Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

The Benders - Can't Tame Me


Ο γνωστός και μη εξαιρετέος κύριος κύριος Raggedy man με πρόλαβε και με κάλυψε απόλυτα με όσα έγραψε για την κυκλοφορία του ένατου και δέκατου μέρους τις θρυλικής σειράς Back From The Grave, οπότε εγώ για να τιμήσω το γεγονός θα αρκεστώ να μνημονεύσω την μικρή και κοινή σε όλες τις παρόμοιες μπάντες ιστορία και μοίρα ενός τραγουδιού που έμαθα μαζί με μπόλικα άλλα από τις συλλογές του Tim Warren
Ή μάλλον όχι ακριβώς…αλλά ας τα πάρουμε τα πράματα από το τέλος… 

Ήταν, ενθυμούμαι και δακρύζω, στα 1993 όταν έπεσε στα χέρια μου το βινύλιο του πέμπτου μέρους μιας άλλης κλασσικής πλέον σειράς, που κάτω από την αιγίδα της Music Maniac και με τον γενικό τίτλο Teen Trash μας παρουσίαζε δίσκους διαφόρων σύγχρονων –τότε, και μόνο κατ’ όνομα φυσικά- συγκροτημάτων που ήταν όλα τους μέλη της μεγάλης Εκκλησίας του Fuzz, και ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές ότι εμπνέονταν αποκλειστικά πέραν της μπύρας και των ψυχεδελικών ναρκωτικών –ανάλογα τη περίσταση- από συλλογές αναλόγου ύφους και ήθους με αυτές της Crypt Records που έβγαζε τα Back From The Grave.  

Το αμέσως προηγούμενο νούμερο της Teen Trash, το Vol.4 ήταν αυτό με τους Fuzztones ενώ λίγους μήνες αργότερα και αφού το μέτρημα είχε φτάσει στο Vol.14 θα έβγαινε και ο καλύτερος με διαφορά δίσκος της σειράς, που δεν ήταν άλλος από αυτόν των «δικών μας» Sound Explosion.  
Αλλά ας επανέρθω στο Vol.5 των Double Naught Spys το οποίο δεν ήταν τίποτε άλλο βασικά, από την επανακυκλοφορία του πρώτου και μοναδικού όπως αποδείχτηκε δίσκου της μπάντας Going Nowhere With…(συν δύο bonus κομμάτια) που είχε βγεί έναν χρόνο νωρίτερα, το 1992 από τη Rockadelic. 
Οι λεγάμενοι ήταν αμερικάνοι με ηγέτη τον Mike Markesich και όπως φάνηκε και στον δίσκο αλλά και αργότερα το κατείχε καλά το αντικείμενο, αφού από τότε τον βρίσκουμε ανακατεμένο σε διάφορους ρόλους σε ένα μάτσο –τι άλλο?- συλλογές  από τα Sixties Rebellion μέχρι το 2131 South Michigan Avenue 

Μιας που δεν είναι αυτοί το θέμα μας όμως, και χωρίς να υποτιμώ τα δικά τους τραγούδια που στέκονται περήφανα στα βάθη του τύμβου, πηγαίνω κατευθείαν στο αγαπημένο μου και καλύτερο κομμάτι του δίσκου που –επίσης τι πρωτότυπο?- ήταν μια διασκευή.  
Ένας γκαραζοπάνκικος χείμαρρος λειψού δίλεπτου, που τιμά με το παραπάνω και τα δύο συστατικά του, και το garage punk δηλαδή αλλά και του νέτου σκέτου, άγριου και αλήτικου punk αν θέλετε, όπου ολόκληρη η μπάντα συναγωνίζεται στο ποιος θα παίξει περισσότερο μανιασμένα και γρήγορα, λες και τους κυνηγάει κανένα αποκρουστικό και πεινασμένο για σάρκα και άλλα κόλπα, τέρας. Τα θηρία τα ανήμερα και ανεξημέρωτα όμως είναι μόνο αυτοί, και δεν μπορεί να τους αλλάξει καμιά γκόμενα και καμία αγάπη.  

