Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

eyes on my dead skin




Έχοντας βάλει τον δίσκο να παίζει επαναληπτικά από χθες και τη δισκοκριτική του Memory Deluxe: I Knew Buffalo Bill 2 του αγαπητού κυρίου Jeremy Gluck (αυτή την φορά παρέα μόνο με τον Robert, ναι γιό του Kevin, Coyne, μιας και όλη η υπόλοιπη συμμορία απ’ τα παλιά δεν βρίσκεται πια μαζί μας), στον φούρνο απ’ όπου μόλις βγει ψημένη θα την διαβάσετε πρώτα στο mic.gr και αμέσως μετά εδώ, ένα μικρό μουσικό διάλειμμα χωρίς πολλά λόγια με την ωραία διασκευή του κόμματου έτσι κι αλλιώς των Barracudas, Dead Skin από τους Indian Ghost.
Το παρόν άσμα περιέχεται μέσα στην συλλογή Eyes On You Vol.2 της καλής γαλλικής Closer records που έχει αρχίσει να δραστηριοποιείται για τα καλά και πάλι…
Και επί της ευκαιρίας, αμέσως μετά θυμόμαστε και το ολοκαύτωμα του πρωτότυπου μέσα από το για πάντα φρέσκο Mean Time από τα 1983…πέρασαν κιόλας 30 χρόνια!





Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

all is violent, all is bright




Λοιπόν εστοίχειωνα την πόλη των ονείρων σας και σταματούσα στις έρημες αγορές την αγνή τούτη συναλλαγή της ψυχής μου, ανάμεσά σας αόρατης κι εναλλασσόμενης καθώς φωτιά από αγκάθια στον άνεμο/ Αλλά έχω σκοπό να ζήσω ανάμεσά σας/ Στους πολυσύχναστους τόπους είναι οι πιο μεγάλες σιωπές/ Η ψυχή μου είναι γιομάτη ψέμμα, σαν τη θάλασσα την ευκίνητη και δυνατή/ Κι ο άνθρωπος ενθουσιασμένος από ένα κρασί, φέροντας την καρδιά του ατίθαση και βουερή σαν ένα σμάρι μαύρες μύγες, βρίσκει να πει πράματα σαν αυτά: «…τριαντάφυλλα, πορφυρή απόλαυση: η γης η απέραντη για τον πόθο μου, και ποιος θα της βάλει σύνορα απόψε;/ Για την ψυχή μου την πλεγμένη στις μακρινές υποθέσεις, εκατό φωτιές πόλεων ζωπυρωμένες από το γαύγισμα των σκυλιών/ Και ‘μείς με άσκεπο κεφάλι και ξυπόλητοι στις δροσιές του κόσμου/ Κι όσοι ξαπλώθηκαν γυμνοί στον απέραντο αιώνα –σηκώνουνται πλήθος πάνω στη γη- σηκώνουνται πλήθος και κραυγάζουν πως τούτος ο κόσμος δεν είναι στα συγκαλά του!/ Η νύχτα, κάτω απ’ το γαύγισμα των σκυλιών, αρμέγει την ηδονή της απ’ τις λαγόνες των γυναικών/ Μάταιοι δρόμοι που μια πνοή ξετυλίγει ως εμάς/ Δρόμοι του κόσμου, ο ένας σας ακολουθάει…ω ταξιδιώτη μέσα στον κίτρινο άνεμο, γεύση της ψυχής!...κι ο κόκκος, λες, της ινδικής καννάβεως κατέχει, φτάνει να τον τρίψουν! Ιδιότητες μεθυστικές/ Όλο το αλάτι της γης σκιρτάει μέσα στα όνειρα/ Ο ίσκιος ενός μεγάλου πουλιού περνάει πάνω απ’ το πρόσωπο μου/ Τι μούδωσε ο κόσμος άλλο απ’ το αναρρίπισμα των χορταριών;…Μοναξιά!...λόχοι άστρων περνάνε στην άκρη του κόσμου, προσαρτώντας απ’ τα μαγεριά ένα κατοικίδιο άστρο/ Αιωνιότητα που χασμουριέται στις αμμουδιές/ Κι όχι που ένας άνθρωπος δεν είναι θλιμμένος, αλλά σηκωμένος πριν φέξει και σε συνετή συναλλαγή μ’ ένα γέρικο δέντρο, το πηγούνι του ακουμπισμένο στο τελευταίο άστρο βλέπει στο βάθος του νηστικού ουρανού μεγάλα πράγματα αγνά που στρέφουν προς την αγαλλίαση…


image: Nicholas Roerich – Star of a hero (1936).
text: Ένα cut-up ή πιο σωστά ένα fold-in στο βιβλίο-ποίημα του Saint-John PerseAnabase (1924), στα ελληνικά: «Ανάβαση» σε μετάφραση του Τ.Κ. Παπατσώνη, πρώτη έκδοση 1957 Αθήνα, δεύτερη στις εκδόσεις Συνέχεια 1989. 
music: God is an Astronaut - Fall from the stars, The End of the Beginning CD, Revive Records 2002.


Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

spiteful thing




Περιμένοντας τον ταχυδρόμο με τον –νομίζω, ελπίζω και εύχομαι- δυναμίτη σε μορφή CD και την ετικέτα Spiteful κολλημένη πάνω, μια απλή αναφορά των συντελεστών, έτσι για να μας ανοίξει η όρεξη…
Sonny Vincent (Testors), Steve Mackay (Stooges), Rat Scabies (Damned), Glen Matlock (Sex Pistols)…

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Ritual Howls - Turkish Leather

Felte
2014


Αλλιώς είχα ξεκινήσει αυτή την παρουσίαση αλλά μια ακρόαση του δίσκου με ομήγυρη μουσικόφιλων, απ’ αυτές που ο καθένας (συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος) μπορεί να λέει, είτε γιατί το πιστεύει, είτε για να εντυπωσιάσει, είτε για να την μπει στους άλλους, το μακρύ του και το κοντό του, άλλαξαν μοιραία την εισαγωγή.
Εκεί λοιπόν, και αφού το Turkish Leather θάφτηκε από τους περισσότερους δια βοής σαν κακό αναμάσημα Joy Division, Sisters of Mercy και –πρώιμης- 4AD, λες και υπάρχει κάτι σήμερα, πάντα, που δεν είναι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ρετρό, (Ό,τι υπήρξε θα ξαναϋπάρξει, κι ό,τι έγινε θα γίνει κάποτε ξανά. Τίποτα δεν είναι καινούριο πάνω σ᾽ αυτή τη γη, Εκκλησιαστής 1,9) φωνάζει ο πιστός μέσα μου, έπειτα τα βόλια πήραν και σήκωσαν τους Doors που χαρακτηρίστηκαν επιεικώς συγκρότημα της πλάκας, το My life in the bush of ghosts των Eno/Byrne σαν λίγο-πολύ σαχλαμάρα, τους συγγραφείς Celine και Burroughs που προσπεράστηκαν στα γρήγορα σαν «βαρετοί» και «ατάλαντοι», ενώ από την άλλη αποθεώθηκαν σαν τεράστιος συγγραφέας ο Bukowski, και σαν μεγάλο και ρηξικέλευθο γκρουπ οι Nirvana
Θα είχα να πω πολλά πάνω στο θέμα, αλλά δεν θα το κάνω αφού δεν είναι αυτό το θέμα μας, και πόσο μάλλον απόντων των συνομιλητών μου, όπως δεν το έκανα και όταν ήταν παρόντες…ο κάθε σώφρων ή έστω νοήμων άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί και μόνος και να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Τα γράφω όλα αυτά για να σας πω απλά…ότι έχει πει παλιά ο Νασρεντίν Χότζας, δηλαδή, «μη πιστεύετε ότι ακούτε και ότι διαβάζετε», ο καθένας (συμπεριλαμβανομένου είπαμε και του γράφοντος) κουβαλάει στο κεφάλι του ένα ολόκληρο και ατσούμπαλα στοιβαγμένο φορτίο, που άγνωστο είναι τι ζυμώσεις και αναταράξεις γίνονται εκεί μέσα στ’ αμπάρια, και βγαίνει αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα…
Το πιο σωστό και τίμιο, μάλλον είναι να πεις για κάτι ότι είναι ή δεν είναι του γούστου σου τελικά…αλλά επειδή θα ήταν κάπως βαρετό όλες οι κριτικές να πηγαίνουν έτσι ας ξεκινήσω επιτέλους και την δική μου…

