Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Συγκομιδή από την εποχή της ξηρασίας


Χρήστος Πελτέκης - Συγκομιδή από την εποχή της ξηρασίας
Ποιήματα, στίχοι, μικρά πεζά, φληναφήματα
                                         
σελ. 104, σχήμα 13 Χ 20.5
ISBN 978-618-82160-1-3
εκδόσεις orphan drugs, Απρίλης 2017.


  Από τον γνωστό στη διαδικτυακή πιάτσα και ως saunterer, συγγραφέα των:


κάτι σαν δελτίο τύπου:

Για όσους έχουν διαβάσει κάποιο από τα βιβλία μου, το μόνο που έχω να πω
είναι ότι η «Συγκομιδή» θα μπορούσε να περιγραφεί περίπου ως saunterer unplugged.

Για τους υπόλοιπους, αυτούς που ίσως πλησιάσουν για πρώτη φορά, λέω ν αφήσω μόνο τον τίτλο και το εξώφυλλο να τους κατευθύνουν στο αλώνι όπου θερίστηκαν αυτές οι «λέξεις της σήψης», τα «γεννήματα εντροπίας», αυτή η συγκομιδή των κακών σπόρων, η «Συγκομιδή από την εποχή της ξηρασίας»... ή ακόμη, και να τους απωθήσει μακριά.


Τόποι και τρόποι διανομής (θα προστεθούν στην πορεία, ελπίζω, κι άλλοι):

Ι) Βιβλιοπωλείο Το Κεντρί
Δημητρίου Γούναρη 22
τηλ. 2310275349
Θεσσαλονίκη

II) Δισκοπωλείο Λωτός
Σκρα 7
Θεσσαλονίκη
(και για την υπόλοιπη Ελλάδα, μέσω ηλεκτρονικής παραγγελίας
στο: www.lotus.gr)

ΙΙI) Με παραγγελία κατευθείαν από τον συγγραφέα, επικοινωνώντας στο email:

 sauntererscape@gmail.com




Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Όσο υπάρχουν άνθρωποι



Υπέρ ψυχοραγούντων



Έτσι λοιπόν πορευόμαστε αδέλφια μου

ένα μπουλούκι σε ακατάπαυστη οχλαγωγία

άσπονδο πλήθος, σφιχτά αγκαλιασμένοι, εκατομμύρια!

δεν το χωράει ο νους, δεν μας χωράει η γης…

τόσοι όσοι να κάνουμε τις ποντικότρυπες ν’ αξίζουν χρυσάφι

ποτέ δεν περπατά κανείς μόνος, αυτό είν’ το κακό.

Σκυφτοί από το βάρος του παρελθόντος

το συσσωρευμένο βάρος της αηδίας των γενεών

ένας λεριασμένος μπόγος στην πλάτη μας

ραμμένος από τ’ άπλυτα έρημων χρόνων

και άδειων βρικολακιασμένων ημερών

ξέχειλος από προδομένους έρωτες, πληγωμένη ματαιοδοξία

κενές υποσχέσεις, κλάματα και οδυρμούς

φόβο και μίσος, αβεβαιότητα και ταπείνωση…



Κουρασμένοι απ’ το μέλλον

έτσι πάμε, από συνήθεια

κρυμμένοι καλά απ’ την αλήθεια

κατσιασμένοι σημαιοφόροι όλοι

αυτής της αχρείας παρέλασης

θύματα και θύτες

αυτής της τεράστιας παγκόσμιας απάτης.

