Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

ωδή στη μεσαία τάξη



Ο Stevenson μισούσε τον υλισμό. Θεωρούσε ότι ήταν  ο μεγαλύτερος κίνδυνος κι η κατάρα του πολιτισμού μας – αυτός ο άνετος καλοθρεμμένος αυτάρεσκος υλισμός εναντίον του οποίου πάντοτε εξαπέλυε ύβρεις. Κανένας σοσιαλιστής δεν χρησιμοποιούσε τη λέξη «μπουρζουαζία» με περισσότερη περιφρόνηση απ’ αυτόν. Πίστευε πως τόσο οι κατώτερες όσο κι οι ανώτερες τάξεις μπορούσαν να ενθουσιάζονται εξίσου με υψηλά ιδανικά, αλλά πως η μάζα της μεσαίας τάξης ήταν σχεδόν ανέλπιδα ανταγωνιστική προς την ανθρώπινη πρόοδο. Η αλόγιστη αυταρέσκειά της, η εκμετάλλευση του αβοήθητου, η υποκριτική ηθικολογία, η καταπίεση των γυναικών, η ανελεύθερη στάση προς την τέχνη και τη λογοτεχνία, όλα αυτά αποτελούσαν γι’ αυτόν μια σειρά ασυγχώρητων προσβολών.

text: Από την εισαγωγή στις «Νέες χίλιες και μια νύχτες» του Lloyd Osbourne που υπάρχει μέσα στο βιβλίο «Η λέσχη της αυτοκτονίας» του Robert Louis Stevenson, εκδόσεις Άγρα, 1992.
music: Bob Dylan – Ballad Of A Thin Man (Live 1966). 


Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

goodbye sweet dreams



A tribute to Roky Erickson (July 15, 1947 – May 31, 2019)... R.I.P.




01. Roky Erickson & The Explosives – John Lawman
02. The Nomads – I Have Always Been Here Before
03. The Barracudas – Red Temple Prayer (Two Headed Dog)
04. Radio Birdman – You ‘re Gonna Miss Me
05. Julian Cope – (I’ve Got Levitation)
06. Dead Tymes – Splash
07. Vietnam Veterans – I Walked With A Zombie
08. Villa 21 – The Night Of The Vampire
09. Thin White Rope – Burn The Flames
10. The Hellacopters – Cold Night For Alligators
11. The Cheaters – Reverberation (doubt)
12. Spacemen 3 – Rollercoaster
13. Richard Lloyd – Fire Engine
14. Sky “Sunlight” Saxon & Firewall – Don’t Slander Me
15. The Sacred Sailors – White Faces
16. The Hypstrz – Tried To Hide
17. Madrugada – Slip Inside This House
18. All The Saints – Don’t Fall Down
19. Hugo Race – She Lives (In A Time Of Her Own)
20. Cheval Sombre Feat. Sonic Boom – You Don’t Love Me Yet
21. Dead Meadow – Kingdom Of Heaven
22. The Lyres – We Sell Soul
23. Roky Erickson & The Black Angels – Bo Diddley’s A Headhunter
24. Roky Erickson & Okkervil River – Goodbye Sweet Dreams


Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Στο τελευταίο φως της μέρας



Όπου κι αν βρέθηκα, όσο μακριά, τόσο μακριά, είναι αχαρτογράφητη αυτή η λάθος πλευρά, στο τέλος, πάντα γύριζα σε μια χούφτα γης την αγκαλιά.
Ταξίδεψα πολύ, διαβατάρικο πουλί, με τύφλωσαν τα φώτα, με κατάπιαν οι ομίχλες, και η καταχνιά, στο αλώνι του ήλιου, πέταξα ψηλά, τα φτερά μου έλιωσαν ξανά και ξανά, έπεφτα, πνιγόμουν, μα έβγαζα τον σκασμό και κολυμπούσα, έλειψα καιρό, με κόντρα τον καιρό, στο τέλος βρέθηκα κάτω από τον ίδιο πάντα ουρανό.

