Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

all the dark rags & shadow punks




Μια μικρή κουβέντα με τους Dark Rags για το νέο τους δίσκο, την κυκλοφορία του σε ξένο label, για τα hype της τοπικής σκηνής, τις αγάπες τους και την παράνοια…




Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

this ain't my time



Άλλη συλλογή ετοίμαζα, με σκοπό μάλιστα να την ανεβάσω νωρίτερα, πριν οι περισσότεροι από σας εκδράμουν για τα σαλέ τους, κάπου κόλλησα, κάπου τα μπέρδεψα, μου έχουν βάλει και το μαχαίρι στον λαιμό από το Mic να στείλω τα καλύτερα μέχρι αύριο, αλλά…αλλά χθες το βράδυ εκεί που σκάλιζα δίσκους και τραγούδια από το βαθύ και όχι τόσο βαθύ παρελθόν βγήκε η παρακάτω μάζωξης των αλητόγατων… 
Θ’ ακολουθήσει σύντομα και η αρχική που σας έλεγα…ως τότε, κάντε εσείς κλικ στο γνωστό μέρος παρακάτω, εγώ σας αφήνω με τα δύο μυστήρια κορίτσια που ακούγονται εντός… 
Εδώ γύρω θα είμαι δεν έχει σαλέ για μένα…







 

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Μια σεμνή πρόταση μέρες και χρόνια που είναι…



Οι εμπορευόμενοί μας μ’ έχουν διαβεβαιώσει πως κάτω απ’ τα δώδεκα ένα αγόρι ή ένα κορίτσι δεν κάνουν πολλά και πράγματα. Και σ’ αυτή την ηλικία ακόμη δεν αξίζουν περισσότερο από τρείς λίβρες στο Χρηματιστήριο, πράγμα που δε θα ‘φτανε για ν’ αποζημιώσετε ούτε τους γονείς ούτε το βασίλειο για τα έξοδα της διατροφής και των κουρελιών τους που στοιχίζουν τέσσερεις φορές τόσα, το λιγότερο.
Θα προτείνω, λοιπόν, ταπεινά τις δικές μου απόψεις, που ελπίζω πως δε θα διεγείρουν την παραμικρή  αντίρρηση.
Ένας γνωστός μου, Αμερικάνος, πολύ ακουσμένος, με διαβεβαίωσε πως στο Λονδίνο ένα υγιέστατο και καλοθρεμμένο παιδάκι είναι, σε ηλικία ενός έτους, ένα πολύ εκλεκτό έδεσμα, πολύ θρεπτικό και υγιεινό όταν γίνεται βραστό, ψητό, στην κατσαρόλα ή στο φούρνο· δεν αμφιβάλω όμως πως μπορεί να μαγειρευτεί και φρικασέ ή ραγού.
Ταπεινά, λοιπόν, ελπίζω πως για το κοινό καλό ελπίζω πως από τα εκατόν είκοσι χιλιάδες παιδιά που υπολογίσαμε, τα είκοσι χιλιάδες μπορούν να κρατηθούν για την αναπαραγωγή του είδους και, μέσα σ’ αυτά, το ένα τέταρτο μόνο αρσενικά, πράγμα που ξεπερνά τα όσα κρατιούνται για τα πρόβατα, τα βόδια και τους χοίρους· και λέω έτσι, γιατί αυτά τα παιδιά σπάνια είναι καρπός γάμου, λεπτομέρεια που λίγο την προσέχουν οι άγριοί μας, ώστε ένα αρσενικό θα επαρκεί για να εξυπηρετεί τέσσερα θηλυκά. Τ’ άλλα εκατό χιλιάδες θα μπορούν, μόλις γίνουν ενός έτους, να προσφέρονται για πούλημα σους ανθρώπους  με θέση και περιουσία, σ’ όλο το βασίλειο, αφού φυσικά θα γίνεται πάντα σύσταση στις μητέρες να τα θηλάζουν με φροντίδα στον τελευταίο μήνα, ώστε να παίρνουν βάρος και να γίνονται παχουλά και τροφαντά, κατάλληλα για ένα καλό τραπέζι.
Ένα παιδί θα μπορεί να φτιάχνει δύο ειδών φαγητά σ’ ένα φιλικό γεύμα· κι όταν η οικογένεια γευματίζει μόνη, θα μπορεί το μπροστινό ή το πισινό να μαγειρεύεται για το φαγητό της ημέρας, ενώ το άλλο, κατάλληλα αλατισμένο και πιπερωμένο, να φυλάγεται για να γίνει ένα περίφημο βραστό ύστερα από τέσσερεις μέρες, ιδιαίτερα μάλιστα το χειμώνα…
Παραδέχομαι πως το φαγητό αυτό θα ‘ναι κάπως ακριβό κι έτσι θα είναι πολύ κατάλληλο για τους γαιοκτήμονες που, αφού καταβρόχθισαν κιόλας τους περισσότερους απ’ τους πατεράδες, έχουν, φυσικά, ακόμα περισσότερο δικαίωμα στα παιδιά.