Σιχαινόμαστε ο ένας τον άλλον

τις φάτσες, τα χνώτα, την πίστη, τις ιδέες

τα λόγια, τις σημαίες

με δυσκολία την απέχθεια μας κρύβουμε

τις οχιές που μέσα μας έρπουν

την τσίρλα που στη σκέψη τους και μόνο φέρνουν

και δεν έχουμε χαρτί να σκουπίσουμε τον κώλο μας

με χάπια χρωματιστά

με πιοτά και μυθεύματα

μικρά εξαμβλώματα ευτυχίας

υπερβολικές δόσεις μπουρδολογίας

με γέλια χαιρέκακα, κακαρίσματα, παρλάτες, σαχλαμάρες

μες τον αχό του μικρόκοσμού μας

αιχμάλωτοι, αγιάτρευτα εθισμένοι

στο γλιτσερό ζουμί μας βράζουμε

χορτάτοι από βρισιές κι αναθέματα

παριστάνουμε τους γαϊδάρους

για να μπορούμε δίχως τύψεις να τρώμε σανό

και να μπορούμε να ταΐζουμε μαζί

κι αυτό το αχόρταγο κτήνος, το Εγώ.


Μνησίκακοι και πιότερο δειλοί

από κακό σκυλί

που στη φέρνει από πίσω

ποτισμένοι από φρίκη

πνιγμένοι απ’ τον βραχνά του πανικού

μέσα στη λάσπη του κόσμου σερνόμαστε τυφλωμένοι

τις αυταπάτες μας σαν φυλαχτά κουβαλάμε

και ασθμαίνοντας έρπουμε…

μα λέμε πως μπροστά προχωράμε.

Το μόνο ελπιδοφόρο είναι

ότι φαίνεται να ξεμένουμε από χρόνο

κι είναι αργά για μια νέα αρχή

πολύ αργά για να ενδιαφέρει πια και κανέναν

τελικά

κι όσο κι αν ο Χάρος

είναι κουφός κι αργεί

ο Θάνατος πάντοτε έρχεται

σαν τη μάνα

που σκουπίζει στοργικά τα δάκρυα του παιδιού

και σβήνει με μιας

ολόκληρο αυτό που μπόρεσε να γίνει

η ανόητη κι ανούσια γριά ζωή.

Ο Θάνατος λοιπόν

όπως πάντα

είναι μια λύση

ίσως η μόνη ενδεδειγμένη

αρκεί βεβαίως

να ψοφήσουμε όλοι

να μην ξεφύγει κανείς

και να μην υπάρξει ανάσταση ασφαλώς.

Να μείνουμε εκεί που πάντα ανήκαμε:

Στη σαβούρα των αιώνων…

Αμήν.


text: Χρήστος Πελτέκης (aka saunterer) – Συγκομιδή από την εποχή της ξηρασίας, εκδόσεις orphan drugs, 2017. (Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες).
music: The Layers – Me And My Gun (July 14th cover), Dreamcathcer EP, Self Release 2011.
 

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

θρησκευτικά (κατά κάποιον τρόπο) ΙΙ


Ρε σεις τελώνια της ρεματιάς, που μένετε μέσα στα χαμομήλια και στις μολόχες, μικρά τελώνια, κατουρημένα από τους περαστικούς σκύλους, που η κοιλιά σας τουμπανιάστηκε από λιακάδα και μπουγαδίσια απονέρια, τι καθόσαστε τεμπέλικα και ξύνετε τα τσιμπούρια σας;… Πάνω από το ρέμα είν' οι παράγκες, μανάδες και μωρουδέλια και παλιά ρούχα, γιούκοι ατέλειωτοι. Και δεν έχει ψωμί στα ντουλάπια κι οι βόθροι μυρίζουνε, ξεφτόχαρτα κρέμουνται απ' τα ταβάνια και τα κορίτσα πλένουνται μέσα σε μαστέλα τσίγκινα.
    Τι καθόσαστε ρε τελώνια, και δεν σαλτάρετε να δώσετε ένα χεράκι να βοηθήσετε τους φουκαράδες; Ποιος θα τους βοηθήσει;
Οι πλούσιοι; Δεν έχουνε καιρό, κοιτάνε να τους κλέψουνε.
Οι αγαθοί Σαμαρείτες; Δεν έχουνε καιρό, κοιτάνε να τους βγάλουνε λογαριασμούς κι εράνους με ιερό θρησκευτικό περιεχόμενο.
Οι δικαστές; Δεν έχουνε καιρό, κοιτάνε να τους χώσουνε μέσα.
Οι αστυνομικοί; Δεν έχουνε καιρό, κοιτάνε να τους αρπάξουνε, κανένας δεν έχει καιρό, καθόσο νά έτσι είναι και όλοι απάνω τους ξεθυμαίνουνε, να γίνει που λέει κι η Σοφία Σειράχ «ο φοβούμενος Κύριον εκδέξεται παιδείαν και οι ορθρίζοντες ευρήσουσιν ευδοκίαν και ο υποκρινόμενος Νόμον σκανδαλισθήσεται εν αυτώ...»…
 
