Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα orphan drugs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα orphan drugs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

Steve Tallis



Κάνοντας ένα διάλειμμα από τα της «Ξηρασίας», πάμε να γνωρίσουμε έναν αληθινό saunterer, έναν περιπλανώμενο προσκυνητή του ήχου, έναν λευκό aboriginal της Αυστραλίας που ακόμη και για πάντα ακολουθεί τα μισοσβησμένα χνάρια στ αρχαία μονοπάτια των τραγουδιών, έναν χλωμό Αφρικανό μάγο που μπορεί να καλέσει το πουλί της αστραπής και να φέρει τη βροχή με το τραγούδι του, έναν δερβίση της ανατολής που χορεύει περιστρεφόμενος στα βήματα των άστρων, έναν σαμάνο της στέπας που μεταμορφώνει την έκσταση σε νότες, στο τέλος έναν ταπεινό απόγονο Βαλκάνιων μεταναστών στην Αυστραλία των 50s, που από τα έντεκα του χρόνια εκεί πίσω στο 1962, ως σήμερα απλά παίζει τα Blues του δικού του Δέλτα που είναι τόσο μεγάλο όσο να χωράει όλα αυτά κι άλλα τόσα...
Άλλα τόσα που μπορεί να περιέχουν τα ακούσματα της παιδικής του ηλικίας, δηλαδή ζουρνάδες, νταούλια, γκάιντες αλλά και μπουζούκι και ούτι, το rock της εφηβείας από τους Them και τους Animals μέχρι τον Hendrix και τους Loved Ones, τις επιρροές της ενηλικίωσης όπως ο Dylan και ο Buckley, ο Leadbelly και ο Coltrane, και να μη ξεχάσουμε και τον Dr. John (Jsuis le Grand Zombie), και από κει και πέρα τη μουσική του μεγάλου ταξιδιού (πραγματικού μιας και έχει περιπλανηθεί και ζήσει κατα διαστήματα σε όλες σχεδόν τις ηπείρους, αλλά και μουσικού φυσικά) από την μάνα Αφρική μέχρι τα πέρατα του κόσμου.

Υπερβολές; Μπορεί... πάντως μπροστά σ αυτά που ακούμε και διαβάζουμε για τον κάθε εκκολαπτόμενο η σιτεμένο, εγχώριο ή εισαγόμενο «bluesman» ή «rocker», που το μεγαλύτερο κατόρθωμα του είναι μια μέτρια ως κακή αντιγραφή των «επιρροών» του, μπροστά σ αυτά έλεγα, και πολύ σεμνά νομίζω τα έγραψα...

Δύο δείγματα γνωριμίας... η ιεροτελεστία του Papa Loco από το άλμπουμ Loko που έβγαλε με τη βοήθεια των Holy Ghosts πίσω στο 2007 και το Silence in the House of God από το πολύ όμορφο απ το εξώφυλλο ως την τελευταία –σκοτεινή- νότα The First Degree του 2014 αμφότερα στη Zombi music.

Μουσική για τους αληθινούς εραστές της κι όχι τους... επιβήτορες της.


Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

The Missing Link...Wray (self titled album, 1971)




Εδώ δεν θα μιλήσουμε για τον Link Wray που μάθαμε από τους Cramps, με τον ασύλληπτο, μοναδικό κι αξέχαστο, διεστραμμένο ήχο της κιθάρας του, με τα μαύρα ρούχα και το μεγάλο τσουλούφι, τη φιγούρα που στη προσπάθειά μας να μιμηθούμε καταλήξαμε να μας αποκαλούν κλόουν ροκαμπίλι. 
Δεν θα μιλήσουμε ούτε για τον κιθαρίστα που με τα ακόρντα του Rumble στα 1958 άλλαξε την πορεία του Rock and Roll. 

Αν και, ακόμη και τότε, στα 1971, τη χρονιά που μας ενδιαφέρει σ’ αυτό το κείμενο, ήταν (και παρέμεινε ως το τέλος, εκεί στις 5 Νοέμβρη του 2005) εκείνος ο ίδιος Link, το φτωχόπαιδο από τη Βόρεια Καρολίνα, ο μισός Ινδιάνος Shawnee, ο βετεράνος της Κορέας, ο φυματικός με το ένα πλεμόνι που σε πείσμα των γιατρών τραγουδούσε ακόμη. Τραγουδά και παίζει ακόμη…και μέσα απ’ τον τάφο του.  
Μόνο που τότε, στην αυγή μιας ακόμη δεκαετίας, της τέταρτης, είχε δει πλέον κι αυτός με τη σειρά του τη γραμμή σκιάς στον ορίζοντα, και όπως όλοι γνωρίζουν, η σκιά γνωρίζει καλύτερα.  

Είναι ο Link Wray που πέρα απ’ όλα αυτά, ας μη ξεχνάμε ότι έχει περάσει (και) από πάνω του μια συγκλονιστική δεκαετία όπως αυτή του ’60, ένας σαραντάρης (και κάτι) πλέον Link, που επιστρέφει στη δισκογραφία έπειτα από αρκετά άγονα χρόνια, με έναν δίσκο- γιορτή. 
Μια γιορτή που λαμβάνει χώρα σε μια φάρμα στο Accokeek του Maryland, και πέρα από τα δύο αδέρφια του και τους υπόλοιπους τρεις μουσικούς, μοιάζει σαν να έχουν χωρέσει εκεί μέσα, αλλά και έξω στην αυλή όπου είναι στημένα τα ηχεία της κιθάρας του Link, σύσσωμοι οι κάτοικοι της φανταστικής Φωκνερικής πολιτείας της Yoknapatawpha. 

Εκεί όπου οι γιάνκιδες όπως και όλοι οι άλλοι, έχουν μεν θέση αλλά όχι λόγο, μιας που αυτός ανήκει αποκλειστικά στους βάναυσους, σκληρούς, ξεροκέφαλους μα κάποιες φορές και αγνούς λευκούς άποικους, αλλά φυσικά και τους καταφρονημένους, σημαδεμένους από το βαθύ, ανεπούλωτο τραύμα της σκλαβιάς νέγρους, και βέβαια τους αποδεκατισμένους ινδιάνους που αφού τους ξερίζωσαν με τη βία την επαφή τους με το Μεγάλο Πνεύμα , φρόντισαν να τους το αντικαταστήσουν με το οινόπνευμα.  
Μια γιορτή τελικά από και για τον μεγάλο Νότο και τις φυλές του. 

