Έχω χαπάκια για
να ονειρεύομαι. Σήμερα το βράδυ παίρνω ένα που γράφει επάνω του με πολύ μικρά
γραμματάκια: Ταξίδι στις Ινδίες (Πρώτο μέρος). Το καταπίνω με λίγο νερό κι αμέσως κοιμάμαι.
Όλα πάνε μια χαρά
μέχρι να φτάσω στην Μπεναρές, όπου το όνειρο προβλέπει ένα λουτρό στον
Γάγγη.Το όνειρο αυτό προοριζόταν για
κάποιον που ξέρει κολύμπι· κι εγώ δεν ξέρω. Μόλις μπω στο νερό, πνίγομαι. Δε θα μάθω ποτέ πως
τελειώνει το ταξίδι.
text:Πιέρ
Μπεττενκούρ – «Ταξίδι στις Ινδίες» μέσα από το βιβλίο «Τα πλοία βγήκαν για
σεργιάνι», μετάφραση Ε.Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή 2001.
music: The Devil And The Almighty Blues – How Strange Is
Silence, II Digital Album, Self Release 2017.
και δώσ’ του πίσω-μπρός τινάζει τη μακριά ουρά του
και τον αέρα σκίζει
σαν αρχοντάνθρωπος που ολοένα το μπαστούνι του
στριφογυρίζει.
Είδε ένα δικαστή που εσκότωνε μια οχιά
δίπλα στον αχυρώνα του, πάνω σ’ένα βουνό κοπριά·
κι ο Διάβολος κρυφογέλασε, γιατί άξαφνα στου νου του
ζωντάνεψε η μορφή του Κάιν και του Άβελ, του αδελφού του.
Είδε ένα δεσμοφύλακα που ίσαμε να μετρήσεις τρία
Τις αλυσίδες φόρεσε σε κάποιον ταραξία.
«Τι επιδέξια», θαύμασε, «κουνάει τα δάχτυλά του
αυτός που αφοσιώνεται με πάθος στη δουλειά του».
Καθώς περνούσε από μια σύναξη μεθοδιστών
είδε μια γνωριμία του παλιά·-
που κράταγε στο χέρι της ένα ιερό κλειδί,
κι ο Διάβολος χαιρέτησε με υπόκλιση βαθειά.
Μα εκείνη ακατάδεχτη δεν του ‘δωσε σημασία
είπε μονάχα: «Άπαγε. Εγώ είμαι η θρησκεία».
κι ευθύς γυρνώντας στου Κυρίου – τη μεριά
σαν λιγωμένη περιστέρα τον σαΐτεψε με μια λοξή ματιά.
Είδε έναν υπουργό
(από ‘κείνους που συμπαθούσε)
να μπαίνει μέσα στη Βουλή
και πίσω του η πλειοψηφία τον ακολουθούσε.
text:
Μερικά τετράστιχα από το ποίημα του Samuel Taylor Coleridge – The Devil’s Thoughts,
στα ελληνικά μέσα από το βιβλίο "Οι περιπλανήσεις του Κάιν. Οι σκέψεις του
διαβόλου", μετάφραση Ε.Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή 2004.
music: Roky
Erickson & the Explosives – John Lawman, Gremlins Have Pictures LP, Pink
Dust 1986.
Μια σαρακοφαγωμένη γριά, που σαν την έβλεπα έφευγα –κάνοντας,
χώρίς να ξέρω γιατί, το σταυρό μου-, απ’ άλλο σοκάκι κι ένιωθα την καρδιά μου
να χτυπά δυνατά τικ-τακ.
Στο ντάμι της πηγαίναμε καμιά φορά σιγά-σιγά μη μας πάρει
μυρουδιά και κοιτάζαμε με φόβο από ένα φεγγίτη. Λέγανε τα μουρά πως έκανε συντροφιά με νεκροκέφαλα και κουβέντιαζε
με βρυκόλακες. Τέτοιο πράμα όμως η φόβους δεν μ’ αφήκε ποτέ να δω. Ξέρω μόνο
πως το ντάμι της μύριζε λιβάνι άσχημα, έτσι που νόμιζες πως είχε πάντα λείψανο
μέσα, και πως ούλα τα ρούχα της μυρίζαν θανατίλες, γιατί τα ‘χε παρμένα από τις
πεθαμένες γυναίκες, που κάθε τόσο φωνάζανε ν’ αλλάξει. Αυτή ήταν η δουλειά της. Σαν πέθαινε κανένας τη φωνάζανε γρήγορα-γρήγορα. Τη στέλνανε
κι από πριν χαμπάρι σαν ψυχομαχούσε κανένας. Σαν κανένας «κακνευότανε» (λένε πως
γίνεται έτσι σαν μιλήσεις του άρρωστου την ώρα που ψυχομαχά και πως τότες το
ψυχομάχημά του βαστά βδομάδες. Μόνο σαν διαβάσουν δώδεκα φορές το ‘χτωήχι αναπαύεται),
σαν κακνευότανε λοιπόν κανένας, η αλλάχτρια απάντεχε μέρες και καθότανε στο
φεγγίτη της περιμένοντας πότε θα ‘ρχότανε το χαμπάρι. Σαν η ώρα ερχότανε, η αλλάχτρια έβαζε τη «φνίκα» της κι έτρεχε
σερπετή-σερπετή. Σφαλιότανε μοναχή με τον πεθαμένον σ’ έναν οντά κι άρχιζε κει
πέρα. Πρώτα-πρώτα του σφαλούσε τα μάτια. Του έδενε ύστερα το σαγόνι