Έπρεπε να περάσουν τρία χρόνια για να ακούσουμε και εμείς κοινοί και ταπεινοί θνητοί που δεν είχαμε την δυνατότητα να αποκτούμε τόσο σπάνιους δίσκους την original εκτέλεση του τραγουδιού, αυτή των Benders.
Μια μπάντας που σχηματίστηκε το 1965 σε ένα κολλέγιο του Wisconsin, ήθελε και αυτή να μοιάσει των Stones, θα πρέπει να ήταν ενεργή πάνω κάτω για ένα, ενάμιση χρόνο, ηχογράφησε μόνο ένα σαρανταπεντάρι, το Cant Tame Me/Got Me Down στα 1966, το πιο μακρινό live που έδωσε ήταν στα 25 μίλια από τη βάση της και μια ωραία πρωία χάθηκε στη λήθη…

Μέχρι που οι Double Naught Spys διασκεύασαν το Cant Tame Me και η Crypt συμπεριέλαβε το τραγούδι στο τελευταίο μέχρι τη κυκλοφορία των Vol.9 και 10 που σας είπα πιο πάνω, Back From The Grave Vol.8 δηλαδή που είχε βγει το 1996.
Πιο κοινότυπη ιστορία δεν υπάρχει στο garage punk σύμπαν, αλλά πως γίνεται δε ξέρω, οι αμετανόητα πιστοί σαν και του λόγου μου, αρέσκονται συνέχεια να θυμούνται και να ανακαλύπτουν ξανά και ξανά διαφορετικές εκδοχές της όπου μόνο τα ονόματα και οι ήρωες αλλάζουν.





Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

i love to be just what i am

Το μέτωπο λέει ότι είμαι άραβας, το αφεντικό μου λέει ότι είμαι υπηρέτης, το απολυτήριο στρατού λέει ότι είμαι γάλλος, κι εγώ λέω ότι είμαι ένας μαλάκας. 
Γιατί εγώ γαμώ τους Άραβες, τους Γάλλους, τ’ αφεντικά και τους υπηρέτες.
Γαμώ και την Αλγερία όπως γαμώ και τη Γαλλία. Γαμώ και τον τόπο που θα ‘πρεπε να είμαι και δεν είμαι. Δεν είμαι υπέρ κανενός και εναντίον κανενός. Κι αν μου πουν πως είναι εναντίον όταν δεν είμαι υπέρ, ε τότε είμαι εναντίον όλων. Είμαι ένας αληθινός μαλάκας.


text: Από το «Η επιστροφή στην έρημο» του Bernard-Marie Koltes, μετάφραση Γιάννης Θηβαίος, εκδόσεις Μπιλιέτο. 
music: P. Paul Fenech – Home Before Dawn από το The Disease LP, Hellraiser records 1997.

 

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Εν Πλω - Οι Νύχτες

Labyrinth of Thoughts
2015

Τι σημασία έχει που ακούγοντας τις Νύχτες τείνω να συμφωνήσω με την προτίμηση του Σαδίκη στις πρώτες εκτελέσεις, αυτές του LP (πλην του Χωρίς Κανόνα με τις κιθάρες πιο πάνω και το αλλαγμένο χορωδιακό όπως είχε πει σε μια συνέντευξη του στο αλήστου μνήμης fanzine Χωρίς Κανόνα πίσω στα 1995);

Τι κι αν την όψιμη εφηβεία μου την πότισαν σαν διαβρωτική υγρασία μέχρι το μεδούλι τα τραγούδια των Εν Πλω κι ακόμη κρατάει, σιγά-σιγά και υπόγεια χαλάει κάθε προσπάθεια μόνωσης της, συνεχίζει να μου τρώει τα σωθικά· τι κι αν γκρεμίστηκε τοίχος πάνω μου όταν κατάλαβα ότι η φωνή που μου την έσπαγε με τα μεσημεριανά ανάλαφρα σχόλια και τα ανούσια τραγουδάκια στον 88μισό και κρυβόταν πίσω από το όνομα Κωνσταντίνος Σταθάκης, ήταν αυτή η ίδια φωνή των Εν Πλω;

