Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Από τη ζωή ενός φαύνου




Ανέγγιχτος απ τη μοίρα του λαού μου;!;: Αυτό που μορφάζει εκεί μες τα καφέ, που μαρσάρει εμβατήρια, και που ανταλλάσσει ενθουσιασμένο λόγια της δεκάρας, δεν είναι ο λαός μου!
»

Οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ πιο ενοχλητικοί, απότι σαν παίζουν τους στρατιώτες. (Μάλλον θα τους έρχεται περιοδικά κατά εικοσαετίες, περίπου όπως η ελονοσία, τον τελευταίο καιρό μάλιστα ακόμη πιο συχνά). 
Κερδισμένοι στο τέλος βγαίνουν εντούτοις πάντα οι χειρότεροι, δηλαδή: προϊστάμενοι, αφεντικά, διευθυντές, πρόεδροι, στρατηγοί, καγκελάριοι. 
Ένας καθωσπρέπει άνθρωπος θα ντρεπόταν να είναι προϊστάμενος.

»

Τίποτε δεν είναι πιο ανατριχιαστικό και θλιβερό: απ’ ότι δυο λαοί που ορμούν εθνικοϋμνούντες ο ένας στον άλλον. Ο άνθρωπος, το «αλαλάζον ζώο»· ως ορισμός). 

»

Σ εμένα κάτι τέτοιοι τόνοι πάνε εντελώς χαμένοι!! Πριν θελήσεις να πεθάνεις για την πατρίδα σου, για ρήξ’ της πρώτα καμιά προσεκτική ματιά!


text: Arno Schmidt, Από τη ζωή ενός φαύνου, μετάφραση Γιάννης Κοιλής, εκδόσεις Κριτική 1992.
music: Bob Bucko Jr – The World Is Full Of Fools (Kevin Coyne cover), Covers Digital Album, 2014. 


Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Θ’ ανταμώσουμε πάλι στη στάχτη


Μάρκος Μέσκος 
1935 - 2019


Ψωμί κι αλάτι στον δρόμο· για τ’ αβέβαια στερνά
κάποια κέρματα λησμονημένα στην τζέπη θα υπάρχουν.

                                           »

Εδώ με θάψανε όχι μονάχον.
Μαζί κι αυτοί που χάθηκαν προτού πεθάνω·
κι αυτοί που αγάπησα και ζωντανοί ακόμα.

                                           »

Ξεύρεις ουρανέ με ποια βροχή και συ χώμα πως να με λιώσεις.

                                           »

Πλούσιο το χώμα γνωρίζει πολλά μυστικά· (με μια κλωστίτσα αγάπης πάρε με· πήγαινέ με ως τον Άδη!).

                                           »

Το μύρισαν άνθρωποι κακοί θαρρείς λουλούδι μοσκοφόρο
στη ρεματιά νύχτα το παράχωσαν ανώνυμα και υβριστικά
εσύ δεν το είδες ποτέ αθέατο στη φλόγα και στον ύπνο
         τις σκοτεινές ώρες
εκείνο που γέμιζε τα μάτια μας δάκρυα και πόνο την καρδιά
όταν σάλευε ο ρυθμός και χόρευε τρελά στις ερημιές
όταν κατάξερο λιγόστευε σιωπηλά στου γέροντα τα στήθια
         κι όταν
γιαβρί από της μάνας την ανατολή έσκιζε η κραυγή τους αιώνες.

                                            »

Θ’ ανταμώσουμε πάλι στον ίσκιο της γης
Θ’ ανταμώσουμε πάλι στη στάχτη.