Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Orphan Drugs#21: The Missing Link...Wray (self titled album, 1971)




Εδώ δεν θα μιλήσουμε για τον Link Wray που μάθαμε από τους Cramps, με τον ασύλληπτο, μοναδικό κι αξέχαστο, διεστραμμένο ήχο της κιθάρας του, με τα μαύρα ρούχα και το μεγάλο τσουλούφι, τη φιγούρα που στη προσπάθειά μας να μιμηθούμε καταλήξαμε να μας αποκαλούν κλόουν ροκαμπίλι. 
Δεν θα μιλήσουμε ούτε για τον κιθαρίστα που με τα ακόρντα του Rumble στα 1958 άλλαξε την πορεία του Rock and Roll. 

Αν και, ακόμη και τότε, στα 1971, τη χρονιά που μας ενδιαφέρει σ’ αυτό το κείμενο, ήταν (και παρέμεινε ως το τέλος, εκεί στις 5 Νοέμβρη του 2005) εκείνος ο ίδιος Link, το φτωχόπαιδο από τη Βόρεια Καρολίνα, ο μισός Ινδιάνος Shawnee, ο βετεράνος της Κορέας, ο φυματικός με το ένα πλεμόνι που σε πείσμα των γιατρών τραγουδούσε ακόμη. Τραγουδά και παίζει ακόμη…και μέσα απ’ τον τάφο του.  
Μόνο που τότε, στην αυγή μιας ακόμη δεκαετίας, της τέταρτης, είχε δει πλέον κι αυτός με τη σειρά του τη γραμμή σκιάς στον ορίζοντα, και όπως όλοι γνωρίζουν, η σκιά γνωρίζει καλύτερα.  

Είναι ο Link Wray που πέρα απ’ όλα αυτά, ας μη ξεχνάμε ότι έχει περάσει (και) από πάνω του μια συγκλονιστική δεκαετία όπως αυτή του ’60, ένας σαραντάρης (και κάτι) πλέον Link, που επιστρέφει στη δισκογραφία έπειτα από αρκετά άγονα χρόνια, με έναν δίσκο- γιορτή. 
Μια γιορτή που λαμβάνει χώρα σε μια φάρμα στο Accokeek του Maryland, και πέρα από τα δύο αδέρφια του και τους υπόλοιπους τρεις μουσικούς, μοιάζει σαν να έχουν χωρέσει εκεί μέσα, αλλά και έξω στην αυλή όπου είναι στημένα τα ηχεία της κιθάρας του Link, σύσσωμοι οι κάτοικοι της φανταστικής Φωκνερικής πολιτείας της Yoknapatawpha. 

Εκεί όπου οι γιάνκιδες όπως και όλοι οι άλλοι, έχουν μεν θέση αλλά όχι λόγο, μιας που αυτός ανήκει αποκλειστικά στους βάναυσους, σκληρούς, ξεροκέφαλους μα κάποιες φορές και αγνούς λευκούς άποικους, αλλά φυσικά και τους καταφρονημένους, σημαδεμένους από το βαθύ, ανεπούλωτο τραύμα της σκλαβιάς νέγρους, και βέβαια τους αποδεκατισμένους ινδιάνους που αφού τους ξερίζωσαν με τη βία την επαφή τους με το Μεγάλο Πνεύμα , φρόντισαν να τους το αντικαταστήσουν με το οινόπνευμα.  
Μια γιορτή τελικά από και για τον μεγάλο Νότο και τις φυλές του. 

Με κιθάρες, μπάσο, μαντολίνο, πιάνο και όργανο, ντραμς και διάφορα αυτοσχέδια κρουστά, κι έναν Link να τραγουδά, συχνά με τη χορωδιακή συνοδεία των υπόλοιπων συντελεστών, και ν’ ακούγεται σαν ξαναγεννημένος.  
Τραγούδια γεννημένα κι αυτά ξανά και στον αιώνα, από τα Blues, τη Country, τα Gospel, τη Soul, το RocknRoll, τη Folk των βουνίσιων και τις μουσικές των βάλτων.  
Ένας δίσκος ποτισμένος (μ’ αρέσει να φαντάζομαι) με παράνομα αποσταγμένο καλαμποκίσιο ουίσκι στη παλιά καλύβα του βουνού, και ηχογραφημένος από τον Ray Vernon, αδερφό του Link, στο θρυλικό πλέον όνομα και πράμα Three Track Shack, το αυτοσχέδιο δηλαδή στούντιο, που ο ίδιος ο Link κατασκεύασε από ένα…κοτέτσι. 
Δέκα κομμάτια, όλα πρωτότυπες συνθέσεις του Wray, αλλά και μερικές του Steve Verroca, συμπαραγωγού και μαζί με τον άλλον αδελφό του Link, Doug Wray ντράμερ του δίσκου, συν τη διασκευή στο Τail Dragger του Willie Dixon που κλείνει το άλμπουμ. 