Τι έγινε κι αν τον έχασα και δεν ακολούθησα άλλο πια μετά τις Μολυβένιες Ιστορίες, και δεν τον μπορώ αυτόν τον μπαγλαμά του με τίποτα;

Και λοιπόν τι, που δεν έμαθα ακόμη πως τελειώνει αυτή η κραυγή;

Τίποτα... απλά παίρνοντας στα χέρια μου αυτό το EP που επιτέλους κυκλοφόρησε και κανονικά πέρα των 8-10 δοκιμαστικών αντιτύπων της πρώτης κοπής που έγινε τέσσερεις μήνες μετά τη κυκλοφορία του δίσκου τους το 1989, και βάζοντάς το να παίξει στη σειρά μετά το LP αφού όπως και να έχει είναι προέκταση του, μπορεί να μη βρήκα απαντήσεις για τα παραπάνω ρητορικά έτσι κι αλλιώς ερωτήματα, επιβεβαίωσα όμως κάτι που με τον χρόνο είχα ξεχάσει. Ότι για μένα όπως και για αρκετούς άλλους που τυχαίνει να γνωρίζω, οι Εν Πλω ήταν και παραμένουν το πιο αληθινό ελληνικό ροκ συγκρότημα που ακούσαμε ποτέ, κατά την γνωστή ρήση του εθνικού ποιητή ότι "το έθνος θα πρέπει να θεωρεί ελληνικόν ότι είναι αληθές" (εδώ κλέβω τον κύριο Ρύκιο από το Rollin Under). 

Και επίσης ότι ακόμη περιμένω, δυόμιση δεκαετίες μετά τον δίσκο ενός νέου συγκροτήματος που θα τους ξεπεράσει, θα τους κάνει να ακούγονται ότι έρχονται πίσω του χρόνου και όχι μπροστά του, όπως επίσης ακόμη περιμένω τον ποιητή που μέσα σε δύο γραμμές θα γράψει κάτι τόσο συγκλονιστικό, να σου τρυπάει μια ζωή το μυαλό, σαν το "Κι όταν σε ρώτησα αν θες να φύγουμε από εδώ, με κάρφωσες και μου 'φτυσες σ' ήχο μουγκό, -μήπως ξέρεις κάποιο μέρος που να φοβάμαι λιγότερο;". Δεν προλαβαίνουν φαίνεται, προέχει το μεθοδικό χτίσιμο του image και οι δημόσιες σχέσεις στο internet. 

Πέντε τραγούδια (Χωρίς κανόνα, Χτες βράδυ, Παγωμένο και Φίλοι σε remix, συν το ακυκλοφόρητο ομότιτλο του δίσκου Νύχτες) σε 400 αντίτυπα, να πάτε να το πάρετε όχι γιατί και αυτός ο δίσκος θα είναι σε λίγο σπάνιος, ούτε για να "στηρίξετε" -εντάξει ίσως την εταιρία- οι Εν Πλω ποτέ δε διψούσαν για στήριξη, μόνο για την αλήθεια που φωνάζει ακόμη και μέσα απ' τον τάφο τους. 

Για τον Δήμο Ζαμάνο (1960-1998) στη μνήμη του οποίου αφιερώνεται αυτή η κυκλοφορία, ο τάφος είναι κυριολεκτικός και αμετάκλητος όπως κυριολεκτική και αμετάκλητη ήταν η μουσική τους. 