text: Νίκος Τσιφόρος – η εισαγωγή από την ιστορία «τ ανθρωπάκι κλαίει μονόχορδα» μέσα από το βιβλίο του «Παραμύθια πίσω από τα κάγκελα», εκδόσεις Ερμής 1998.
music: Απόστολος Νικολαΐδης – Ο Αρχάγγελος, σέϊμ τάϊτλ ΕΛΠΙ, Vasipap 1993.



Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

θρησκευτικά



...κι οι ελεύθεροι στοχαστές κάνανε τα παράπονά τους στην εκκλησία και λέγανε πως αφού ο Χριστός ήτανε Θεός τι τα θελε τα νταραβέρια με μια γυναίκα του δρόμου; και γω τους είπα, στην όμορφη γυναίκα δεν μπορώ ν αντισταθώ μήτε και γω, πόσο μάλλον ο Χριστός, κούκλος ομορφιάς της εποχής του σαν τον Κόναρ Τόλνες, κι ήτανε και τριάντα χρονώ, κείνη η Μαρία η Μαγδαληνή, κι ας ήτανε λουλούδα από καπηλιό, τα κατάφερε κι άγιασε κι έγινε αγαπητή σ όλους στον ουρανό και το Χριστό δεν τον απαρνήθηκε και με τα μαλλιά της του σκούπισε τα αίματα, και κείνος ο καημενούλης κρεμότανε από το σταυρό γιατί κύρηχνε την κοινωνική τη δικαιοσύνη και την πρόοδο, κι έλεγε πως όλοι οι ανθρώποι είναι ίσιοι, κι η μανούλα του ξέσπασε σε λιγμούς κι η Μαρία η Μαγδαληνή τον παρηγόραγε, και σας ρωτάω, που είναι όλες οι όμορφες της εποχής εκείνης; πεθάνανε και τίποτα δεν άφησαν πίσω τους, μα η Μαρία η Μαγδαληνή θ αγγίζει τις ποιητικές καρδούλες, όσο θα υπάρχουνε ανθρώποι, κι ήτανε μεγάλη η προσφορά του παλικαριού του πεντάμορφου που μαθήτεψε μαραγκός, ήξερε να κόβει ξύλα και να φκιάνει δοκάρια και ξαφνικά τα παράτησε όλα και πήγε να διδάξει στους ανθρώπους πως ν αγαπάς τον διπλανό σου δε θα πει να κάνεις τούμπες μόμορφες δεσποινίδες στον καναπέ, μα πως θα πει να βοηθάς πάντα τον κάθε άνθρωπο την ώρα που έχει ανάγκη, κι ο παπάς, επειδής ήξερα καλά την κατήχησή του, μου δωσε μιαν εικόνα του Χριστού με το δισκοπότηρο, τον καιρό της Αυστρίας ήτανε της μόδας, ήτανε σαν αν λέμε ανακαταγραφή και αξιολόγηση, να ξέρεις ποιός είναι ο Πατήρ, ποιός ο Υιός, και ποιο το Άγιον Πνεύμα, έναν παπά τον πήγανε στα δικαστήρια γιατί οι αδερφές Ούλμανοφ δεν ξέρανε ν απαντήσουνε τι είναι η Αγία Τριάδα, κι ο παπάς τις κάθισε με γυμνό πισινό πάνω στη σόμπα, κι ύστερα οι δυό κοπέλες δεν καταφέρανε μήτε να παντρευτούνε, κανένας δεν ήθελε νταραβέρια μαζί τους, κι ακόμα πιο πολύ μια και δεν ξέρανε τι είναι η Αγία Τριάδα, κανένας βέβαια δεν το ’ξερε, μα έπρεπε να κάνουν τάχα μου πως το ξέρουνε...