text: Μέσα από την Ανθολογία του μαύρου χιούμορ (1940) του Andre Breton, ένα απόσπασμα του A Modest Proposal for Preventing the Children of Poor People From Being a Burthen to Their Parents or Country, and for Making Them Beneficial to the Publick (1729) του Jonathan Swift. Στα ελληνικά: Η ταπεινή μου πρόταση για να πάψουν τα παιδιά στην Ιρλανδία να είναι βάρος στους γονιούς τους ή στην πατρίδα. Και για να γίνουν χρήσιμα στην κοινωνία, μετάφραση Αντώνης Μοσχοβάκης, εκδόσεις Αιγόκερως 1996. 
music: The Witchdoktors – Eat My Eye, Brain Machine LP, One Louder records 1996.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Fur Bible - Plunder the Tombs

Με τον Kid Congo Powers (φωνή, κιθάρα) την Patricia Morrison (μπάσο) και τον ντράμερ με το όνομα…Desperate να σχηματίζουν τους Fur Bible αμέσως μετά την αποχώρησή τους από τους Gun Club, τον Murray Mitchell στην κιθάρα  να έχει πίσω του τις ηχογραφήσεις με τη Lydia Lunch για το The Agony is Ecstasy και  το Wildweed του Jeffrey Lee Pierce, δεν είναι και πολύ δύσκολο να μαντέψει κανείς τι μουσική έπαιζε αυτή η εξαιρετικά βραχύβια μπάντα. 
Αν συνυπολογίσει κανείς την παραγωγή του Foetus κάτω από το όνομα Clint Ruin, το μέλλον που περίμενε την Morrison στους Sisters of Mercy, τον Desperate στη σκηνή με τον Nikki Sudden και τον Rowland S.Howard και τον Kid Congo με τους Bad Seeds και όλους τους υπόλοιπους, ε τότε αυτό δεν είναι αίνιγμα αλλά καταντάει κλοπή σε παντέρημο παρεκκλήσι.  
Αυτό όμως που τελικά φαίνεται να έπαιξε τον μεγαλύτερο ρόλο στον ήχο των Fur Bible όπως μπορεί ο καθείς να καταλάβει από τον τίτλο ακόμη, και τις πρώτες νότες του Plunder the Tombs που ακολουθούν, ήταν το παρελθόν του Kid Congo στους Cramps.  
Από τα 1985 και το επτάϊντσο Plunder the Tombs που είχε στη δεύτερη πλευρά του το Fumble Fist, και το ακολούθησε μέσα στην ίδια χρονιά ένα δωδεκάϊντσο με τα δύο αυτά τραγούδια συν το Headbolt (και τα δύο στην ιστορική γαλλική New Rose) που έκλεισε σύντομα και άδοξα την ιστορία τους, για όλους τους λάτρεις των –ειδικά πρώιμων- Cramps, το ομότιτλο κομμάτι…


Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

The Dark Rags - Paranoia Blues

Closer records
2014

Πέντε σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη τους νυχτερινή πτήση οι Dark Rags συνεχίζουν να κόβουν βόλτες πάντα στα ίδια στενά, ζώντας στο σκοτάδι, ζώντας σ' έναν κόσμο δικό τους. Το Drunken Angel EP του 2010, το πρώτο τους άλμπουμ ένα χρόνο αργότερα το 2011 με τίτλο τι άλλο? The Dark Rags, το Underground με τα δύο κομμάτια το 2012, στο ενδιάμεσο πολλές συναυλίες και πάντοτε πίσω απ' όλα αυτά μια θρησκευτική σχεδόν αγάπη και αφοσίωση σ' αυτό που κάνουν, που δεν βάζει στο ζύγι το πόσοι εκεί έξω ακούν, καταλαβαίνουν και πόσο μάλλον αγοράζουν. 

Δίχως πολλά ούτε μεγάλα λόγια, χωρίς δημόσιες σχέσεις και να 'χαμε να λέγαμε, οι Rags είπαμε ζούνε στον δικό τους κόσμο που χωράει ίσα ίσα όλους τους δρόμους της πόλης όπου ζουν, τους φίλους που μοιράζονται τις μέρες και τις νύχτες, τις μπάντες που μοιράζονται τη σκηνή, και μια χούφτα εφηβικούς ήρωες, οι νότες και οι λέξεις των οποίων τους ώθησαν να ξεκινήσουν να παίζουν μουσική και βγαίνοντας που και που απ' το σκοτάδι να την μοιράζονται μαζί μας. 

Το αλήτικο Punk Rock και οι αυστραλέζικες μπάντες των 80's, cult συγκροτήματα σαν τους Barracudas ή τους Koolkings (του Kristof Hahn, που οι φανς των Swans θα πρέπει να αναγνωρίζουν), ο ήχος αυτού που σωστά ή λάθος ονομάστηκε Paisley Underground με τα Country Punk παρακλάδια του -όπως οι Jet Black Βerries- και πολλά άλλα όμορφα και αγαπημένα... και αυτοί φαίνεται στο Rock and Roll να είναι άπληστοι, για αυτό και ταιριάξαμε. 