Να γράψω πάλι για τους Joy Division, την 4AD, για ήχους σκοτεινούς, βιομηχανικούς, το κέντρο της πόλης, εκεί που περιμένεις, και που το σαβανώνει η βροχή όταν βραδιάζει, τις κιθάρες που γλυστράνε πάνω στις σταγόνες και βουτάνε μέσα στις βρώμικες νερολακούβες της ασφάλτου σε ένα ιδιότυπο surf…μπα δε μου βγαίνει έπειτα απ’ όλα αυτά…
Ας το πάω αλλιώς…να ξεκινήσω απ’ την πόλη των Ritual Howls το Detroit, αφήνοντας πολλά υπονοούμενα και υποσχέσεις για όσους πιάνουν τουλάχιστον τη βάση στη γεωγραφία της μουσικής, σκληρής αλλά και χορευτικής.
Ειδικά για το δεύτερο, είναι στιγμές που άνετα πιάνεις την σκιά σου για παρτενέρ και βάζεις φωτιά από το σούρσιμο τον ποδιών στην αυτοσχέδια πίστα του δωματίου.
Αν είχα απέναντι στην καρέκλα και κανέναν σκελετό να του τείνω το χέρι, από αυτούς που έβαζαν διακοσμητικούς στα γραφεία τους κάποιοι παλιοί γιατροί, θα έκανα πάρτι κανονικό, γλέντι τρικούβερτο.
Κιθάρα, μπάσο και μπάσα φωνή, σύνθια, μηχανικά τύμπανα, και διάφοροι άλλοι ήχοι του θαυμαστού αυτού νέου και γενναίου κόσμου, συλλεγμένοι με φροντίδα και προσοχή από το τρίο που έχει πίσω του ακόμη ένα άλμπουμ, το περσυνό που είχε σαν τίτλο τα’ όνομά τους, μαζί και κάμποσα EP.
Όταν φτάνουμε στον στίχο όμως δε γίνεται να μην γραφτεί ακόμη μια φορά η λέξη «σκοτεινιά», μιας και όλοι τους μοιάζουν σαν θαμπά αινιγματικά οράματα υπό την επήρεια αψεντιού ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλου πιοτού, στοιχειωμένα από τις λέξεις παλιών «ρομαντικών» ποιητών, η μάλλον όχι όχι…νέων ρομαντικών ποιητών είναι το σωστό.
Όσο τα γράφω αυτά ο δίσκος παίζει για κάποια, πολλοστή φορά από την αρχή, και όσο περνούν τα τραγούδια αρχίζω πια να τα αναγνωρίζω, απομνημονεύω του τίτλους, λίγους στίχους, επιλέγω ποια μ’ αρέσουν περισσότερο,  να λίγο πριν ακουγόταν το μια στο σφυρί και μια στο αμόνι Taste of You και τώρα παίζει το My Friends που ξεκινάει αργά και απειλητικά με τα σύνθια να επιμένουν σε ένα αλλόκοσμο ρυθμό, τη μπότα να κάνει την αγωνιά ανυπόφορη, την κιθάρα να σπάει πια καρδιές με το σιγοντάρισμα της τα τύμπανα και όλα τα όργανα μαζί να επελαύνουν σαν σκιαγμένες νυχτερίδες μέχρι να μπει και η επιβλητική (κυριολεκτικά) φωνή να τραγουδήσει για τους φίλους μας, και η ένταση όλο να ανεβαίνει για να κοπεί απότομα λίγο πριν την τελευταία νότα αυτών των σχεδόν έξι συναρπαστικότερων μουσικών λεπτών που άκουσα τελευταία.
Αν και έξι λεπτά αργότερα δεν είμαι και τόσο σίγουρος πια, γιατί έχει παίξει το Final Service μ’ αυτή τη surf κιθάρα που τσαλαβουτάει στις ασφάλτινες νερολακούβες που σας έλεγα, μια σπαρακτική ερμηνεία και μια μελόντικα είναι; φυσαρμόνικα είναι; θα σας γελάσω, κάπου στην αρχή και στη μέση, που σπέρνει ανατριχίλες σαν το φάντασμα ενός χαμόγελου στον ουρανό που μου χαρίζει όσο περνούν τα χρόνια η αγαπημένη μου εποχή, το φθινόπωρο, ή σαν το χαμόγελο ενός φαντάσματος που βλέπω κάθε μέρα στον καθρέφτη. Για να επανέρθω στο Final Service, είναι κομμάτι της κατηγορίας σου δίνω το soundtrack εσύ βάλε την ταινία.
Τι άλλο να πω για αυτή τη μπάντα που επιλέγει ως πρώτα singles του δίσκου τα Zemmoa, Taste of You, και Turkish Leather, σε κάνει να ξεροσταλιάζεις περιμένοντας ολόκληρο το άλμπουμ και έπειτα μαζί με αυτά σου πετάει κάπου στη μέση του δίσκου μια τριπλέτα My Friends-Final Service-Helm που κοντεύουν να σ’ αφήσουν στον τόπο απ’ την ηδονή της μουσικής? Γίνονται ακόμη τέτοια πράγματα; Απορώ…απορώ με την καρδιά μου, μα ακόμη περισσότερο απορώ μ’ αυτούς. Τι άλλο να πεις…
Θα πω ότι αυτός ο δίσκος για μένα είναι από τώρα στην δεκάδα της χρονιάς βρέξει χιονίσει, με χιόνια και με κρύα, δε πα να λένε, ας τον τρελό στην τρέλα του…άλλωστε σε μια επόμενη κουβέντα με την ομήγυρη της εισαγωγής αποφασίστηκε ότι στις μέρες μας ένας δίσκος που έχει τέσσερα καλά κομμάτια είναι υπεραρκετά για να χαρακτηριστεί καλός, άρα για τούτον εδώ που τα διπλασιάζει δεν χωρά άλλη κουβέντα.
Τελειώνοντας, ευχαριστώ τον φίλο Raggedy Man που τήρησε την υπόσχεσή του και μου το έστειλε το λινκ πάραυτα, αλλάζω τα φώτα σε ένα κομμάτι των Illuminations του Rimbaud και σας χαιρετώ.
 
