδρομή απ το κοίτα-εκεί-πέρα-το-Τούπελο, τυλιγμένο σ ένα μαύρο σύννεφο, κάποιος θα περπατήσει στο Τούπελο, το Θηρίο καταφτάνει, η σπορά έγινε, τον Βέρνον και τη Γκλάντυς Λαβ, το Μέμφις, τις Συνάξεις του Θεού, το συνεργείο και το φορτηγό, ως τα στούντιο του Σαμ Φίλιπς, την έλευση του συνταγματάρχη, τη δόξα και τη δύναμη, το θρυλικό κούρεμα του στρατού, την Πρισίλα και τη Λίζα Μαρί, τα στούντιο του Χόλιγουντ, το Λας Βέγκας και τη Χαβάη, την Γκρέισλαντ, την κατάθλιψη, τα χάπια, τον υποτιθέμενο θάνατό του, την προσωπική του ανάσταση κι ανάληψη, τη ζωή στ αστέρια τη ζωή εν τάφω και τη ζωή ινκόγκνιτο, την αέναη συγκομιδή.  

Όχι, όχι, δεν τον είχε πάρει τηλέφωνο, αν και σίγουρα θα μπορούσε, όμως... πως να μου το πει... ήταν μια συνομιλία μυστική, υπερβατική, με κάποιο τρόπο μαγική, μεταφυσική, αλλά δεν έπαυε λέει, να είναι πραγματική, συγκλονιστική όπως η Επί του όρους ομιλία, θα έλεγε –ο Ελάιτζα- αν δεν κινδύνευε να χαρακτηριστεί ιερόσυλος από τους κακεντρεχείς, ελπίζοντας να μην ανήκω σ αυτούς, και να μην προδώσω την εμπιστοσύνη που μου έδειχνε αυτή την στιγμή εκμυστηρευμένος ένα τόσο σημαντικό ζήτημα.

Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση τον διαβεβαίωσα, και άρχισε σιγά-σιγά να μπαίνει στο ψητό με περίσσιο ενθουσιασμό.

Και μιας που ανέφερε την ομιλία στο όρος, συνέχισε με συνωμοτικό ύφος, θυμήθηκε λέει τον Χάπγκουντ, που στην ερώτηση του δικαστή, για το ποιος είναι ο λόγος που ένας άνθρωπος με τα δικά του προσόντα –γιος βιομηχάνου και απόφοιτος του Χάρβαρντ μεταξύ των άλλων- έγινε σοσιαλιστής, ο Χάπγκουντ λοιπόν απάντησε

«Ο λόγος; Μα εξαιτίας της Επί του όρους ομιλίας, φυσικά, κύριε», έτσι και αυτός είπε ο Ελάιτζα, μεταμορφώθηκε εκ βάθρων, από το προηγούμενο βράδυ που άκουσε αυτή την αποκαλυπτική μα γλυκιά ομιλία του Βασιλιά, που την έκλεισε λέει, με το Love Me Tender ερμηνευμένο ακαπέλα, σχεδόν ψιθυριστά στο αυτί του...

Στο τέλος, ήταν Εκείνος που το είχε προτείνει, και τώρα αυτός, ο φίλος μου, με έχριζε τιμητικά μάρτυρα, σύντροφο, συνένοχο και συνέταιρο:
Να ιδρύσουμε λέει την πρώτη στην Ελλάδα, και δη στην Θεσσαλονίκη, Εκκλησία του Έλβις! Και μη γελάς ρε μαλάκα! συνέτισε την αυθάδειά μου, μαλώνοντας με.

«Να ψάξουμε να βρούμε και να φέρουμε κοντά μας, αυτό το 4% ,ίσως και παραπάνω, που σίγουρα θα υπάρχει και εδώ, όπως στην Αμερική, όπως σε ολόκληρο τον κόσμο και το σύμπαν, που δεν έχει χάσει την πίστη του, και συνεχίζει να μαρτυρεί ακόμη, όπως κι εγώ, όπως κι εσύ, ακόμη και μέσα στη φωτιά, ότι ο Βασιλιάς είναι ζωντανός γαμώτο! Ούτε πέθανε ποτέ κι ούτε ξεχάστηκε!

Κι όχι μόνο αυτό, όχι μόνο, αλλά όπως και το παιδί του, το ροκ εν ρολ, δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ! Ας το βάλουν καλά στο μυαλό τους όλοι αυτό...
Είναι πολύ περισσότερα στην εικόνα άνθρωπε μου, απ’ όσα πιάνει το μάτι!» δήλωσε ορθά κοφτά ανεμίζοντας απειλητικά στον αέρα την σφιγμένη του γροθιά, με μια ανησυχητική γυαλάδα, σαν να τον συντάρασσε ένα κύμα διαλείποντα πυρετού, στο δικό του μάτι.

 Ο Σμόκι, η γκρι γάτα του, νιαούρισε παραπονιάρικα, ο Ελάιτζα όμως απτόητος...

«Αυτό το 4% είναι η μαγιά - εδώ άλλοι, ονόματα ας μη πούμε, από το 3.5% έγιναν πρωθυπουργοί! – με τις κατάλληλες συνθήκες, και ποιες καταλληλότερες απ ότι οι σημερινές εδώ που τα λέμε, συνθήκες πόλωσης και αναταραχής, συνθήκες βρασμού ψυχής, με τον ουρανό κόκκινο να μας στέλνει ανησυχαστικά προμηνύματα, συνθήκες όπου αυτό το χαμηλό, εκ πρώτης όψεως είναι η αλήθεια ποσοστό, μπορεί γρήγορα να γίνει άνεμος σαρωτικός, που θα πάρει και θα σηκώσει, που θα φουντώσει την σπίθα σε πυρκαγιά, πυρκαγιά μιας μεγάλης πορείας προς τον λαό, κι από κει, χέρι με χέρι και όλοι μαζί, σε μια λυτρωτική πορεία προς τα μυθικά Ηλύσια Πεδία»...