Με κιθάρες, μπάσο, μαντολίνο, πιάνο και όργανο, ντραμς και διάφορα αυτοσχέδια κρουστά, κι έναν Link να τραγουδά, συχνά με τη χορωδιακή συνοδεία των υπόλοιπων συντελεστών, και ν’ ακούγεται σαν ξαναγεννημένος.  
Τραγούδια γεννημένα κι αυτά ξανά και στον αιώνα, από τα Blues, τη Country, τα Gospel, τη Soul, το RocknRoll, τη Folk των βουνίσιων και τις μουσικές των βάλτων.  
Ένας δίσκος ποτισμένος (μ’ αρέσει να φαντάζομαι) με παράνομα αποσταγμένο καλαμποκίσιο ουίσκι στη παλιά καλύβα του βουνού, και ηχογραφημένος από τον Ray Vernon, αδερφό του Link, στο θρυλικό πλέον όνομα και πράμα Three Track Shack, το αυτοσχέδιο δηλαδή στούντιο, που ο ίδιος ο Link κατασκεύασε από ένα…κοτέτσι. 
Δέκα κομμάτια, όλα πρωτότυπες συνθέσεις του Wray, αλλά και μερικές του Steve Verroca, συμπαραγωγού και μαζί με τον άλλον αδελφό του Link, Doug Wray ντράμερ του δίσκου, συν τη διασκευή στο Τail Dragger του Willie Dixon που κλείνει το άλμπουμ. 

Σε όποιον ακούσει με ανοιχτά αυτιά και καρδιά, ακόμη και σήμερα, δεν φαντάζουν καθόλου υπερβολικές οι συγκρίσεις με τους Band ή τους Rolling Stones της εποχής, (είναι και ο τρόπος που τραγουδά ο Wray), δεν ακούγονται υπερβολικοί ακόμη και εκείνοι που λένε ότι πρόκειται για ένα Exile on Main Street δίχως το super-rock κύρος, ή ακόμη και οι άλλοι που το τραβάνε ακόμη περισσότερο και ισχυρίζονται ότι απλά είναι ο δίσκος που οι Stones δεν κατάφεραν να ηχογραφήσουν ποτέ.  

Όπως και να έχει, και αυτό το άλμπουμ όπως και όλα του Link Wray, δεν είναι τίποτε άλλο από μουσική που τρυπάει ευθεία και αλάνθαστα σώμα και ψυχή, σαν ινδιάνικο βέλος.

Η για να θυμηθούμε κλείνοντας τα λόγια του Αρχηγού Σηάτλ (Chief Sealth) για τη Μεγάλη Νύχτα των Ινδιάνων:

«Όταν ο τελευταίος ερυθρόδερμος εξαφανιστεί από την επιφάνεια αυτής της Γης και η ανάμνηση των δικών μου θα έχει γίνει μύθος ανάμεσα στους λευκούς ανθρώπους, αυτές οι όχθες θα μυρμηγκιάζουν από τους αόρατους νεκρούς της φυλής μου και, όταν τα παιδιά των παιδιών σας θα νομίζουν πως είναι μόνα μέσα στους κάμπους, μέσα στα μαγαζιά,, μέσα στα εργαστήρια, στους δρόμους ή στη σιωπή αδιαπέραστων δασών, δεν θα είναι όπως νομίζουν. Τη νύχτα, όταν στα χωριά μας και στις πόλεις μας θ’ απλώνεται σιωπή και σεις θα τις νομίζετε έρημες, οι δρόμοι θα είναι γεμάτοι από πλήθη νεκρών που θα επιστρέφουν στα ωραία μέρη που κατείχαν άλλοτε και ακόμα συνεχίζουν ν’ αγαπούν. Ο λευκός άνθρωπος ποτέ δεν θα είναι μόνος».
 
Υ.Γ. Ένα ευχαριστώ για ακόμη μια φορά στους Nomads, που ανάμεσα στα πολλά άλλα (αρκετά από αυτά έχουμε μνημονεύσει συχνά πυκνά στις σελίδες του παρόντος blog) που με τον ηλεκτρικό, δικό τους τρόπο μας δίδαξαν πίσω στα 80’s, ήταν και τo Fire and Brimstone μέσ' από αυτόν τον δίσκο του Link Wray. 
Ένα κομμάτι που επέλεξαν να διασκευάσουν το 1989 (την ίδια χρονιά με τους Neville Brothers και δύο δεκαετίες πριν ο Cave αποφασίσει να κάνει το ίδιο) τη στιγμή που για σχεδόν όλους τους νεοσύλλεκτους σ’ αυτές τις μουσικές τότε, το όνομα Link Wray ταυτιζόταν απολύτως και μόνο, με του ρυθμούς των Cramps. 
Ένα κομμάτι που αποτέλεσε έναυσμα τουλάχιστον για μένα στο να ψάξω και ν’ ακούσω αυτόν τον δίσκο σε μια ηλικία που μάλλον δεν ήμουν έτοιμος να τον εκτιμήσω σωστά. Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως…

Υ.Γ.2 Όσοι από σας δεν έτυχε ως τώρα ν’ ακούσετε αυτό το άλμπουμ, επιλέξετε να το κάνετε μέσα από το διπλό CD Wrays Three Track Shack όπου υπάρχει μαζί με τις υπόλοιπες ηχογραφήσεις του «κοτετσιού» εκείνων των ημερών, που κυκλοφόρησαν σε δίσκο, τα Mordicai Jones (επίσης το 1971) και Beans and Fatback (το 1973) και που εδώ πραγματικά και λόγο διάρκειας, η σύγκριση με το Exile είναι κάτι παραπάνω από εύστοχη, και το αποτέλεσμα…επιτέλους μια φορά σ’ αυτόν τον άδικο και ψεύτη κόσμο, συντριπτικό υπέρ των Ινδιάνων.



Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Sonic's Rendezvous Band


Αλλουνού ορφανού το ανάγνωσμα ετοίμαζα αλλά να…έχω βάλει να παίζει ολόκληρο το εξαπλό box set που είχε βγάλει η Easy Action το 2006, ακούω, ευφραίνομαι και νιώθω κάπως σαν τον Ζορμπά που ξύπναγε κανένα πρωινό κοίταγε την θάλασσα, τον ουρανό και τη γη, και έλεγε κάτι σαν: «αφεντικό τι είναι τούτο το θαύμα? Δεν είναι θαύμα που υπάρχει θάλασσα αφεντικό? Δεν είναι θαύμα που υπάρχει γρασίδι?» Σαν να ήταν η πρώτη φορά που τα έβλεπε…και δώστου να κυλιέται στο χορτάρι…
Έτσι κι εγώ τώρα που ακούω ξανά την πιο αδικημένη ίσως μπάντα στην ιστορία του rock and roll, αυτήν που θα πρέπει να κάνει όλους τους θεούς του να αυτοκτονήσουν από ντροπή για την κακή της τύχη...
Παίζει το So Sincerely Yours από ζωντανή ηχογράφηση και από…basement tapes, όπως άλλωστε από τέτοιες πηγές σώζεται και ολόκληρο το υλικό τους που είδε σιγά σιγά το φως είκοσι και τριάντα χρόνια μετά την περίοδο 1975-1980 που η μπάντα ήταν ενεργή. Τι είναι τούτο? ρωτάω το αόρατο αφεντικό σαν να το ακούω πρώτη φορά. Αυτό είναι που λέμε rock and roll ε? Αυτή είναι η φωνή, αυτές οι κιθάρες, αυτό το μπάσο κι αυτά τα ντραμς, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο. Τι θαύμα είναι αυτό μου λες? 
Και πως γίνεται ρε αφεντικό αυτοί οι τύποι να μη μάζεψαν όλο το χρήμα, την δόξα και τις γκόμενες, να μην έντυσαν τους δίσκους τους με πλατίνα, να μην έκαναν την μια παγκόσμια τουρνέ μετά την άλλη, παρά να έχουν επίσημα κυκλοφορήσει ένα (!!!) μόνο τραγούδι από τα 30-40 που ακούσαμε χρόνια μετά, και να έχουν δώσει μερικές συναυλίες κυρίως στο Ann Arbor και στα πέριξ της γειτονιάς τους? Πως γίνεται μπορείς να μου πεις? Δεν μπορείς…ε αμα δεν μπορείς αυτό τι διάολο μπορείς ρε αφεντικό? Τίποτα δεν μπορείς… 
Και τι σκατά rock and roll ακούνε όλες οι μπάντες από τότε μέχρι σήμερα ώστε να μην υπάρχει ούτε μια διασκευή του? Πάλι καλά που κάποιοι όπως οι Hellacopters νιώσανε το City Slang τουλάχιστον. Κι ας το σκοτώσανε φορές όπως οι Primal Scream πρόσφατα.  

Πάμε ξανά, έτσι για την ιστορία:
Scott Morgan (The Rationals) πως το έλεγε σ’ εκείνο το τραγούδι ο Country Joe με τα ψάρια του? Rock and Soul musics, driving people insane, Rock and Soul, thats the music got you walking down the street 
Gary Rasmussen (The Up) αυτός που κατάφερε και με τις δύο μπάντες του να μη ξεμυτίσει απ’ το υπόγειο του rock and roll αν και με λίγη παραπάνω τύχη θα μπορούσε να βλέπει την θέα απ’ το ρετιρέ. Ίσως να φοβήθηκε τον αείμνηστο που απειλούσε «να προσέξουν τα ρετιρέ» και να λούφαξε… 
Scott Asheton (Stooges) ο αδερφός του Ron Asheton και ντράμερ των Stooges δεν χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις. 
Και η μούρη που το παρατσούκλι της βάφτισε τους Sonic Youth, η μούρη που θα έπρεπε να έχει μείνει στην ιστορία σαν κάτι πολύ παραπάνω από «κιθαρίστας των MC5» και «ο άντρας της Patti Smith», σε έναν άλλον δικαιότερο κόσμο όπου ο θεός δεν θα κοιμόταν του καλού καιρού, και βέβαια πολλά χρόνια πριν η καρδιά του προδώσει τον Fred στα 45 του χρόνια, η αγαπητή και αγαπημένη Patti θα ήταν «η γυναίκα του Fred Sonic Smith» και αυτός ο τελευταίος ένας από τους 10 άντε 20 το πολύ μεγαλύτερους rock κιθαρίστες, μια αξέχαστη cool φωνή, και ηγέτης μιας μπάντας, τουλάχιστον ισάξιας με αυτές που την γέννησαν.
Δεν πειράζει όμως, ιτς οκει, ας είναι κι έτσι…ίσως να είναι και καλύτερα έτσι…για όλους…Fuck the hype and duck the tripe όπως λέει και ένας καλός φίλος. 


Θα κλείσω με κάτι από ένα παλιότερο ραντεβού μου με την μπάντα: 
Και ποιος είπε ότι η αξία στο rock βάζει στην ζυγαριά πολλούς δίσκους? αναρωτιόμουν στο orphan drug των Hydes… 
Όταν τα λεφτά σου φτάνουν μόνο για να μιξάρεις ένα τραγούδι, τότε δεν έχεις παρά να το τυπώσεις και στις δυο πλευρές του μοναδικού σου single, και να προτείνεις το μεσαίο δάχτυλο του χεριού σε όλα τα νυν και αεί μεγαθήρια του rock με τις ντουζίνες άλμπουμ, λέγοντας τους να πάνε να γαμηθούν.
Ο αέρας στον στενό, σκοτεινό και υγρό δρόμο βρωμάει αλκοόλ, βενζίνη και σαπίλα, τα καλώδια από τις κιθάρες καταλήγουν στους ξέχειλους σκουπιδοτενεκέδες, σπίθες ξεπετάγονται από τις χορδές, σε λίγο οι φλόγες γλύφουν τον ουρανό…
Motor City’s Burning!