Σε όποιον ακούσει με ανοιχτά αυτιά και καρδιά, ακόμη και σήμερα, δεν φαντάζουν καθόλου υπερβολικές οι συγκρίσεις με τους Band ή τους Rolling Stones της εποχής, (είναι και ο τρόπος που τραγουδά ο Wray), δεν ακούγονται υπερβολικοί ακόμη και εκείνοι που λένε ότι πρόκειται για ένα Exile on Main Street δίχως το super-rock κύρος, ή ακόμη και οι άλλοι που το τραβάνε ακόμη περισσότερο και ισχυρίζονται ότι απλά είναι ο δίσκος που οι Stones δεν κατάφεραν να ηχογραφήσουν ποτέ.  

Όπως και να έχει, και αυτό το άλμπουμ όπως και όλα του Link Wray, δεν είναι τίποτε άλλο από μουσική που τρυπάει ευθεία και αλάνθαστα σώμα και ψυχή, σαν ινδιάνικο βέλος.

Η για να θυμηθούμε κλείνοντας τα λόγια του Αρχηγού Σηάτλ (Chief Sealth) για τη Μεγάλη Νύχτα των Ινδιάνων:

«Όταν ο τελευταίος ερυθρόδερμος εξαφανιστεί από την επιφάνεια αυτής της Γης και η ανάμνηση των δικών μου θα έχει γίνει μύθος ανάμεσα στους λευκούς ανθρώπους, αυτές οι όχθες θα μυρμηγκιάζουν από τους αόρατους νεκρούς της φυλής μου και, όταν τα παιδιά των παιδιών σας θα νομίζουν πως είναι μόνα μέσα στους κάμπους, μέσα στα μαγαζιά,, μέσα στα εργαστήρια, στους δρόμους ή στη σιωπή αδιαπέραστων δασών, δεν θα είναι όπως νομίζουν. Τη νύχτα, όταν στα χωριά μας και στις πόλεις μας θ’ απλώνεται σιωπή και σεις θα τις νομίζετε έρημες, οι δρόμοι θα είναι γεμάτοι από πλήθη νεκρών που θα επιστρέφουν στα ωραία μέρη που κατείχαν άλλοτε και ακόμα συνεχίζουν ν’ αγαπούν. Ο λευκός άνθρωπος ποτέ δεν θα είναι μόνος».
 
Υ.Γ. Ένα ευχαριστώ για ακόμη μια φορά στους Nomads, που ανάμεσα στα πολλά άλλα (αρκετά από αυτά έχουμε μνημονεύσει συχνά πυκνά στις σελίδες του παρόντος blog) που με τον ηλεκτρικό, δικό τους τρόπο μας δίδαξαν πίσω στα 80’s, ήταν και τo Fire and Brimstone μέσ' από αυτόν τον δίσκο του Link Wray. 
Ένα κομμάτι που επέλεξαν να διασκευάσουν το 1989 (την ίδια χρονιά με τους Neville Brothers και δύο δεκαετίες πριν ο Cave αποφασίσει να κάνει το ίδιο) τη στιγμή που για σχεδόν όλους τους νεοσύλλεκτους σ’ αυτές τις μουσικές τότε, το όνομα Link Wray ταυτιζόταν απολύτως και μόνο, με του ρυθμούς των Cramps. 
Ένα κομμάτι που αποτέλεσε έναυσμα τουλάχιστον για μένα στο να ψάξω και ν’ ακούσω αυτόν τον δίσκο σε μια ηλικία που μάλλον δεν ήμουν έτοιμος να τον εκτιμήσω σωστά. Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως…

Υ.Γ.2 Όσοι από σας δεν έτυχε ως τώρα ν’ ακούσετε αυτό το άλμπουμ, επιλέξετε να το κάνετε μέσα από το διπλό CD Wrays Three Track Shack όπου υπάρχει μαζί με τις υπόλοιπες ηχογραφήσεις του «κοτετσιού» εκείνων των ημερών, που κυκλοφόρησαν σε δίσκο, τα Mordicai Jones (επίσης το 1971) και Beans and Fatback (το 1973) και που εδώ πραγματικά και λόγο διάρκειας, η σύγκριση με το Exile είναι κάτι παραπάνω από εύστοχη, και το αποτέλεσμα…επιτέλους μια φορά σ’ αυτόν τον άδικο και ψεύτη κόσμο, συντριπτικό υπέρ των Ινδιάνων.