Πέταξα κοτρόνες, έσπασα τζάμια, έκλεψα στα χαρτιά, μ’ έκλεψαν στα ζάρια, με έσωσαν οι φίλοι, με έγλειψαν οι σκύλοι, με δάγκωσαν φιλσκύλοι, έριξα κροτίδες, έσκαψα ρυτίδες, του καιρού οι λεπίδες, γρατζούνισα μια κιθάρα, τραγούδησα με μια αγριοφωνάρα, χόρεψα μόνος, αλλά και μαζί της, κλότσησα τοίχους, πέτρες και βουνά, στο τέλος έμεινε η σκόνη του δρόμου, να την σκορπάει ο άνεμος στην απεγνωσμένη ερημιά... μάρτυράς μου τα χείλη της και το δόντι του Χρόνου... έμεινε κρυφός μόνο ένας φόνος.

Στα πέρατα του κόσμου πήγα, στο τέλος με πλησίασαν ένα σκουλήκι και μια μύγα, έκλεισα τα μάτια μου, μπήκα μέσα σε μια τρύπα, έν οίδα ότι ουδέν οίδα.

Ψέματα! είδα τον ζητιάνο νεκρό, τον βασιλιά γυμνό, άκουσα τις φωνές του πλήθους, του όχλου τις κραυγές, τις δικές μου σιωπές, έλιωσα τις κατσαρίδες στη γωνία, έβρασα μακαρόνια για χίλιες νύχτες και μια, πιο καλά χορταίνει λέει το μίσος, όμως τι τα θες... στο βάθος... της μάνας παιδί καλό... στο μεταξύ άναβα τσιγάρο, στο μεταξύ άναβα κι άλλο τσιγάρο, στο μεταξύ... φίλησα τα μάτια της μόνης, μύρισα το άρωμα της πόρνης, καράβια που συναντιούνται μέσα στη νύχτα, με σβησμένα τ’ αστέρια και φώτα θυέλλης, μου ζήτησαν να φύγω, μα εγώ εκεί, πιστό σκυλί χαζό, μου ζήτησαν να μείνω, μα εγώ, άκουσα για πόλεμο, για κουρνιαχτό, πέταξα το καπέλο, ούρλιαξα ζήτω! στον αέρα, έφυγα τρέχοντας απ’ το μπουρδέλο, μάτωσα στη μάχη, σκούπισα ένα δάκρυ, κοίταξα πίσω, κρατούσε ακόμη το ίσο, άναψα κερί, ψηλάφισα ουλή, έξυσα τ’ αρχίδια και την πληγή, έφτυσα μια λέξη, αργούσε πολύ να φέξει, στο μεταξύ έκλεβα λίγες μέρες του Χάρου, τις πλήρωσα με τόκο, φύσηξα τον καπνό του τσιγάρου, έβγαλα ένα μάτσο, το μάζευα καιρό, σου λέω κομπόδεμα γερό, πλήρωσα για όλα, και για άλλα τόσα, μια γυναίκα έστεκε μόνη, σε μια όχθη μολυβένια, η όψη τ’ ουρανού έλαμπε απόκοσμη, φιλντισένια, χαιρέτησα μ’ ένα νεύμα, σιωπηλά... κράτησα ανάσα, κι έριξα τα ρέστα στον δίσκο του τελώνη.

text: Για τον θείο Πέτρο τον «Αυστραλό» που τώρα πια έχει φτάσει στην Κιμμέρια ακτή του...
Μέσα από το απολύτως ανέτοιμο και εντελώς ετοιμόρροπο βιβλίο του υποφαινόμενου με τον τίτλο «Στο τελευταίο φως της μέρας» που υπάρχει μια μικρή περίπτωση κάποτε να τελειώσει, και μια ακόμη μικρότερη περίπτωση να εκδοθεί.

music: Οι Oiseaux-Tempête σε μια ζωντανή, στο στούντιο εκτέλεση του Buy Gold (Beat Song), που καταπίνει ακτές, πλανήτες, γαλαξίες.