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Rainer Hass


Αγαπημένο μου κοινό! (γλείψιμο κι έτσι)…δεν ξέρω τι κάνετε εσείς, ελπίζω, εύχομαι και προσεύχομαι να είσαστε καλά, όσο για μένα συνεχίζω να χύνω ποτάμια ιδρώτα πακετάροντας και κουβαλώντας…και όταν λέμε ποτάμια εννοούμε τουλάχιστον Δούναβη, για να μη πω τον μεγάλο μαύρο ποταμό, το Γέρο, τον Μισσισσίπι…όχι για πολύ ακόμη όμως… σύντομα ο saunterer ο τακτικός θα είναι και πάλι κοντά σας, να γλυκαίνει τις μέρες, να ομορφαίνει τις νύχτες, να…σταματάω γιατί με απειλούν ότι θα με ξαναστείλουν στον γιατρό…σύντομα κοντά σας ξανά λοιπόν, open up and bleed, μα για σήμερα το πρόγραμμα έχει…κονσέρβα…δηλαδή το ένατο orphan drugs που δεν έχει «ανέβει» ποτέ εδώ μέσα, παρά μόνο στο tranzistor.gr

και προσεταξεν κυριος κητει μεγαλω καταπιειν τον ιωναν
και ην ιωνας εν τη κοιλια του κητους τρεις ημερας και τρεις νυκτας


Σ ένα σκοτεινό υπόγειο, σαβανωμένα από τον ιστό της αράχνης, σκεπασμένα από την σκόνη και την λήθη, ξεχασμένα από θεό και άνθρωπο, μια στοίβα βινύλια περίμεναν υπομονετικά για χρόνια ένα ανθρώπινο –μα στην ουσία θεϊκό για αυτά- χέρι  με την πιάστρα της βελόνας στον δείκτη για να τους δώσει την ζωή ξανά.

Η μουσική που ξεχύθηκε στο δωμάτιο δεν ήταν αυτό που θα έλεγε κανείς όμορφη, άσε που αυτή η παλιομοδίτικη διστακτική σαν να ντρέπεται που τραγουδάει φωνή, με την συνοδεία της κιθάρας θαρρείς  του Django Reinhardt ακούγονταν παράταιρη πια σ αυτόν τον αιώνα…τον 21ο.
Όσο για το όνομα του δημιουργού της, που από τα δεκαέξι του είχε αποφασίσει ότι δεν είναι ο Reiner Hardt που όλοι ξέρανε, αν δεν είναι ακυκλοφόρητο των Abwarts, θα μπορούσε να ανήκει σε έναν νεκρό πλέον πρεζάκια μπασίστα συγκροτήματος που άλλαξε την ιστορία της μουσικής πριν καμιά τριάνταπενταριά χρόνια .

Reiner Hass που στην γερμανοαγγλική μετάφραση μας κάνει Pure Hate.

Κι όμως το μόνο κοινό που είχαν οι δυο τους πέρα του ότι ήταν μουσικοί (αν και αυτό για τον μπασίστα σηκώνει πολύ συζήτηση) το μόνο κοινό τους λοιπόν είναι η ιδιότητά τους ως πτώματα.
Ο ήρωας μας δε, ο Herr Hass είχε φροντίσει να εγκαταλείψει οικιοθελώς αυτόν εδώ τον μάταιο κόσμο πριν 67 χρόνια, όταν βρέθηκε κρεμασμένος από το ταβάνι του σπιτιού του, εκείνη την χιονισμένη χριστουγεννιάτικη νύχτα του 1945.

Από παιδί που ξεκίνησε να παίζει κιθάρα, μέχρι και την μέρα του θανάτου του στα 38 χρόνια του, φαντάζομαι ότι θα ‘χε σκαρώσει πολλά τραγούδια, αρκετά από αυτά ίσως να τα ηχογράφησε κιόλας, και θα είχε περάσει ίσως άλλα τόσα βράδια σε πάλκα γεμάτα καπνό όπως αυτά της γοητευτικής εποχής, που όμως έζεχνε κόλαση και έμεινε γνωστή σαν «η Δημοκρατία της Βαϊμάρης».
Αχώριστος σύντροφος από την αρχή και συνάμα έμπνευσή, η σχιζοφρένια του,  μαζί με της ασπρόμαυρες αλλόκοτες φιγούρες του Hans Beckert, του Dr. Caligari, και του Count Orlok, που τον γοήτευσαν και τον επηρέασαν αργότερα.

Όταν πια η μυρωδιά της κόλασης έγινε αποπνικτική, και ο πόλεμος μαινόταν φρικιαστικότερος έξω, παρά μέσα στο μυαλό, ο Hass αποφάσισε ότι δεν τον χωράει ο τόπος και καλά θα κάνει να τελειώνει αυτός με όλα αυτά, γιατί αυτά από μόνα τους δεν πρόκειται ποτέ να τελειώσουν.
Όση από την ηχογραφημένη του μουσική ξέφυγε από την ολοκληρωτική μανία των Ναζί, καταστράφηκε από την ανάλογη των συμμάχων σε θηριωδίες όπως αυτή της γενέτειρας του Hass Δρέσδης, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ο χρόνος συνέχιζε να ρουφάει την ζωή τριγύρω, το σώμα του Reiner Hass αναπαυόταν (και συνεχίζει) στην κοιλιά της Γης, το όνομά του ξεχασμένο κι αυτό στα μαύρα σκοτάδια της κοιλιάς του κήτους, και η μουσική του όλη, αέρας, σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Όλη? Όλη…εκτός από τα αραχνιασμένα βινύλια που λέγαμε στην εισαγωγή.

Αυτά αφού πέρασαν τον Ατλαντικό μέσα στην τσάντα της Frau Sophia Schmitz, πακεταρίστικαν ξανά και ξανά από την Νέα Υόρκη στο Ιλινόις, κι από κει στο Σικάγο, αφού στριφογύρισαν στο πικ-απ γεμίζοντας τα δωμάτια με τις μελωδίες τους, και συνοδεύοντας την ανάγνωση των γραμμάτων του καλού φίλου που έμεινε πίσω στην Ευρώπη, στο τέλος υποθέτω θα ξεχάστηκαν και από την ίδια την ιδιοκτήτριά τους μέσα στην θαλπωρή της έγγαμης ζωής στον Νέο Κόσμο.

Ίσως να μπήκαν στο υπόγειο ακόμη και πριν ο Βασιλιάς ηχογραφήσει το Thats All right και το Blue moon of Kentucky.
Ίσως πάλι ως τα 1979 που πέθανε η Σοφία να ανέβαιναν κάποια βράδια και να έπαιρναν την θέση τους κάτω από την βελόνα για ένα νοσταλγικό μνημόσυνο στον αδικοχαμένο φίλο που έφυγε νωρίς, και στα νιάτα της μαζί.
Πάνω σ αυτό μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε.

