Το βράδυ στηναγρυπνίαοΡοκαμαδούρης οΜυστήριος,ίσωςγιανασπάσειτηναμήχανησιωπήκαιτημελαγχολίαπουέπεφτεσανσεντόνιπάνωμας,διηγήθηκε μιαπαραλλαγή ενόςπαλιούχασικλίδικουανέκδοτου.
Είχε τοχάρισμαστιςιστορίεςοΡοκαμαδούρης…μας είπελοιπόν,μετονχτύποτηςβροχήςπουέπεφτεέξωνατουδίνειτονρυθμό,γιαέναντύποπουαγαπούσεπαθιασμένατοrockandroll,όπωςόλοιμαςσεεκείνοτοδωμάτιο,γι’αυτόάλλωστεείχαμεβρεθείεκεί,καιμίαωραίαμέραεντελώςξαφνικάόπωςσυνήθωςσυμβαίνει,έσκασεμύτηστονπαράδεισο,καιμάλιστατονυποδέχτηκεμιαμεγάληφωτεινήταμπέλαπουέγραφε:
SaintPeter’sDayFestival
Πέρασε λοιπόν διστακτικά την αφύλακτη είσοδο, καιβρέθηκε σεέναντεράστιο,καταπράσινο ανοιχτόχώρο,όπουλάμβανε χώρα,όπως άρχισενακαταλαβαίνει περιπλανώμενος
απόσκηνήσεσκηνή,έναrockφεστιβάλπουόμοιότουούτεσταπιοτρελάόνειραδενείχεκατορθώσειναδει…
Στη
μεγάλη
σκηνή
οJimαπειλούσε ξανά
και ξανάμπροστάστομικρόφωνοτονπατέρατουότιθατονσκοτώσει,αλλάότανήταννατοπαραχοντρύνειμετημάνατουτοέκοβεαμέσωςκαιξανάρχιζεαπ’τηναρχή.ΟJimi, λιγωμένος,κοιτούσετακορίτσιακάτω,ηJanisτ’αγόρια, οKeithξεκινούσεναχτυπάειτατύμπανακαιόλοκάτιτου καθόταν στραβά
και σταματούσε, χαμός σου
λέωέλεγεοΡοκαμαδούρης…
Ο φίλοςμαςόμως,όπωςσυνήθιζεκαιεδώκάτω,προσπέρασεσταγρήγορακαικατευθύνθηκεστιςμικρότερεςσκηνές…
Ο BrunoAdamsερχόταναπ’τοβάθοςμετονTownesVanZandtαγκαλιάτραγουδώνταςτο«SnakeSong»,ενώσεμίαακόμη
μικρότερη σκηνή εκείκοντά διέκρινε
το Moodists μπλουζάκι του Ποθουλάκη,το κόκκινο πουκάμισο τουΠλούτομαζίκαιτοθολότουβλέμμα,καιτονJohnnyJewelσκυφτόστηνκιθάρατουνακουρδίζειπάνωστο«Heatwave».
Έπιασεκαιέστριψεένατσιγάροαπόταξέχειλαβάζαπου υπήρχαν αραδιασμένα με τάξη σε πάγκους σιγοτραγουδώντας εύθυμα«θεέμουμεγαλοδύναμε
πουείσαιψηλάεδώπάνω»,καιότανγύρισεναψάξεικάποιοννατουδώσειφωτιά, έναςμουσάτοςτύποςμεχλαμύδα,σανχίπηςτουπαλιούκαιρού,τονπλησίασε.
Ο μουσάτος τονκοίταξεμεμάτιαγεμάτακατανόησηκαιτουείπε:
«Αγόριμου,ξέχνατοτσιγάροκαιθυμήσουέναπαλιόανέκδοτο
που άκουγες
εκεί κάτω
και γέλαγες
σαν
χάχας.Ανείχαμεκαιφωτιάφίλεέλεγε,θαήτανοπαράδεισοςκαιόχιηκόλαση,θυμάσαι;Κιαυτούςεδώμηντουςκοιτάςέτσι,μιαφοράτονχρόνοστηγιορτήμουτουςβγάζουμεεδώέξωναπάρουνλίγοαέρακαιναχαρούν,κουρδίζοντας και κάνοντας
soundcheck.Δενυπάρχειπερίπτωση ναξεκινήσουν
ναπαίζουν,καμιά ώρα ακόμηθατουςαφήσωναχαίρονταικαιναπεριφέρονται,κιύστερα,όλοιμαζί, βουργιαεκείνητημεγάληπόρταπου
είδεςμπαίνονταςαριστερά.είχαμεσβήσειτηνταμπέλαγιαλίγοναξεχαστούν.Γι’αυτότρέχαστηνάλληπύληαπέναντι δεξιάναχαιρετίσεις
μερικάγνωστά σουάτομαπουπεριμένουν
νασεδουν,καιύστεραέλαγρήγορααπέναντιεκείπουσουείπα.Θαανάψουνσελίγοκαιτηνταμπέλαδενυπάρχειπερίπτωσηναχαθείς.Ανοίγειςαπλάτηνπόρτακαιαρχίζειςνακατεβαίνειςτιςπολλέςδυστυχώς—μα
πάρα πολλές—σκάλες…
αλλά
μη
σενοιάζει,μόνομιαφοράτονχρόνοείπαμεγίνεταιαυτό».
WelcometoHell
Τοάλλοπρωίακολουθώνταςπεζοίτησκουπιδιάραπουπήγαινε
μπροστά, έζεχνε
κάθε γνωστή και
άγνωστηβρωμιά,καιξερνούσεπηχτόμαύροκαπνόστονουρανό,μετουςκασμάδες καιταφτυάριαστουςώμουςξεκινήσαμεγεμάτοιαλλόκοτη χαρά,ήτανόλαπαράξενα
φωτεινάμετάτηβραδινήβροχή,ταχόρταόσοπλησιάζαμεστονεκροταφείοχόρευανσαντρελάστοναέραπου άλλαζε συνεχώςκατεύθυνσηθαρρείςκαιερχότανεαπόόλατασημείατουανεμολογίουταυτόχρονα.
Στην είσοδοσταματήσαμε
ότανμαςχαιρέτισεοφύλακας,έτεινετοχέριστονπρώτον απόμας,γιανατοκρατήσειέτσιμετέωρογιαλίγοκαινατομαζέψειαμήχαναπίσω,μιαςκαιόλοιμαςτοναγνοήσαμεκοιτώνταςτονόμωςσταμάτια,μέχριπουπέρασεμπροστάτουολόκληρηηπομπή.
Τοχώμαήτανπαγωμένο,σκληρό,όμωςσκάψαμεβαθιά,σκάψαμε ιδρώνοντας
σαν καουμπόηδες παρ’όλητηνπαγωνιά.