Δεν ξέρω τι θα έγραφα αν αυτός ο δεύτερος μεγάλος δίσκος των Dark Rags δεν μου πολυάρεσε, μιας που τα παιδιά με τιμούν με την φιλία τους από τις πρώτες τους μέρες (και κάποιοι από αυτούς, από ακόμη παλιότερα). Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να αρπάξω το φτυάρι μου όπως δίχως δεύτερη σκέψη και έλεος συνήθιζε να κάνει ο αγαπητός αρχισυντάκτης μας σε φίλους, γνωστούς και αγνώστους. 

Ευτυχώς όμως για μένα, οι Dark Rags φρόντισαν να μη με φέρουν σε τέτοια δύσκολη θέση, δουλεύοντας πολύ το διάστημα που μεσολάβησε από την τελευταία τους κυκλοφορία και δίνοντας με την πολύτιμη βοήθεια της πολύ καλής, ερχόμενης λες από τα ένδοξα underground 80's παραγωγής με τον Γιάννη Βούλγαρη των Bazooka πίσω απ' τη κονσόλα, τον ποιο θυμωμένο και συνάμα συναισθηματικό εαυτό τους στα έντεκα (συν δύο bonus tracks στο CD που εσωκλείεται στον δίσκο βινυλίου) κομμάτια του Paranoia Blues, με φοβερό παίξιμο από όλους τους που σαν λογικό συμπέρασμα καταλήγει να είναι η καλύτερή τους ως τώρα δουλειά. 

Ένα blues, ωδή στην παράνοια των χρόνων και των ημερών, που ανοίγει με το κέντημα των δύο κιθάρων του εναρκτήριου Down The Road -μου έφερε στο νου τις μέρες που οι Chris Wilson και Robin Willis μεγαλουργούσαν στους Barracudas-, παίρνει φόρα σαν πληγωμένος ταύρος στο Devil's Medicine για να ξεχυθεί με άγριες σαρωτικές διαθέσεις στο Street Punk Rock της τριπλέτας Gone Away-The High Life-Hide My Shame, για να ρίξει την ταχύτητα στο μεθυσμένο με κρασί και τριαντάφυλλα Fool For You, ένα από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου αλλά και της χρονιάς και γενικά και λίγα λέω και άστα να πάνε βγαίνουν ακόμη τέτοια τραγούδια ρε παιδιά? που κλείνει και την πρώτη πλευρά. 

Η δεύτερη πλευρά ανοίγει και πάλι με ένα παρανοϊκό και... moody blues στα χνάρια του Fool, το Misery Is My Name όπου η rhythm section και πάλι κόβει για να μπορούν να μοιράζουν και να κάνουν κέντα οι κιθάρες και η φωνή, ενώ αμέσως μετά το γκάζι ξαναπηγαίνει στο κόκκινο όπου και μένει πατημένο και στα τέσσερα τραγούδια που ολοκληρώνουν τον δίσκο, με την κραυγή του τελευταίου κομματιού Baby Scream να προέρχεται σίγουρα από την θέα των φαντασμάτων του Johnny Thunders και του Stiv Bators που άκουσαν οικείους ήχους και κατέβηκαν ή πιο σωστά ανέβηκαν ξανά για λίγο στα μέρη μας να το ρίξουν λίγο έξω. 

Στο CD όμως υπάρχει και συνέχεια με το Underground από το 2012 που λέγαμε παραπάνω, και μια ωραία διασκευή στο έτσι κι αλλιώς φοβερό και σπαραξικάρδιο So Many Tears των Koolkings από το Shocked and Amazed του 1991. 

Οι παρέα των Dark Rags -γιατί πρώτα παρέα είναι οι τέσσερεις τους και μετά συγκρότημα- με το Paranoia Blues καταθέτουν έναν rock and roll δίσκο που το καβούκι της "ελληνικής σκηνής" του πέφτει στενό τέτοια δισκάρα που είναι, και αυτό το κατάλαβαν καλά οι υπεύθυνοι της καλής γαλλικής Closer records που ανέλαβαν την κυκλοφορία του.
Σειρά έχει τώρα το κοινό, αντέχει άραγε να εκτιμά αυτή την μουσική χωρίς φρου φρου, αρώματα, εγχώριο ή εισαγόμενο hype, παρά μόνο γυμνή με τα ματωμένα μα πάντοτε δυνατά για μεθυσμένες πτήσεις, φτερά της;