Το ότι φτάνουμε στην αρχή αυτής της ιστορίας με τα αραχνιασμένα βινύλια, το οφείλουμε στον εγγονό της Σοφίας και μάλλον νερντ της μουσικής σαν και σας εδώ μέσα, τον Andy OBrian, που τιμωρήθηκε από τον πατέρα του γιατί πιάστηκε επανειλημμένα  να κάθεται καπνίζοντας ξάπλα στο κρεβάτι και να ακούει μουσική, τεμπελιάζοντας έτσι με τις ώρες, τιμωρήθηκε λοιπόν με το να καθαρίσει, να γλύψει καλύτερα, το υπόγειο του σπιτιού.
Από κει και πέρα στις παράξενες μέρες που ζούμε ένα μεϊλ του συνεπαρμένου Andy στη δρακουλιάρικη Gravewax records (που είναι σπίτι τύπων σαν τους Sons Of Perdition και Those Poor Bastards μεταξύ άλλων) έφτασε για να ξεράσουν τα σκοτάδια πίσω στο φως την μουσική του Herr Hass.

Το πρώτο του τραγούδι στην Αμερική, όπου για μια στιγμή ονειρεύτηκε να ακουστεί η μουσική του (και ίσως για αυτό το περισσότερο από το υλικό που σώθηκε έχει Αγγλικό στίχο) κυκλοφόρησε τελικά 62 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατό του, και αντί για συνοδοιπόρος της Dietrich και του Reinhardt, είχε πλέον βαπτιστεί ως επίτιμο μέλος μιας υποτιθεμένης Γοτθικής κάντρι σκηνής, που ξεκινάει με τους 16 Horsepower και τον Munly, περιλαμβάνει ονόματα σαν αυτά των παραπάνω τροφίμων της Gravewax, και φτάνει μέχρι και μπάντες σαν του Creech Holler.
Ο τρίτος δίσκος της σειράς της Rodentia το Rodenticide που κλείνει με το Death του Hass είναι πιστεύω κατατοπιστικός.
Και μετά σου ‘βγαζε η Crypt συλογγές με 60’s garage και σου ‘λεγε Back from the grave…Τα τραγούδια του Hass παρασυρμένα από τον Σιμούν πήγαν μια βόλτα ως το βαθύτερο μπουντρούμι της κόλασης και πάλι μ’ αυτόν στην πλάτη τους γύρισαν, περιμένοντας πλέον να τυπωθούν σ αυτό που σε άλλη περίπτωση θα ονομάζαμε «πρώτο CD του Rainer Hass».

Ο λόγος τώρα που τα διαβάζετε όλα αυτά από έναν άνθρωπο που έχει ακούσει όλα κι όλα μόλις πέντε τραγούδια του, είναι ότι η ιστορία αυτού του ορφανού μουσικού, μια από τις πολλές άλλες που δεν θα δουν το φως ποτέ, και μέσα της ίσως βρίσκουν κάποιο μικρό η μεγάλο κομμάτι τους, έτσι αναπάντεχα ξετρυπωμένη σαν τρωκτικό απ’ το υπόγειο που είναι, αλλά και πλεγμένη με τέτοιον αριστοτεχνικό σαδισμό προς τον ήρωα της (από τίνος χέρι άραγε?), απλά πρέπει να ειπωθεί.

απερριψας με εις βαθη καρδιας θαλασσης και ποταμοι με εκυκλωσαν παντες οι μετεωρισμοι σου και τα κυματα σου επ' εμε διηλθον…
και προσεταγη τω κητει και εξεβαλεν τον ιωναν επι την ξηραν.

*Τα παραπάνω είχαν γραφτεί τον Αύγουστο του 2010, και απ’ ότι το έψαξα λίγο αυτό το «πρώτο CD του Rainer Hass» ακόμη να κυκλοφορήσει…
Αν το έχει η μοίρα σου που λένε…


Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Agent Orange - Living in Darkness



Αυτό το orphan drug είναι αφιερωμένο σε μια μπάντα, η πιο σωστά, σε έναν δίσκο μιας μπάντας, που δεν επηρέασε εκατοντάδες άλλες στο άκουσμά του, ούτε θεωρείται  ιστορικός, μήτε μπαίνει στις κάθε λογής λίστες ποτέ.

Στα 28 χρόνια από την κυκλοφορία του,  μουσικοί και γκρουπ με παρόμοιο λίγο πολύ ήχο κατόρθωσαν να φτάσουν  ακόμη και στην κορυφή των charts, ενώ κάποιοι άλλοι λιγότερο τυχεροί μπορεί να μην πλούτισαν, απολαμβάνουν όμως πλέον τον χαρακτηρισμό τους ως cult.



Ο Mike Palm, μοναδικός από την αρχική σύνθεση των Agent Orange, θα αρκείται μέχρι την διάλυση τους να δίνει live μπροστά σε οργισμένους πιτσιρικάδες skaters, να βγάζει που και που κάποιο CD αναμασώντας το παρελθόν, και να περηφανεύεται ίσως ότι κάποτε σε ένα στούντιο μαζί με δύο άλλους, χωρίς ακόμη να καταλαβαίνει πως, ηχογράφησαν έναν δίσκο που θα φωτίζει για πάντα στο σκοτεινό κελάρι των χαμένων ηρώων του rock n roll διπλά, δίπλα στο Cinema Verite των Dramarama, το Under the Blue Marlin των Naked Prey, το Stone Cold World των Droogs, το Stop Dragging me down των Mono men, το Cryptic and coffee time των Stingrays, το Save yourself των Make up και…το κελάρι είναι μεγάλο.



Living in Darkness η αλλιώς



Δίλεπτα οργισμένα και μελωδικά  κομμάτια, ωδές σε μια λανθάνουσα και παρατεταμένη εφηβεία από τρία Αμερικανάκια που το (surf) punk, και οι άσκοπες βόλτες για αλητεία είναι η μόνη διέξοδος από την suburbia.