Είχε αρχίσει να ιδρώνει, να εξάπτεται στα σοβαρά τώρα... και συνέχισε:

«Γάμα την επικαιρότητα! γάμα την πραγματικότητα! Γάμα τα όλα!
Φωνές αρχαίες μας καλούν, από τα βάθη του χρόνου μας γνέφουν, τα άστρα τις ζωές μας γνέθουν, οι μηχανές την ζωή μας αλέθουν, και μεις έχουμε μονάχα πέντε δευτερόλεπτα! 

Πρόσεξε δεν είν αστείο αυτό, κοίτα! όσα τα δάχτυλα του χεριού, μονάχα πέντε αδερφέ! για να το αντιληφθούμε και να το αποφασίσουμε... ότι ο καιρός έχει φτάσει! για τα πάντα υπάρχει χρόνος για όλα έρχεται καιρός κάτω απ τον ήλιο αδερφέ! έχει φτάσει ο καιρός, ν’ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε, έστω λιγάκι... να τόσο δα, όσο πατάει η γάτα... για μια... ας είναι και μικρή διάολε... Επανάσταση! 

Είναι καιρός... ν’ ακουστεί και να λάμψει επιτέλους! εκείνος ο πυροβολισμός στο σκοτάδι, που θα αναγγείλει την επιστροφή του Βασιλιά!».

Σίγουρα, φίλε μου, σίγουρα, δεν υπάρχει αμφιβολία, τον διαβεβαίωσα βιαστικά, για να κατευνάσω τη μανία του. 

Ξεφύσηξε , κατέβασε μονοκοπανιά την μπίρα του, και συνέχισε, φανερά πιο ήρεμος τώρα, σαν να βρήκε ξανά την αυτοκυριαρχία του:
 
«Μια επανάσταση, κι ανάσταση! πολιτική, πολιτιστική! θρησκευτική! στο τέλος-τέλος, βαθιά προσωπική... γεμάτη αγάπη, μουσική, και τσουλούφια!
Άλλωστε, ειδικά για την χώρα μας, υπάρχουν πολύ περισσότεροι και σημαντικότεροι λόγοι να προσηλυτιστεί κανείς σαυτή την θρησκεία, αφού μη ξεχνάμε ότι οι πρόσφατες αποκαλύψεις έγκυρων μα κυνηγημένων και θαμμένων φυσικά και κλασσικά, επιστημόνων και ερευνητών, σχετικά με την υπόγεια σύνδεση της περιβόητης ομάδας «Ε» και του Έλβις ήταν συνταρακτικές και αδιαμφισβήτητες, κι ας χλευάστηκαν από τους σοβαρούς, γαμώσπιτους, σκατά στα μούτρα τους, κύκλους του ‘’πολιτικά ορθού’’».

Παράλληλα, μου έκλεισε το μάτι, και όταν το ξανάνοιξε με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο νόημα, παράλληλα, θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε και το πενιχρό μας εισόδημα, από τα κουπόνια εγγραφής, τις εισφορές αλληλεγγύης, τον δίσκο που θα βγάζουμε κατά την διάρκεια της ολονύκτιας Σαββατιάτικης λειτουργίας, και το merch που θα μπορούμε να σπρώχνουμε, συμπλήρωσε, γεμάτος αισιοδοξία για το μέλλον και εφηβικό, παρότι είχε περάσει τα πενήντα, ενθουσιασμό... 

«Φιλαράκι, δε γίνεται αλλιώς, έχω το Ευαγγέλιο μέσα μου και πρέπει να το πω», ξεκαθάρισε τελεσίδικα.

Ο Σμόκι επιβεβαίωσε όλα τα παραπάνω, και ταυτόχρονα απαίτησε τις αργοπορημένος κροκέτες του, με ένα θυμωμένο, αυτή τη φορά, νιαουριτό.

Κάπου εδώ ίσως και κάμποσο νωρίτερα, θα έπρεπε να είχα στραγγίξει την μπίρα μου, να του είχα συστήσει τον παλιό μου ψυχίατρο, τον Δόκτορα Λουγκόζι, που, πως να το κάνουμε, είναι ο άνθρωπος εγγύηση να πούμε, και να είχα αποχωρίσει διακριτικά.

Κι όμως ενώ σηκώθηκα, δεν τράβηξα για την εξώπορτα αλλά για το ψυγείο, το άνοιξα, πήρα ακόμη μια Βεργίνα, επέστρεψα στην καρέκλα, άνοιξα το καπάκι με τον αναπτήρα, έστριψα κι άλλο τσιγάρο, το άναψα, χάιδεψα την ουρά του Σμόκι που τριβόταν στα πόδια μου, άκουσα προσεκτικά μια προφητική, τζούρα του Suspicious Minds που έπαιζε εκείνη την στιγμή στο πικάπ, συγκατένευσα σιωπηλά, και είπα στον Ελάιτζα να συνεχίσει.  Κι όμως... έμεινα.


Συνεχίζεται...