Και λοιπόν τι; Σεβασμός, αγάπη, φιλιά παντοτινή. Όσο για τον βαθμό... βαθμό ρε στους εν Πλω; Ε λοιπόν:

10

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr

labyrinth of thoughts



Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Clandestinos



Πήγα κι αγόρασα το Οι Νύχτες των Εν Πλω, θα σας τα πω προσεχώς για αυτό, και έχει μερικές μέρες που οι τοίχοι του σπιτιού αντιλαλούν από τα τραγούδια των δίσκων τους αλλά και από δίσκους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο εμπλέκονται τα μέλη τους. 

Ένας τέτοιος είναι το Mixed Race των Clandestinos, ένα CD που είχε βγει το 2002 από τη Music Works και όπου στη σύνθεση του βραχύβιου αυτού συγκροτήματος βρίσκουμε τους Μίμη Καφούσια από τις πρώτες μέρες των Εν Πλω (έπαιζε μπάσο) που μαζί τη Ρεγγίνα Μακρή και βέβαια τον Ντίνο Σαδίκη και τον Δημόκριτο Ζαμάνο είχαν ηχογραφήσει το πρώτο demo του συγκροτήματος το 1987 και αμέσως μετά διαλύθηκαν για να ξαναφτιαχτούν έναν χρόνο μετά από τους Σαδίκη και Ζαμάνο με την προσθήκη του Κώστα Καλογήρου στα τύμπανα και να ηχογραφήσουν τον δίσκο που όλοι μας (ελπίζω) γνωρίζουμε. 


Στους Clandestinos όμως βρίσκουμε και τους Χρήστο Πολίτη και Στράτο Αλοίμονο που είχαν συνεργαστεί ξανά όλοι μαζί στο ομότιτλο άλμπουμ των (επίσης βραχύβιων) Επόμενη Κίνηση, κυκλοφορημένο στην FM records το 1996. 
Μαζί με τους τρείς στο Mixed Race ανταμώνουν πλέοντες και ταξιδεύοντες σε rock νερά κι έπειτα στην ελληνική παράδοση αλλά και την παγκόσμια, για να χαθούν στον ορίζοντα κάπου μακριά και ανεξερεύνητα, η ποίηση του Kerouac και του Εμπειρίκου, οι στίχοι του Σιδηρόπουλου (στη διασκευή του Μου ‘πες θα φύγω) βιόλες βιολιά σύνθια Ney και Mismar, ο Ζωρζ Πιλαλί, και μια πλειάδα ακόμη λέξεων ήχων μουσικών και μουσικών.
 

Στο δέκατο (από τα δώδεκα συνολικά) τραγούδια του CD η παρέα των Εν Πλω μεγαλώνει αφού το Χαμένες κουβέντες όπως είναι ο τίτλος του τραγουδιού, είναι σύνθεση του από καιρό αποδημήσαντα εθελοντικά εκ του μάταιου τούτου κόσμου, Δήμου Ζαμάνου. Ξεκινάει σαν βαρύ μεταμεσονύκτιο και βραχνιασμένο ρεμπετοblues για να συνεχίσει σαν ανορθόδοξο trip hop και να καταλήξει προς το τέλος με το sample της φωνής του Demetrio Stratos σε κάτι άλλο που όποιο επίθετο κι αν του κολλήσω δίπλα απλά θα το μειώσω.


Και αφού τα θυμήθηκα όλα αυτά και ετοίμασα ένεκεν τούτη τη μικρή ανάρτηση, δε μπορώ να μη μνημονεύσω πριν το τέλος και το δεύτερο κομμάτι του δίσκου, το Βλέφαρο από πορσελάνη που ανάμεσα στις κιθάρες τα κρουστά τα πλήκτρα το πιάνο και την ποίηση του των στίχων εμφανίζεται από το πουθενά και χάνεται εκεί ο ήχος του Mismar έν’ αράβικο πνευστό που ακούγεται σαν γκάιντα και σηκώνει το τριχωτό κεφαλής και σώματος κάγκελο.



Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

The Nice Folk - Touched

Self Released
2014
Από το ωραίο και παραθαλάσσιο -όπως είδα στις φωτογραφίες- Wollongong (κάπου εκεί είχαν ξεκινήσει και οι TV Jones του Deniz Tek) της Αυστραλίας μας έρχονται οι Nice Folk, που δεν είναι και τίποτα χθεσινοί αλλά ούτε και πολύ εργατικοί, αφού για να φτάσουν ως τον δεύτερό τους δίσκο που είναι το Touched, έπρεπε να περάσουν δέκα ολόκληρα χρόνια και ένα EP, από τη στιγμή που οι Dave Mutton (φωνή) και Lax Charisma (κιθάρα) έκαναν τη πρώτη τους πρόβα.
Δέκα χρόνια γεμάτα με πολύ καπνό και ποτό όπως φαίνεται από τη φωνή του Mutton, άλλες τόσες πρόβες, συχνές εκδρομές στους απανταχού βάλτους της χώρας τους προς γνώση και συμμόρφωση, αλλαγές στη σύνθεση και επαναλαμβανόμενες τακτικές και ολονύκτιες ακροάσεις της πλήρους δισκογραφίας του Captain Beefheart των Gun Club των Pere Ubu των New Christs των Beats of Bourbon και άλλων παρεμφερών θηρίων ανήμερων.
Έτσι αυτό το κράμα βραχνής φωνής θορυβώδους κιθάρας πιστής rhythm section και γουργουριστής τρομπέτας (από τη μόνη γυναίκα της εξαμελούς σύνθεσης) που ακούμε, είναι λογικό να ξεκινάει από το blues και να καταλήγει στο punk και straight rock and roll, που μόνο μπάντες από αυτή την χώρα τελικά γνωρίζουν να παρασκευάζουν, προσθέτοντας στο τέλος το μεγάλο τους μυστικό που μάλλον σπανίζει εκτός των συνόρων, και δεν είναι άλλο τα 9 μέρη νερό και ένα μέρος χώμα της καρδιάς τους όπως τραγουδούσαν και οι Scientists.
Στα οκτώ κομμάτια του LP (ή ψηφιακού download και μόνο, το CD μας τελείωσε) οι βρυχηθμοί του Mutton δε σταματούν ποτέ όπως και το σφυροκόπημα στα τύμπανα και το γρατζούνισμα στις κιθάρες, ενώ η τρομπέτα κάνει παύσεις ίσα ίσα για μικρές ανάσες και ξανά προς τα ευαίσθητα τύμπανα των αυτιών μας τραβά.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι αθεόφοβοι έχουν στήσει το όλο κόλπο εντελώς ανάποδα απ' ότι συνηθίζεται, με αποτέλεσμα τα καλύτερα τραγούδια να σε περιμένουν προς το τέλος, με αποκορύφωμα το ολοκαύτωμα του What's Wrong With Me?, ένα τραγούδι ή μια κραυγή σωστότερα που κάνει ότι σχετικό με blues και punk και δεν ξέρω και 'γω τι άλλο πολυφορεμένο έχετε ακούσει τα τελευταία πολλά χρόνια, να μοιάζει με αποκριάτικη διαφήμιση του Jumbo.
Συμπέρασμα: Αφού προσπεράσει κανείς το κάκιστο εξώφυλλο, ο δίσκος στο σύνολό του είναι πάρα πολύ καλός, αριστουργηματικός για τους εθισμένους με τον κλασσικό -πια- αυστραλέζικο ήχο, και είναι ο δεύτερος (θα τα πούμε και για τον έτερο επίσης από την χώρα των καγκουρό ερχόμενο, προσεχώς) που συνειδητοποιώ ότι έχασε τη θέση του στη πεντάδα της λίστας του '14 μόνο και μόνο εξαιτίας του ότι τον άκουσα τις πρώτες μέρες του '15.

Πρώτη δημοσιέυση στο mic.gr

bandcamp