Κιθάρα, μπάσο και ντράμς παίζουν τα απολύτως απαραίτητα, η φωνή  δεν είναι αυτή που θα σου καρφωθεί αμέσως στο μυαλό αλλά έχει αυτή την άτσαλη DIY γοητεία, και η παραγωγή υποτυπώδης, τόσο που είναι σαν να κραυγάζει ότι: καλές οι προσεγμένες και ακριβές παραγωγές, αλλά όταν έχεις δεκαριά κομμάτια που φλέγονται σαν πυροτέχνημα στην νύχτα όλα τα άλλα είναι περιττά. Αρκεί κάποιος πίσω από την κονσόλα που θα αφήσει το γκρουπ στην τρέλα του. Θα μου πεις δεν είναι και εύκολο πράμα τελικά να βρεθεί ο κατάλληλος αυτός «κάποιος». Στην περίπτωσή μας ήταν ο Robbie Fields με την βοήθεια του Jay Lansford.



Τρεις δεκαετίες μετά μάλλον όλα αυτά φαντάζουν ίσως λίγα, όμως ακούγοντας ξανά το Living in darkness, που ηχογραφήθηκε μέσα σε απόλυτο σκοτάδι όπως μας λένε οι σημειώσεις του δίσκου, τον Σεπτέμβρη του ’81 (και κυκλοφόρησε 2 μήνες μετά από την Posh boy) σκέφτομαι ότι οι τρεις Agent Orange  σίγουρα είχαν ραντεβού σε κείνο το στούντιο, για μια μόνο φορά στην ζωή τους με την καλύτερη punk μούσα.

Την ίδια που συνάντησαν οι Wipers όταν έγραφαν το Up Front και το Window shop for love (και όλη την πρώιμη δισκογραφία τους, γιατί μετά και για 3 δίσκους, τους έκανε παρέα ο ίδιος ο Θεός της μουσικής), οι Misfits του Attitude, του Bullet και του We are 138, η ακόμη οι γείτονές τους Social Distortion του Another state of mind.



Το αγχωτικό ριφ του Too young to die ανοίγει τον δίσκο για να συνεχίσει έτσι για δύο λεπτά σε μια γεμάτη πρίμα χαώδη ατμόσφαιρα, και πριν καλά, καλά πάρεις ανάσα μπαίνει με χίλια το Everything turns grey μια surf ωδή στο γκρίζο έξω και μέσα μας, με τα είκοσι όλα κι όλα δευτερόλεπτα που σολάρει η κιθάρα στο τέλος να σου παίρνουν το μυαλό.

Στο τρίτο κομμάτι οι πάνκιδες (μαζί τους και οι Last Drive τότε) ακούνε την Misirlou έτσι όπως δεν την είχαν φανταστεί η μάλλον έτσι ακριβώς όπως θα ήθελαν να την ακούσουν.

Το Last Goodbye που ακολουθεί είναι ένας ακόμη surf punk ιδρωμένος ύμνος στο στυλ του Turns grey, για να κλείσει η πλευρά με μια ατμομηχανή που έρχεται κατευθείαν πάνω σου και ακούει στο όνομα Pipeline των Chantays. Κάτι τέτοια κομμάτια σαν αυτό η το Tell me when its over των Wipers νομίζω ότι θα έπρεπε να ακούσουν προσεκτικά πολλές σύγχρονες post rock μπάντες και να το ξανασκεφτούν.

Κάνεις τον δίσκο τούμπα που έλεγε και ο Τσίτσος, παλιό αφεντικό σε ένα μπαρ που δούλευα κάποτε και πέφτεις πάνω…στα τέσσερα καλύτερα κομμάτια που έγραψαν ποτέ, κολλημένα στην σειρά το ένα μετά το άλλο χωρίς ανάσα και έλεος, αρχής γενομένης από το No such thing, νούμερο ένα κάποιου άλλου κόσμου.



Καπάκι το Cry for help in a world gone mad, με την αργή εισαγωγή πριν το μπάσο δώσει το σύνθημα να ξεσπάσει θυμωμένο και συγκινητικό, (στην ελληνική έκδοση του δίσκου η ένταση έπεφτε ανεξήγητα χαμηλά ακριβώς πάνω στο γκαζωμένο σόλο της κιθάρας!) και μετά το πιο γνωστό ίσως κομμάτι τους, το απόλυτο punk του Bloodstains, που αρκετά χρόνια μετά γνώρισε και μια ζόρικη διασκευή από τους Personality Crisis.



Το ομώνυμο Living in darkness στην ίδια πριμαριστή και χαοτική ατμόσφαιρα της εισαγωγής με το επαναλαμβανόμενο ρεφρέν “ I feel safest being alone, Living in darkness, Living in a world of my own”, έρχεται να επικυρώσει με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την αίσθηση που έχεις από την αρχή της ακρόασης, και μαζί να σαρώσει ότι απόμεινε όρθιο από την μανία του Stains κλείνοντας κανονικά τον δίσκο.

Και λέω κανονικά γιατί στην ελληνική έκδοση του, είχαν προστεθεί και τέσσερα κομμάτια του BitchinSummer EP, δηλαδή τα Miserlou (έτσι την γράφουν)  και Pipeline που μπήκαν στην πρώτη πλευρά και το μέτριο Breakdown μαζί με μια ακόμη surf διασκευή, αυτή του Mr. Moto των Bel-Airs που μας θύμισαν στο Brotherhood of the dog και οι Earthbound.



Το This is the Voice που ακολούθησε πέντε χρόνια μετά είχε γυαλισμένη παραγωγή, μέτριες συνθέσεις, και ήταν εντελώς άνευρο, χωρίς ούτε ελάχιστο από το πάθος και την ένταση του Darkness, ενώ μέχρι σήμερα με τον Palm μοναδικό σταθερό μέλος όπως είπαμε οι Agent Orange συνεχίζουν να δίνουν συναυλίες και να δισκογραφούν αραιά και που.

Σε κάποιες στιγμές από την μετέπειτα δουλειά τους θαρρείς πως κάνει φευγαλέα την εμφάνισή της εκείνη η μούσα που λέγαμε πιο πάνω, όπως στο τρομακτικό instrumental, Bite the hand that feeds από το When you least expect it EP του ’89, η σε 2-3 κομμάτια του Virtual Indestructible.