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr

The Dark Rags

Paranoia on Closer records

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Cheap Chaser




Από τη Τουλούζη της Γαλλίας μας έρχονται οι Cheap Chaser με δυνατές κιθάρες και ακόμη πιο δυνατά φωνητικά που δεν…φωνάζουν για το τίποτα, και αν αφιερώσετε λίγο χρόνο να ακούσετε τη μουσική τους στο bandcamp ή έστω το Wild Cold City (συν ένα αγνώστου τίτλου μα το ίδιο δολοφονικό hidden track που συνεχίζει κολλητά αμέσως μετά το τέλος του) δεν μπορεί παρά να συμφωνήσετε μαζί μου ότι, ούτε τα μπλουζάκια των Wipers και της Alternative Tentacles φαντάζουν παράταιρα πάνω τους, ούτε ο ιδρώτας που είναι φως φανάρι ότι χύνουν στις συναυλίες τους, πάει χαμένος. 
Με άλλα λόγια…πολύ καλό ανεξάρτητο θορυβώδες rock με σημείο αναφοράς τα 90’s - σε σημεία ακούγονται σαν κάποιες αγαπημένες ελληνικές μπάντες εκείνης της εποχής- αλλά και το αμερικάνικο Punk των 80’s, ενώ στις τάξεις τους είναι ανακατεμένα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δύο από τα φοβερά παιδία του Γαλλικού rock της τελευταίας δεκαετίας. Οι Dusty One (κιθάρα) και LoSpider (παραγωγή). 
Το Cheap Chaser EP του 2010, το Iron Heel LP του 2013 και το φετινό επτάϊντσο Weird Cat/ Afraid είναι η ως τώρα δισκογραφική τους σοδειά, αλλά νομίζω ότι έχουν πολύ και καλό πράμα ακόμη να δώσουν.


Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Still Caves




Να είναι άραγε ότι η σπηλιά τους βρίσκεται πέρα ψηλά εκεί στο Portland, στις μπάντες του οποίου εκ παλαιόθεν χαρίζουμε πόντους πριν καν τις ακούσουμε?
Η μήπως να είναι απλά το καθόλου πρωτότυπο, μα απόλυτα ειλικρινές,  άγριο και βάρβαρο μα πάντοτε μελωδικό, psych punk που επιδίδονται μετά μανίας, και που ουκ ολίγες φορές, σβήνοντας τα όποια ψυχεδελικά έχουν κατεβάσει με μπόλικο γουίσκι και μπύρα, γρατζουνώντας αλύπητα τις κιθάρες, φαίνονται να ξεχνούν το πρώτο συστατικό?
Ότι και να είναι αυτό που τους κάνει τόσο εύγευστους στ’ αυτιά μου, δεν θα καθίσω να λύσω το μυστήριο τώρα…έχω ήδη μπει στην μοναδική χρονοκάψουλα που έχει κατασκευάσει και μου έχει δωρίσει ο γκουρού μου, ο γνωστός Γουλουμούλου Γκάουγκερ, και κάνω λίγο όπισθεν φτάνοντας μέχρι το 2012 όπου και κυκλοφόρησαν το πρώτο και μοναδικό τους EP (ψηφιακό και κασέτα) ως τώρα, με τίτλο Static Lips και έξι κομμάτια το ένα καλύτερο απ’ το άλλο, φτάνω στο 2012 λοιπόν, και διορθώνω το λάθος μου να μην τους έχω συμπεριλάβει στη λίστα μου με τα καλύτερα της χρονιάς –μα αφού δεν τους είχες ακούσει ψιθυρίζει φοβισμένα το λίγο μυαλό που μου έχει απομείνει-, το αγνοώ όμως επιδεικτικά και αλλάζοντας ταχύτητα, γκαζώνω ευθεία για κάπου στο 2015 όπου υπάρχει περίπτωση να βγει ο πρώτος τους δίσκος, τεντώνω τα αυτιά μου σαν κεραίες στην έρημο, και περιμένω να ακούσω οκάδες από fuzz να πέφτουν σαν άμμος πάνω τους…
Αν τα καταφέρω, όταν επιστρέψω θα σας πω εντυπώσεις…



 

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

the devil, john lawman and a majority behind


Απ’ το κρεβάτι του πετάχτηκε τη χαραυγή
ο Διάβολος μέσ’ απ’ το θειάφι και βγήκε περιοδεία
στο νοικοκυρεμένο χτηματάκι του τη γή,
να δει τι γίνονται τα ζώα του, πως πάνε από υγεία.

Δρόμο παίρνει και δρόμο αφήνει,
ανεβοκατεβαίνει λόφους, περνάει κάμπους, λαγκαδιές,
και δώσ’ του πίσω-μπρός τινάζει τη μακριά ουρά του
και τον αέρα σκίζει
σαν αρχοντάνθρωπος που ολοένα το μπαστούνι του
στριφογυρίζει.

Είδε ένα δικαστή που εσκότωνε μια οχιά
δίπλα στον αχυρώνα του, πάνω σ’ένα βουνό κοπριά·
κι ο Διάβολος κρυφογέλασε, γιατί άξαφνα στου νου του
ζωντάνεψε η μορφή του Κάιν και του Άβελ, του αδελφού του.

Είδε ένα δεσμοφύλακα που ίσαμε να μετρήσεις τρία
Τις αλυσίδες φόρεσε σε κάποιον ταραξία.
«Τι επιδέξια», θαύμασε, «κουνάει τα δάχτυλά του
αυτός που αφοσιώνεται με πάθος στη δουλειά του».