Μουσική σαν προσευχή, από ένα παλιό ραδιόφωνο που απλώνεται μαζί με την υγρασία σε ένα δωμάτιο, στον έφηβο που υπήρξα, σ’ αυτόν τον άγιο γέροντα στο ερημητήριο.
Καυτή σαν πάγος στο χέρι, γλιστράει σαν ψάρι, αφήνει πίσω κύκλους που μεγαλώνουν και χάνονται, και κόκκινη σαν τους δέκα μήνες την κόκκινης νύχτας, ένα δαδί με χρώμα κεχριμπαρένιο τη φωτίζει κι ένα ευλαβικό ουρλιαχτό με νανουρίζει.

Όσο για τον βαθμό; Αν ήμουνα στα 20 θα του έβαζα 10…τώρα στα γεράματα, τραβάω την καρτέλα με το νούμερο: 8

Πρώτη δημοσιέυση στο mic.gr



Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Dead Mantra - They Call It Pain

Οι ίδιοι αυτόgenreάρονται σαν French Gregorian Shoegaze, τα κομμάτια των δύο δίσκων τους Path Of Confusion (EP) του 2010, και του -μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο κυκλοφορημένου- Nemure,  μπορεί συνήθως να χρωστούν περισσότερα στους Jesus και τους My Bloody Valentine απ’ ότι σε οποιονδήποτε άλλον, όμως…(βαθιά ανάσα), στο ενδιάμεσο (2012) υπάρχει ένα Split EP με τους Dead Horse One, όπου αμφότεροι συμμετέχουν με δύο κομμάτια. Αφήνω στην ανησυχία τους συνεταίρους στο έγκλημα, προσπερνάω και το ωραίο Empty Ballroom που ανοίγει την πλευρά των Dead Mantra, και πάω χωρίς άλλη χρονοτριβή στο δεύτερο κομμάτι τους που έχει τίτλο They Call It Pain, ξεκινάει σαν τους παλιούς καλούς New Christs συνεχίζει σαν τους Honeydive, και κορυφώνεται στα ρεφρέν με μια φωνή που φέρνει στο νου τους Sunsteps, για να τελειώσει μέσα σε μετα-rock κιθαριστικούς στροβιλισμούς…
Αυτά τα λίγα…θέλετε κι άλλα?


Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Mirror Mirror - U


Πρωτάκουσα το U αυτές τις μέρες όταν έπεσα πάνω στο Melodramatic Popular Music, έναν δίσκο ανασκόπηση της εξαετούς ως τώρα πορείας των Mirror Mirror από το Spokane της Washington, του συγκροτήματος-οχήματος δηλαδή έκφρασης του κιθαρίστα, τραγουδιστή και συνθέτη Jason Cambell.
Αμέσως πήρα τον δρόμο προς τα πίσω, που με οδήγησε στον περσυνό τους δεύτερο δίσκο Segments, και τελικά στο παρθενικό τους In The Shadows τους 2011 όπου εμφανίστηκε πρώτη φορά.
Αν και εύκολα θα μπορούσες να τους εντάξεις στο νεοψυχεδελικό ρεύμα, κύμα ή όπως αλλιώς λέγεται αυτό το φαινόμενο, το σωστότερο θα ήταν ν’ αφήσεις να περιγράψει την μουσική τους ο τίτλος του δίσκου που σας έλεγα στην αρχή, δηλαδή απλά Melodramatic Popular Music. Η ακόμη και ο υπότιτλος ενός μικρού αφιερώματος που διάβασα κάπου στο δίκτυο και που έγραφε: Lonely are the brave.
Και αυτό γιατί ναι μεν η αγάπη στις γκαραζόμπαντες των sixties και τους σύγχρονους ακόλουθους τους είναι τόσο εμφανής στα τραγούδια τους όσο ο βήχας και το χρήμα, από την άλλη όμως υπάρχει κάτι ξεχωριστό, ίσως μια εγγλέζικη 80’s αύρα που μπάζει υγρασία στο δωμάτιο, ίσως οι απόηχοι των καλύτερων τραγουδιών των Zombies, ίσως μια κρυφή αγάπη σε ερμηνευτές όπως ο Jacques Brell και ο Bowie, και άλλες τέτοιες μοναχικές-μοναδικές περιπτώσεις που ενέπνεαν και μια αγαπημένη μπάντα σαν τους Fatal Shore, που μάλλον δεν έχουν ακούσει πότε τους οι καθρέφτες…
Μαζί με μια ακόμη εκτέλεση που βρήκα στη σελίδα του Cambell στο youtube, αυτού του μελαγχολικού λικνίσματος των φθινοπωρινών φύλλων στην μελωδία του U, που δεν μπορώ να αποφασίσω πια μου αρέσει περισσότερο, οπότε πάντα φροντίζω να τις βάζω να παίζουν στην σειρά.
Εσείς το καλύτερο που έχετε να κάνετε αμέσως μετά την ακρόασή τους, είναι να πεταχτείτε ως το bandcamp τους και να ακούσετε και τα υπόλοιπα τραγούδια τους, που με κάποια τουλάχιστον από αυτά, πιστέψτε με θα εκπλαγείτε…

bandcamp





Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

don't speak ill of the dead



Συχνά-πυκνά το ετραγούδησα, τώρα απ’ τον τάφο θα βοήσω:
Πιείτε. Προτού σας περικλείσει τούτη η σκόνη.

ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ  (6ος αιώνας μ.Χ.)

-


- Τ’ όνομά μου…

- Ε, και λοιπόν;

- Πατρίδα μου…

- Ε, κι ύστερα;

- Από γένος κρατάω τρανό…

- Κι αν ήσουν από ταπεινότατο;

- Ως να πεθάνω, ένδοξα έζησα…

- Κι άδοξα αν είχες ζήσει;

- Και τώρα, ενθάδε κείμαι…

- Ποιος, και σε ποιόν τα λες ετούτα;

ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ (6ος αιώνας μ.Χ.)


-

Ετών εξήντα. Διονύσιος απ’ την Ταρσό. Ενθάδε κείμαι.
Άγαμος. Μακάρι κι ο πατέρας μου άγαμος να ‘χε μείνει.

ΑΝΩΝΥΜΟΥ


-

-         Τώρα που πέθανες, για πες μου, Τίμων: Το σκότος ή το φως εχθρός σου; 
-         Το σκότος. Γιατί στον Άδη περισσότεροι σας βρίσκονται.

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ (4ος-3ος αι. π.Χ.)


-

Πολύ ήπια, πολύ έφαγα, πολλά κακά για τους ανθρώπους είπα. Και τώρα κείμαι.
Τιμοκρέων ο Ρόδιος.

ΣΙΜΩΝΙΔΟΥ ΚΕΙΟΥ (556-468/7 π.Χ.)


-

Λειψά έφαγα, λειψά ήπια, αρρώστησα πολύ.
Και πέθανα. Έστω κι αργά. Στα τσακίδια λοιπόν. Όλοι σας.

ΣΙΜΩΝΙΔΟΥ ΚΕΙΟΥ (556-468/7 π.Χ.)


-

Απ’ όλα όσα είχα, ιδού ό,τι κληροδοτώ.

(Επίγραμμα για τον Annibonius. Ρώμη, 2ος-3ος αι. μ.Χ.)

                            -                                


text: Μέσα από το βιβλίο "Επιτάφιος λόγος, αρχαία ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα", μετάφραση Παντελής Μπουκάλας, εκδόσεις Άγρα 1999. 
music: Dead Moon – Ill Of The Dead, Strange Pray Tell LP, Tobstone Records 1992.


Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

The Ukiah Drag - In The Reaper’s Quarters



Wharf Cat Records
2014


Το ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε σε μια παλιά Λουθηρανική εκκλησία υπό την επίβλεψη του Ben Greenberg (The Men και πολλά άλλα) θα μπορούσαμε να το προσπεράσουμε άφοβα, γιατί οι περίεργοι τόποι και οι γνωστοί παραγωγοί δεν εγγυώνται αυτόματα και ένα καλό αποτέλεσμα.
Το ίδιο εύκολα, αν και όχι δίχως να του δώσεις έστω μια ακρόαση, ας πούμε ότι προσπερνάς και τις συγκρίσεις με τους Gun Club και τους Birthday Party, έτσι που τις βλέπεις συχνά πυκνά ατάκτως ερριμμένες εδώ κι εκεί, σε σχετικά αλλά και άσχετα ονόματα.
Ας υποθέσουμε επίσης ότι δεν έχεις ακουστά τους Cult Ritual όπου διέπρεψαν παλιότερα δύο από τα μέλη των Ukiah Drag, αλλά και ότι από καθαρή ατυχία δεν έπεσες ποτέ πάνω στο μικρό αριστούργημα των American Snakeskin, εκείνο το δωδεκάϊντσο που κυκλοφόρησε το 2012, τιτλοφορούταν Turquoise For Hello, στην κιθάρα και τη φωνή ήταν ο Zack Arrington ή ZZ Ramirez πλέον με τους Drag, περιείχε ανάμεσα στα 5 όλα κι όλα τραγούδια του το θαμμένο πολύτιμο πετράδι του μέλλοντος με το όνομα Itching and Scratching,  και στο σύνολό του ήταν ένας δίσκος που θα νόμιζες ότι ερχόταν με δύναμη από την ένδοξη των 80’s δεκαετία του αμερικάνικου underground rock.
Παρόλα αυτά είναι πιθανό να πέτυχες κάπου πέρυσι, σαν μια απλή πληροφορία κοντά στις μυριάδες άλλες, μια αναφορά για την πρώτη κασέτα κι έπειτα EP των Ukiah Drag με τίτλο Jazz Mama Is Cryin, ή και το φετινό τους επτάϊντσο Death Trip και να μην έδωσες σημασία.
Τόσο το καλύτερο για σένα, μιας και όντας ανυποψίαστος αυτή η συνάντηση με θεριστή προμηνύεται αξέχαστη.
Οι Ukiah Drag φρόντισαν τα της υποδοχής με φωνές (και ουρλιαχτά), κιθάρες, μπάσα, τύμπανα και ένα όργανο να γλυκαίνει τη σφαγή σ’ αυτόν τον πρώτο τους δίσκο, που περιλαμβάνει έξι δικά τους κομμάτια συν μια εκ βάθρων ανακατασκευή στο Wait and See του Lee Hazlewood, που αν εξαιρέσουμε το επτάλεπτο Final Prayer όπου σπάνε νεύρα για να μη πω τίποτε άλλο, στα υπόλοιπα σέρνουν το βαλς των αρουραίων καλώντας μας να ακολουθήσουμε και εμείς με κινήσεις των χορευτών του Αγίου Βίτου, υπό τους ήχους αυτού του ανορθόδοξου και σίγουρα λάθος blues ή μήπως μετά-punk; ή proto-punk; ή λες να είναι ψυχεδελικό; αλλά τελικά ποιος νοιάζεται, παραληρήματος, που κλείνει με το αντάξιο ενός τέτοιου χαρακτηρισμού οκτάλεπτο έρπισμα και όχι άρπισμα, The Night Of The Immaculacy.
Για να παραφράσουμε έναν σύγχρονο (αγγλόφωνο) έλληνα φιλόσοφο εδώ έχουμε να κάνουμε με “satanic drag from inner space”, οπότε όλα τ’ άλλα δεν έχουν τη παραμικρή σημασία.

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr


Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

october's bright blue weather



O suns and skies and flowers of June,
        Count all your boasts together,
    Love loveth best of all the year
        October's bright blue weather. 


text: Από το ποίημα October's bright blue weather της Helen Hunt Jackson (1830-1885) μέσα από το: Jackson Helen. Poems. Boston: Roberts Brothers, 1893. 
music: Moffs – Another Day In The Sun, same title 7” single, Citadel records 1985.