Αμέσως όμως εξαφανίζεται, για να παραδοθεί ο υπόλοιπος δίσκος στην ανία και την επανάληψη, σε σημείο να απορείς αν είναι το ίδιο συγκρότημα που έγραψε το Living in Darkness…Άβυσσος η ψυχή και των σερφοπάνκιδων…



* Το κείμενο γράφτηκε το φθινόπωρο του 2009, και είχε «ανέβει» πρώτη φορά στο tranzistor.gr…το ξανα-αναρτώ σήμερα εδώ με ελάχιστες διορθώσεις…


Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Naked Prey


Απόψε λέω να πάμε μια βόλτα, μη ρωτάς για πού, μόνο άρπαξε μια πέτρα και πέταξε την όσο πιο μακριά μπορείς, μετά απλά σήκω και προχώρα μπροστά, η απάντηση δεν πλανιέται στον άνεμο, η απάντηση βρίσκεται σ’ αυτή την ίδια σου την κίνηση.
Ούτε να σκεφτείς πιο είναι το τίμημα, όποιο και να είναι θα το πληρώσεις, εσύ δεν έλεγες πάντοτε «μακάρι να υπήρχε κάποιος που να μπορούσες να του πεις: πάμε να φύγουμε από εδώ?»
Σε κείνες τις μέρες που τελικά μπορεί να μύριζαν κρασί και τριαντάφυλλα, αλλά κάπου από κάτω, απ' το υπόγειο, ερχόταν και έσμιγε μια μυρωδιά νωπού κρέατος και σκληρού οινοπνεύματος.

Το ότι ο Van Christian υπήρξε ντράμερ των Serfers, της μπάντας δηλαδή που ξεκίνησε από το Tucson της Αριζόνα και λίγο αργότερα με κάποιες αλλαγές στην σύνθεσή της έγινε γνωστή σαν Green On Red, αντί να εξηγεί ίσως μπερδεύει τα πράγματα. Αντίθετα η παρουσία του Dave Seger, κιθαρίστα των Naked Prey, στην σύνθεση των Giant Sandworms που λίγο αργότερα έκοψαν το worms και έγιναν απλά Giant Sand, όπως και του ντραμερ Tom Larkins στα τύμπανα των τελευταίων, νομίζω είναι περισσότερο διαφωτιστική.
Κι αυτό γιατί οι Naked Prey (άραγε πήραν τα’ όνομά τους απ’ την ομώνυμη ταινία?) πριν το ρίξουν κι αυτοί στην δύση της καριέρας τους στη country και το blues, είχαν επίσης μικρή σχέση μουσικά με το paisley underground όπου πολλές φορές μάλλον λόγο των φίλων τους τσουβαλιάζονται, και σίγουρα πολύ μεγαλύτερη με το θυελλώδες desert rock των πρώτων δίσκων των Giant Sand.
Αλλά και πάλι…πώς να χωρέσει εκεί ένας δίσκος σαν το Under the Blue Marlin? Αυτό δεν είναι θύελλα, αυτό είναι ανεξήγητο φυσικό φαινόμενο, σημάδι στον ουρανό και προμήνυμα, ότι έρχεται η μέρα…της κρίσεως.
Πριν πάμε εκεί όμως να πούμε για τα προεόρτια, τον ομώνυμο πρώτο τους δίσκο σε παραγωγή του Dan Stuart και στην εταιρία Down There του Steve Wynn, όπου ξεκινούσε με το…desert hip hop του Flesh on The Wall, και έπειτα έριχνε μερικές προειδοποιητικές βολές για το τι έμελε να ακολουθήσει στον επόμενο, με κομμάτια σαν το The Story Never Ends και βέβαια το δεν χωράει πουθενά No Place to Be



Και τώρα μπορούμε να περάσουμε στο κυρίως πιάτο, όπου όμως θέλει προσοχή μιας και πρόκειται για ωμοφαγία, οπότε τα ευαίσθητα στομάχια καλά θα είναι να αποχωρήσουν, και το όνομα αυτού…Under The Blue Marlin.
Ένας δίσκος που ακούγεται λες και ο διάολος συγκέντρωσε τέσσερις απ’ το σινάφι του, ή μάλλον πέντε αν βάλουμε μέσα και τον παραγωγό, και δικαίως όπως θα δούμε παρακάτω όπου θα μάθουμε το όνομά του, συγκέντρωσε πέντε λοιπόν απ' το σινάφι του για ένα τελευταίο γλέντι.
Μια πεντάδα απένταρη που κατεβαίνει αγκαλιασμένη ένα ένα τα σκαλιά για την πιο βαθιά και πιο καυτή τρύπα της κόλασης τραγουδώντας, και αυτό της το τραγούδι τυχαίνει να είναι το εναρκτήριο του δίσκου, το The Ride. Θα καεί το πελεκούδι απόψε, μαζί του και μεις…τι χαρά...Ain't no use to talkin' about it...I'm gonna burnin' to the ground...to the ground...take me home. 
Στο ενδιάμεσο, μέχρι το τελευταίο τραγούδι, δεν υπάρχει δευτερόλεπτο που να περάσει δίχως η ένταση και η λύσσα να κοπάσουν. Ακόμη και στα αργά bluesy κομμάτια σαν το A Stranger και το Train Whistle, -για να μη μιλήσουμε για το τραγούδιάντασμα της ερήμου How I Felt That Day- η γδαρμένη απ’ τον άνεμο και το ποτό φωνή του Christian, δεν αφήνει ποτέ το πράγμα να κατρακυλήσει σε ένα ακόμη rock μελό, και όσον αφορά την με ακόμη περισσότερο γρέζι κιθάρα του Seger, αλλά και του Christian που του κρατάει τ’ ακόρντα, μιας που όπως καταλάβατε είχε αφήσει πίσω του τα ντραμς από καιρό και έπιασε το μικρόφωνο και την κιθάρα, όσο για τις κιθάρες τους, εκεί που λες ηρέμησε το κακό, πέρασε η καταιγίδα, πετάγoνται ξανά και ξανά απ' την τρύπα τους σαν φίδια φαρμακερά μέσα απ' τα ηχεία. 
Η διασκευή τους στο Dirt των Stooges, πέρα του ότι είναι από τις καλύτερες και πλέον πετυχημένες που έχουν γίνει σε κομμάτι αυτής της μπάντας –και είναι πάρα πολλές, αμέτρητες σχεδόν- δείχνει και την ηθική και κιθαριστική διαπαιδαγώγηση των λαμπρών αυτών νέων. Do you feel it? 
Και αφού γεμάτοι ουλές δαγκωνιές και γρατζουνιές, (είχε βγάλει δίσκο ο Μαρκήσιος ο Ντε Σαντ και δεν το είχα πάρει χαμπάρι? απορία αναγνώστη) περήφανα παράσημα της βόλτας που λέγαμε στην αρχή, φτάνουμε στο τέλος του δίσκου, όπου η παρέα κι αυτή με φανερά πάνω της τα σημάδια της μάχης εχμ της βόλτας, έχει αναδυθεί στην επιφάνεια της γης, και χάνεται κάτω απ’ την απονιά του γκρίζου ουρανού, αποχαιρετώντας μας με έναν rock and roll ύμνο χωρίς προηγούμενο, που αν τον είχε γράψει ο Neil Young ή οι Pearl Jam (νομίζω θα μπορούσαν αμφότεροι) ας πούμε, θα τραγουδιόταν και θ' ακουγόταν ακόμη σε στάδια, ραδιόφωνα, μπαρ και μπάνια ανά τον κόσμο. Ναι τέτοιο τραγούδι είναι το What Price for Freedom, ένα από τα πιο αγαπημένα μου.
Πίσω απ’ τη κονσόλα και σε ρόλο θηριοδαμαστή, με καρέκλα και μαστίγιο στα χέρια για να προστατευτεί απ’ τα άγρια θεριά, το σκηνικό συμπληρώνει ο σεσημασμένος και πολύ γνώριμος μας Paul B. Cutler.
Η μόνη ένσταση είναι στο εξώφυλλο. Αυτός ο δίσκος θα έπρεπε να έχει το εξώφυλλο και τον τίτλο του αμέσως επόμενου άλμπουμ τους, του 40 Miles From Nowhere, αλλά αυτά είναι για να γεμίζει η σελίδα με λέξεις…Μιας που είπα για το 40 Miles…κι εδώ τα πράγματα δεν είναι παίξε γέλασε…το σκυλί το μαύρο και το άραχνο του εξωφύλλου (από τα καλύτερα που έχω δει τουλάχιστον εγώ, όχι σκυλιά, αλλά εξώφυλλα) θα έπρεπε να συνοδεύεται με ένα προειδοποιητικό στικερ: προσοχή ο σκύλος δαγκώνει, και μάλιστα άσχημα!