Καθώς περνούσε από μια σύναξη μεθοδιστών
είδε μια γνωριμία του παλιά·-
που κράταγε στο χέρι της ένα ιερό κλειδί,
κι ο Διάβολος χαιρέτησε με υπόκλιση βαθειά.

Μα εκείνη ακατάδεχτη δεν του ‘δωσε σημασία
είπε μονάχα: «Άπαγε. Εγώ είμαι η θρησκεία».
κι ευθύς γυρνώντας στου Κυρίου – τη μεριά
σαν λιγωμένη περιστέρα τον σαΐτεψε με μια λοξή ματιά.

Είδε έναν υπουργό
(από ‘κείνους που συμπαθούσε)
να μπαίνει μέσα στη Βουλή
και πίσω του η πλειοψηφία τον ακολουθούσε.

text: Μερικά τετράστιχα από το ποίημα του Samuel Taylor Coleridge – The Devil’s Thoughts, στα ελληνικά μέσα από το βιβλίο "Οι περιπλανήσεις του Κάιν. Οι σκέψεις του διαβόλου", μετάφραση Ε.Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή 2004.
music: Roky Erickson & the Explosives – John Lawman, Gremlins Have Pictures LP, Pink Dust 1986.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

out tonite


Διέσχισα την αυλή με τους αστερισμούς από πάνω μου ν’ αντικρίζουν, όπως σκέφτηκα, το πρώτο πλάσμα του είδους στην ακοίμητη επαγρύπνησή τους. Διέσχισα τους διαδρόμους, ξένος στο ίδιο μου το σπίτι, και φτάνοντας στο δωμάτιο μου είδα για πρώτη φορά τη μορφή του Έντουαρντ Χάυντ. 

Εδώ πρέπει να μιλήσω θεωρητικά και να πω όχι αυτό που γνωρίζω, αλλά αυτό που υποθέτω ως πιθανότερο. Η κακή πλευρά του εαυτού μου, στην οποία είχα αποδώσει τώρα τον κυρίαρχο ρόλο, ήταν λιγότερο ρωμαλέα και ανεπτυγμένη από την καλή πλευρά, που μόλις είχα εκθρονίσει. Επίσης, η ζωή μου ήταν τελικά κατά τα εννέα δέκατα μια ζωή μόχθων, αρετής και αυτοελέγχου· έτσι, η κακή μου πλευρά ήταν λιγότερο ασκημένη και ταυτόχρονα λιγότερο καταπονημένη. Γι’ αυτό νομίζω ότι ο Έντουαρντ Χάυντ ήταν τόσο πιο κοντός, αδύνατος, και νέος από τον Χένρυ Τζέκυλλ. Επίσης, όπως το καλό ακτινοβολούσε στην όψη του ενός, έτσι και το κακό (το οποίο πιστεύω πάντα ότι είναι η καταστροφική πλευρά του ανθρώπου) είχε αφήσει στο σώμα εκείνο ένα αποτύπωμα παραμόρφωσης και εκφυλισμού. Κι όμως, όταν κοιτούσα το άσχημο είδωλο στον καθρέφτη, δεν αισθανόμουν καμιά αηδία, αλλά μάλλον ένα σκίρτημα καλωσορίσματος. Ήταν κι αυτός εαυτός μου· φυσικός κι ανθρώπινος. Στα μάτια μου αποτελούσε μια πιο ζωηρή, πιο εκφραστική και μοναδική εικόνα του πνεύματος από την ατελή, διχασμένη μορφή που αποκαλούσα δική μου. 

Και για την ώρα είχα απόλυτο δίκιο. Όταν ήμουν ο Έντουαρντ Χάυντ κανείς δεν μπορούσε να με πλησιάσει για πρώτη φορά, χωρίς να νιώσει το δέρμα του να ανατριχιάζει. Διότι, κατά την άποψή μου, όλα τα ανθρώπινα όντα, όπως τα ξέρουμε αποτελούνται από μια σύνθεση του καλού και του κακού. Ο Έντουαρντ Χάυντ, μόνος σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, αποτελούνταν αμιγώς από το κακό. 

text: Robert Louis Stevenson - Strange Case of Dr Jekyll and Mr Hyde (1886), στα ελληνικά Δρ.Τζέκυλλ και κ. Χάυντ, μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης, εκδόσεις Πατάκη 1992. 
music + image: The Hydes – Out Tonite, Out Tonite/ Sun Won't Go Down 7”, Corduroy records, 1998.


Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

The Worst



Θυμήθηκα και έβαλα να ακούσω ξανά τους The Worst πριν έναν-δύο μήνες όταν είχαν πέσει στην αντίληψή μου εκείνοι οι τρελοκαναδοί οι Silver Skeleton Band.
Καναδοί και οι The Worst, έπαιξαν ένα αξέχαστο τουλάχιστον σε μένα δρακουλιάρικο garage punk τίγκα στα ποντικίσια φωνητικά το fuzz και τη farfisa, για μια πενταετία περίπου από το 1989 μέχρι το 1994, και διαλύθηκαν σεμνά και δίχως τυμπανοκρουσίες και αποχαιρετισμούς.
Ο Greg Johnson, τραγουδιστής, συνθέτης και αδιαμφισβήτητος ηγέτης του γκρουπ αμέσως μετά έφτιαξε τους The Fiends, μια μπάντα που ήταν ακόμη περισσότερο βυθισμένη στον αλα Tales from the crypt τρόμο, που κράτησαν κι αυτοί καμιά πενταετία, κυκλοφορόντας 3 δίσκους και 3-4 σινγκλάκια. Όπως ίσως να θυμούνται κάποιοι, το πρώτο τους LP είχε βγει στην σειρά Teen Trash (το Vol.12) της Music Maniac ενώ το δεύτερο τους σίνγκλ το Shes Not Broken είχε βγει μαζί με το φανζίν Gew Gaw…το δικό μου αντίτυπο κάθεται φρόνημα εδώ και χρόνια στο κουτί του παρέα με τα υπόλοιπα σαρνταπεντάρια…

Από τότε τα ίχνη του Johnson χάνονται και μάλλον όχι μόνο από μένα, για να τα συναντήσω τυχαία πριν 3-4 χρόνια, που αλλού, στο internet, διαβάζοντας σε ένα καναδέζικο blog την ετεροχρονισμένη είδηση του θανάτου του τέτοιες μέρες το 2009. Ήταν μόλις 41 χρονών…παραλίγο σειρά ο Greg
Και σίγουρα το ήξερε κι αυτός πριν φύγει ότι στο μικρό του πέρασμα από τον κόσμο του rock and roll δεν έκανε και τίποτα πρωτότυπο και μεγάλο.

Ο ένας και μοναδικός δίσκος όμως, των The Worst (ομότιτλος στην Dig! records), δεν την αξίζει τέτοια λησμονιά σαν κι αυτή που είδα ακόμη και εδώ μέσα στο «δίκτυο» όπου κυκλοφορεί κάθε αποφάγι και σκουπίδι, κάθε λογής κουράδα που ταξιδεύει μίλια μέσα από καλώδια αλλά και ασύρματα για να τεντωθεί αυτάρεσκα ακριβώς μπροστά στη μύτη μας κάνοντάς μας τη χάρη να μας αφήσει να την μυρίσουμε.
Ένας δίσκος με ανατριχιασμένες σαν γάτες σε άμυνα κιθάρες, farfisa που ακούγεται σαν εκκλησιαστικό όργανο κάποιου μυστήριου όμως εκκλησιάσματος, και φωνητικά που κάποιες φορές κάνουν ακόμη και τον Sky Saxon ή τον Mark Enbatta να ακούγονται σαν συμβατικοί ποπ τραγουδιστές…από υπερβολές άλλο τίποτα εδώ μέσα…
Η ανάρτηση πλησιάζει στο τέλος κι εγώ ακούγοντας επαναληπτικά σαν καραμπίνα μια λίστα με τα μισά τραγούδια του δίσκου αδυνατώ ακόμη να αποφασίσω πιο κομμάτι να σας παρουσιάσω…

Τελικά μένω να αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα σε τρία…το εισαγωγικό Sleepy Town, ένα κομμάτι που ο Rudi θα έδινε όρκο να μη γαμήσει για ένα τουλάχιστον χρόνο για να το υπογράψει με τους Fuzztones, και ο Leighton από τους Morlocks θα ξαναέμπαινε άνετα και με χαμόγελο στη φυλακή.
Το Heretic με τα τύμπανα να βαράνε πάνω σε κοφίνια θαρρείς, η κιθάρες να ριφάρουν σαν κυνηγημένες, το όργανο να οργιάζει, μαράκες ντέφια και πολλά κέφια, και τον Johnson στη φωνή, τρελός προφήτης μπροστά σε εκστασιασμένο ποίμνιο.
Όσο για το Set Me Free..ε εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με καύλες και φυλακές…πολύ απλά ο Mark Enbatta που λέγαμε, στη δημοπρασία του τραγουδιού προσφέρει την ισόβια αποχή του από πάσης φύσεως ουσίες για να το προσθέσει σαν το bonus χαμένο κομμάτι του On The Right Track Now…να παίζει αμέσως μετά το Dreams of Today.
Κι επειδή είναι κρίμα να μην υπάρχουν στο youtube τα βάζω και τα τρία…με μισή καρδιά μένει απ’ έξω το ηλεκτρισμένο σαν καταιγίδα, ψυχεδελικό punk Gonna Change Your Mind… 






Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

it's so bad, it's going to be huge



Ομολογώ ότι ούτε την ταινία είχα δει, ούτε ήξερα ότι την συνυπογράφει όπως και το soundtrack, εμφανίζεται και την συν-σκηνοθετεί μαζί με τον Dean Stockwell ο Neil Young, ούτε ότι η φράση “rust never sleeps” ήταν πρόταση του Mark Mothersbaugh προς τον Neil Young που όπως γνωρίζουμε όλοι με χαρά και πάθος την υιοθέτησε.
Ο λόγος για το Human Highway, ένα φίλμ του 1982 όπου εκτός από τους προαναφερθέντες κάνουν το πέρασμά τους και όλοι οι υπόλοιποι Devo, μαζί τους και ο Dennis Hopper και αρκετοί άλλοι. Σας άνοιξε η όρεξη?
Για ρίξτε και μια ματιά στην σκηνή με την εκτέλεση του Hey Hey My My, από τον Neil Young μαζί με τους Devo που είναι ακόμη καλύτερη απ’ ότι μπορεί κανείς να φανταστεί όπως εύστοχα διάβασα κάπου…
Όσο για τον Mark Mothersbaugh σαν Booji Boy στο παρκοκρέβατο…πολύ θα ήθελα να ήμουν στην θέση του…απολαυστικός! Kick it fellas!!


Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

that’s when i reach for my revolver





Με συγχωρείς, αλλά ο Χέρμαν Γκέρινγκ είχε δίκιο: κάθε φορά που ακούς τη λέξη κουλτούρα, πιάνε το πιστόλι σου. Η κουλτούρα έλκει τις χειρότερες παρορμήσεις των λεφτάδων, δε διαθέτει ηθική ακεραιότητα, παρακαλάει να προαστικοποιηθεί και να διαφθαρεί.


image: Η περίφημη «σκηνή της γκαλερί» από την ταινία La Heine.
text: Ένα μικρό απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Thomas Pynchon που μόλις ξεκίνησα να διαβάζω και φέρει τον τίτλο: Bleeding Edge, στα ελληνικά, Υπεραιχμή, μετάφραση (βαρέων και ανθυγιεινών όπως έχουμε ξαναπεί) Γιώργος Κυριαζής, εκδόσεις Ψυχογιός 2014. 
music: Mission of Burma – That’s When I Reach for My Revolver, Signals, Calls, and Marches EP, Ace of Hearts 1981. 

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Exhaustion - Biker

Aarght records
2014
Δεύτερο άλμπουμ, μετά το περσυνό Future Eaters για την αυστραλέζικη επικίνδυνη σέκτα που ακούει στο όνομα Exhaustion και είναι ταγμένη ψυχή τε και σώματι στον λευκό θόρυβο. Το "επικίνδυνη" δε το γράφω σαν σχήμα λόγου, μια ματιά στις φάτσες τους θα πείσει και τον πιο θαρραλέο. 

Με μέλη των Deaf Wish, Lower Plenty, Ooga Boogas, Witch Hats (και κάτι ψιλά ακόμη) στη σύνθεση τους, και τον απόηχο του reverb από το περσυνό λουκούλλειο κανιβαλισμό του μέλλοντος να κουδουνίζει νοσταλγικά ακόμη στ' αυτιά μου (η νοστιμιά του οποίου τους έδωσε μια ψηλή θέση στην λίστα μου με τα καλύτερα της περασμένη χρονιάς) έβαλα με μεγάλες προσδοκίες το Biker να παίξει.

Και το τρίο (ντραμς, μπάσο, κιθάρα-φωνή) φρόντισε να μη τις διαψεύσει σ' αυτό το νέο του πόνημα, το ηχογραφημένο στο στούντιο τους στην Μελβούρνη κυρίως μεταμεσονύκτιες ώρες, όπου κάποιο βράδυ ανάγκασαν ακόμη και τους θαμώνες του διπλανού Hell's Angels κλαμπ, να εκλιπαρούν απεγνωσμένα για λίγη ησυχία... λένε οι φήμες.
Κάτι που εγώ προσωπικά δεν έχω κανέναν λόγο να μη τις πιστέψω, μιας που ο θόρυβος των Exhaustion μπορεί να είναι ταυτόχρονα ποθητός σαν τις πρώτες νιφάδες του χειμώνα που χορεύουν ασύμμετρα όπως πέφτουν στην άσφαλτο για κάποια αυτιά, και ενοχλητικός σαν τα χιόνια σε μια θανατηφόρο νεκρή τηλεόραση, για κάποια άλλα.

Έχει φορές που ακούγονται σαν το αποτέλεσμα μιας ανίερης συναλλαγής στο ημίφως του νέον της ταμπέλας ενός στούντιο, μιας συναλλαγής όπου μια μπάντα σαν τους Hawkwind αλλάζει όργανα και ναρκωτικά με μια άλλη σαν τους Sonic Youth.
Κι έπειτα οι δρόμοι τους χωρίζουν, όχι όμως πριν δοθεί η αμοιβαία υπόσχεση να ξαναβρεθούν μέσα σε μια άλλη ασημένια ομίχλη, κάτω από έναν ξένο ουρανό και πάνω σε μια άλλη γη γεμάτη από πρωτάκουστες αντηχήσεις, και ίσως περισσότερο ανθεκτικούς μηχανόβιους. 