text: Bohumil Hrabal - Automat Svet, στα ελληνικά, Θέλετε να δείτε τη Χρυσή Πράγα;, μετάφραση Ρενέ Ψυρούκη, εκδόσεις Αίολος 1981.
music: The Sterling Sisters – Death Of A King, Mystery Train Redux EP, Spiral Cinema 2012. 



Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Took that long to take effect



«Τι γίνεται, Μπο;» είπε η Λούσι. Δεν τον ρωτούσε τυπικά. Αυτό του άρεσε.
«Τι να σου πω, ρε Λούσι... Βαρεμάρα».
«Βάλε άλλο τραγούδι αύριο και μπορεί να σου περάσει».
«Αύριο είναι Κυριακή. Άσε που το τραγούδι μου δεν το βαριέμαι».
«Για ξαναπές μου, πόσων χρονών είσαι;»
«Τελευταία φορά που τα μέτρησα, τα βρήκα δεκάξι».
«Σου πήρε δεκάξι χρόνια να βαρεθείς;»
«Είμαι λίγο αργόστροφος».
   Η Λούσι γέλασε. Ο Μπο χάζευε τις ζάρες του προσώπου της προσπαθώντας να καταλάβει αν γελούσε επειδή της άρεσε η απάντηση ή επειδή ήθελε να τον κοροϊδέψει. Γι αυτό την έλεγε πουτάνα ο κόσμος, σκέφτηκε χαμογελώντας.

text: Breece D’ J Pancake – Trilobites, στα ελληνικά «Τριλοβίτες», μετάφραση Γιάννης Παλαβός, εκδόσεις Μεταίχμιο 2015.
music: Liar’s Trial – Devil On My Back, Armadillo By Morning CD, Bob Lunch records 2017.



Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

These fragments I have shored against my ruins




Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς. 

Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
          δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
         ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
        γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
        ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
         να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο. 

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
      άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο; 
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
      του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
      άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι ! 
Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.
        Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου.
Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε.
Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι;
Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου». 

    Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών
         το μονοπάτι
Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους. 

     «Τι είναι αυτός ο θόρυβος;»
                            Ο αγέρας κάτω απ’ την πόρτα.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αγέρας;»
                            Τίποτε πάλι τίποτε.
                                                                            

«Δεν ξέρεις τίποτε; Δε βλέπεις τίποτε; Δε θυμάσαι
Τίποτε ;» 

       Θυμάμαι…

Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια
       παγωμένη ριπή
Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο
       γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή. 

 «Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η
        μουσική» 

Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα
           στό πλάι σου; 

Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού...

Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά
Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο
      κατοικία. 

Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή
     του
Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη
     φυλακή του
Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα…

Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου…


image: Pieter Bruegel the Elder – The Triumph Of Death (1562) *fragment.
text: Ένα αυθαίρετο κολάζ από το ποίημα The Waste Land του T.S. Eliot (1922). 
Στα ελληνικά «Η έρημη χώρα», μετάφραση Γιώργου Σεφέρη 1936, παρμένο μέσα από την Ε ανατύπωση, εκδόσεις Ίκαρος 2000.
music: Kayno Yesno Slonce – Farraige, Mare Verborum CD, 2017.