Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

These fragments I have shored against my ruins




Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς. 

Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
          δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
         ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
        γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
        ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
         να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο. 

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
      άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο; 
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
      του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
      άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι ! 
Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.
        Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου.
Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε.
Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι;
Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου». 

    Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών
         το μονοπάτι
Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους. 

     «Τι είναι αυτός ο θόρυβος;»
                            Ο αγέρας κάτω απ’ την πόρτα.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αγέρας;»
                            Τίποτε πάλι τίποτε.
                                                                            

«Δεν ξέρεις τίποτε; Δε βλέπεις τίποτε; Δε θυμάσαι
Τίποτε ;» 

       Θυμάμαι…

Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια
       παγωμένη ριπή
Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο
       γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή. 

 «Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η
        μουσική» 

Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα
           στό πλάι σου; 

Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού...

Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά
Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο
      κατοικία. 

Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή
     του
Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη
     φυλακή του
Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα…

Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου…


image: Pieter Bruegel the Elder – The Triumph Of Death (1562) *fragment.
text: Ένα αυθαίρετο κολάζ από το ποίημα The Waste Land του T.S. Eliot (1922). 
Στα ελληνικά «Η έρημη χώρα», μετάφραση Γιώργου Σεφέρη 1936, παρμένο μέσα από την Ε ανατύπωση, εκδόσεις Ίκαρος 2000.
music: Kayno Yesno Slonce – Farraige, Mare Verborum CD, 2017.