Άλλες φορές πάλι απλά... δεν ακούγονται. Ειδικά όταν αφήνονται σε free-κάτι πειραματισμούς. Ακόμη κι αν είσαι χρόνιος και σκληραγωγημένος θορυβοχρήστης θα σου πέσει κάπως βαρύ· αλλά αυτό είναι κοινό μυστικό για τους παροικούντες τη Νοϊζαλήμ, και είμαι σίγουρος ότι το φαινόμενο παρατηρείται σε όλους τους ανάλογους δίσκους ακόμη και όταν αυτοί -οι χρήστες- πίνουν νερό στο όνομά τους. 

Τέλος... ερχόμενο από άλλες διαστάσεις και μεγάλες αποστάσεις ανεξάντλητο το Silver Fog, σε μια λίγο παλιότερη εποχή μάλλον θα είχε γίνει hit σε κάποια ερασιτεχνικά ραδιόφωνα, και οι Exhaustion μέχρι και εξώφυλλο, έστω σε κάποιο (αληθινό) fanzine... στις μέρες μας όμως, τις μέρες της αυτοκρατορίας του ντεμέκ, τα βλέπω δύσκολα τα πράματα... 

Δεν πειράζει, η υπόθεση έτσι κι αλλιώς από πάντα ήταν θέμα των όσων πιστών προσέρχονται... κι αυτοί δεν χρειάζονται πολλά λόγια, ας είναι καλά ο Άϊ Ριβέρμπης o Θορυβοποιός μεγάλη η χάρη του που τους τραβάει σαν τον Πάνα από το αυτί, γι' αυτό κι εγώ το κόβω εδώ, όχι όμως πριν κάνω και μια μνεία στο σουπρεματιστικό, Malevich-ικό εξώφυλλο.

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr

orphan future eaters

bandcamp


Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Spirit Valley - Abyss


Μα το πνεύμα της κοιλάδας, θα βγάλουν επιτέλους δίσκο αυτοί οι αυστραλοί σαμάνοι; Ελάτε λοιπόν καλά μου πνεύματα, κάντε γρήγορα...



Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

The Guilty Hearts - Ghost In My Room


«Πιο βρώμικο και από σάντουιτς καντίνας Garage Rock, με την μεγαλύτερη όμως μερίδα να την κατασπαράζουν με λύσσα οι αλιγάτορες του βάλτου, που κάποτε έτρωγαν πλουσιοπάροχα από τα χέρια των Scientists. 
Στις καλύτερες στιγμές τους πάντως – που είναι αρκετές – μου φέρνουν στο νου την ωμότητα και την μανία των Mono men και των υπόλοιπων Juvenile Delinquents της Estrus records 

Αυτά έγραφα πριν καμιά πενταετία σε μια παρουσίαση του Pearl Before Swine δεύτερου –και τελευταίου ως τώρα- δίσκου των Guilty Hearts που είχα κάνει στο tranzistor. 
Από τότε κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι και ακόμη περισσότερο ουίσκι στα λαρύγγια αυτού του αρχικά τρίο κι έπειτα κουαρτέτου από το LA· κάπου θα την άραξαν κι αυτοί τι να κάνουν, δεν είναι και τίποτα πιτσιρίκια, οι πίσω σελίδες του Hernadez H. Senac όσες τουλάχιστον μας αφορούν, φτάνουν μέχρι τα μέσα των 80’s και τους Blood On The Saddle, κάπου τους ξέχασα κι εγώ, χαθήκαμε…

Ο δολοφόνος όμως πάντα επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος και το φάντασμα πηγαίνει όπου του γουστάρει λένε, για τον πρώτο δεν ξέρω, τι να σας πω, για το φάντασμα όμως, που έκανε την εμφάνισή του κουνώντας Μόρτικα τους γοφούς του στον ρυθμό παλιού νέγρικου blues, με τις κοφτερές σαν νύχια αγριμιού κιθάρες να του έχουν ξεσκίσει το λευκό σεντόνι, με μια φωνή σαν το τελευταίο γρύλισμα ενός γέρικου και βραχνού λύκου, και την φυσαρμόνικα μοναχική σαν σφύριγμα τραίνου στην πεδιάδα το σούρουπο, ανησυχητική σαν σειρήνα ασθενοφόρου στην πόλη τα μεσάνυχτα, απειλητική σαν άηχη κραυγή μέσα στο μυαλό οποιαδήποτε ώρα, για το φάντασμα λέω, σας είπα ήδη πολλά, τα υπόλοιπα να τα ακούσετε μόνοι σας…

Μέσα από τον πρώτο δίσκο τους, που είχε τίτλο το όνομά τους και κυκλοφόρησε το 2005 και πάλι από τη Voodoo Rhythm records.

I hear a scream on the highway,
"Just the wind" I say.
And I wake up in the dark now,
with a weight on my chest.