Ο πνιγμένος από τα μπουκάλια πιάνεται λέει ο Jim Thompson και μάλλον δεν υπάρχει πιο ταιριαστό soundtrack για να τον διαβάζεις από τους δίσκους των Naked Prey, άντε μαζί με το The Killer inside me των Green on Red…έτσι και ο Van φρόντισε και πιάστηκε από ότι μπουκάλι βρήκε μπροστά του την μοναδική φορά που επισκέφτηκε την πόλη που ζω, και αυτά τα μπουκάλια έτυχε να περιέχουν ούζο, οπότε στην σκηνή του, Αχίλλειον νομίζω το λέγανε το σινεμά που παίξανε, είδαμε τους Naked Prey featuring Van Christian on μπόλικο ούζο, και σε συνδυασμό με τους κλασικούς συναυλιοχαλαστές της εποχής από κάτω, το live απείχε πολύ από αυτό που είχα ονειρευτεί…αλλά ακόμη κι έτσι, Van Christian είναι αυτός, το τραβάει το κακό σαν ήρωας ταινίας απ’ τα παλιά, εδώ τα κατάφερε και μπήκε μέχρι και στην φυλακή αργότερα…
Πριν απ’ αυτό όμως, και μετά τους Naked Prey, είχε ξαναδοκιμάσει μια πιο ήρεμη βόλτα στις αχανείς ερημιές, με τους Friend of Dean Martinez.
Τελευταία όπως έμαθα και σας μαρτύρησα λίγες αναρτήσεις πριν, συμμετέχει ύστερα από πολυυυυύ καιρό σε δίσκο, το Mexico City Blues των2Hurt.
Δεν ξέρω τι μπορεί να δώσει άλλο ο Van σήμερα., πάντως ακόμη και στο ξεψύχισμα των Naked Prey, το Then I Shoot Everyone, στάθηκε τουλάχιστον αξιοπρεπής, και η περίπτωση των Friend of Dean Martinez αμέσως μετά, δείχνει τον δρόμο για το που θα μπορούσε να το πάει. Όπως και να ‘χει είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρει. Βλέπετε αυτός μπόρεσε κάποια στιγμή να φτιάξει έναν τουλάχιστον δίσκο, που να ‘ναι κυριολεκτικά μια γυμνή λεία και μαζί μια γυμνή προσευχή στο ψαλτήρι του rock and roll, και υπάρχει πάντοτε εκεί για όποιον βασανισμένο ή μη την αναζητήσει.
Η ιστορία και η πείρα μας διδάσκουν ότι αυτά μόνο μια φορά σε ολόκληρη την ζωή γίνονται και ειδικά από τους ίδιους δημιουργούς, δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς, ας μη ζητάμε το αδύνατο.
Σίγουρα όμως ακόμη και σήμερα ο Van δεν ανήκει σε κείνους εκεί που μισούσε ο Jim Thompson, αυτούς  που ονόμαζε ένα μάτσο γεροκλαψιάριδες με δακρυοσακούλες αντί γι’ άντερα. 

Jim Thompson είπα πάλι ε? Ε λοιπόν αυτό είναι ένα απ’ τα καλά των blog, των περιοδικών, των εφημερίδων και λοιπά…ότι μπορείς να κολλάς δίπλα δίπλα τις δικές σου μαλακίες με τα λόγια ενός τύπου σαν τον Jim.
Και να κλείνεις αυτόν τον χαιρετισμό σου προς τον Van The Man Christian, παραφράζοντας πάλι τον Thompson, από το βιβλίο του το Ξεπάστρεμα (The Kill Off, μάλλον αυτός είναι ο πιο ταιριαστός τίτλος για να αντικαταστήσει –φαγώθηκα να το αλλάξω- τον Under the Blue Marlin)…
«H μουσική δεν φεύγει ποτέ, Van. Η μουσική δε φεύγει ποτέ…»
Όποιο κι αν είναι το τίμημα…