με μια μουστούκα, για να μην έχει ανοιχτό το στόμα του, του σταύρωνε τα χέρια
πριν ξυλιάσουν, κι ύστερα ξεγυμνωμένον του έπλενε το σώμα με κρασί, βουτώντας σ’
αυτό ένα μπαμπάκι, και του περνούσε το σάβανο απ’ το λαιμό. Όσο κρασί πέρσευε
το ‘παιρνε σπίτι της ύστερα, και μέσα σε μια μπουχτσαδιά έπαιρνε τα ρούχα που
φορούσε την τελευταία στιγμή ο νεκρός κι έφευγε σερπετή-σερπετή κι ευχαριστημένη
και πάγαινε να κάτσει στο φεγγίτη της, περιμένοντας να την ξαναφωνάξουν για άλλον. Την αλλάχτρια τη λέγανε Μυρσινιώ. Τον άντρα της τον λέγανε
Βασίλη, κι ήτανε νεκροθάφτης στη Αγιά Γαλατιανή. Άλλος πάλι αυτός. Πετούσε τα καύκαλα των πεθαμένων που ξέχωνε
σαν να ‘τανε κολοκύθες και τραβούσε μανέδες σαν έσκαβε κανέναν λάκκο. Ξερακιανός κι αυτός σαν τη γυναίκα του τη Μυρσινιώ, μακρύς
σαν το φτυάρι που έβγαζε τα χώματα απ’ τους λάκκους. Κρύος σαν φίδι. Αυτός δεν μύριζε λιβάνι σαν περνούσε απ’ το σοκάκι. Μύριζε χώμα
και βρωμούσε κόκαλα. Λένε πως ξέχωνε τη νύχτα τους πεθαμένους κι έκλεβε ό,τι είχαν
απάνω τους, και πως πολλές φορές τους έστελνε στον άλλο κόσμο χωρίς παπούτσια. Λένε κιόλας πως μια φορά υποψιασθήκανε και ξεχώσαν μια
νειαροθαμμένη νεκρή. Τη βρήκανε με κομμένο το δαχτύλι που φορούσε δαχτυλίδι. Τότες τον Βασίλη τον διώξανε και πήγε να μαραζώσει απ’ τον
καμό του, που δεν άνοιγε λάκκους και δεν πετούσε και τα καύκαλα έτσι σαν να ‘τανε
κολοκύθες. Τον ξαναπήρανε ύστερα γιατί κλαύθηκε η Μυρσινιώ κι οι κόρες
του. Τ’ αντρόγυνο δούλευε καλά και τα περνούσε φίνα. Κάτι έβγαινε κάθε μέρα. Όσο κονιάκ κι όσες πίτες περσεύανε
απ’ το νεκροταφείο η Βασίλ’ς τα κουβαλούσε σπίτι του το βράδυ. Έφερνε κι η
Μυρσινιώ όσο κρασί πέρσευε απ’ το πλύσιμο των πεθαμένων, και το βράδυ κουρασμένοι
κι οι δύο απ’ τη δουλειά καθότανε και το κουτσοπίνανε. Τότες η Βασίλ’ς τραβούσε μανέδες μερακλίδικους κι η Μυρσινιώ
έπινε εις υγείαν του, λέγοντας «καλές δουλειές».
image: The Gravedigger bymyconius text: Το αφήγημα «Η αλλάχτρια» μέσα από το βιβλίο του Αθανάσιου Θ. Γκράβαλη (1890-1974)
«Της Ματζουράνενας το χάλασμα, και άλλα αφηγήματα» σε επιλογή-επιμέλεια Ε.Χ.
Γονατά, εκδόσεις Στιγμή, σειρά Ασυνήθιστες Ιστορίες 1988. music: 16 Horsepower – Heel on the shovel, Sackcloth ‘n’
Ashes CD, A&M 1996.
Ανεβαίνοντας το λόφο αντίκρισα στον ορίζοντα τις ατέλειωτες πλούσιες
φυλλωσιές του δάσους, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Δεν ένιωσα όμως καμιά δροσιά
στην ψυχή μου. Φτάνοντας στην κορφή παρατήρησα πως ο λόφος κι από την άλλη
μεριά ήταν ολότελα γυμνός. Σ' όλη την έκταση γύρω ούτε ένας κορμός δέντρου.
Μόνο στον ουρανό πλέανε αθόρυβα τα φύλλα, τα αμέτρητα πράσινα φύλλα πού είχα
δει από μακριά, σα δίχτυα κρεμασμένα πάνω απ' τα κεφάλια μας. Τρέμανε όλα μαζί
στον αέρα, μα δε σκόρπιζαν, όπως τ' αστέρια, μ' όλο πού κανένα κλαδί, κανένα
κοτσάνι δεν τα βαστούσε. Δεν κρατήθηκα. "Και πώς ξεκουράζονται εκεί τα πουλιά;", είπα. "Σ' αυτά τα δέντρα έρχονται μόνο οι σκιές των πουλιών να
καθίσουν", μου εξήγησαν ήσυχα με μια φωνή οι δύο άγνωστοι που με
συντροφεύαν. "Ναί. Βλέπω", φώναξα. "Κοπάδια πουλιά κουρνιάζουν στα
φυλλώματα χωρίς τα κορμιά τους". Οι σύντροφοι μου κοιτάχτηκαν μ' απορία. "Εσύ ποιός είσαι που μπορείς και τα βλέπεις;", γυρίζει και μου
λέει ανήσυχος ο ένας. Πριν προλάβω ν' απαντήσω, σκύβει στον διπλανό του και
τους ακούω που ψιθυρίζουν: "Πώς βρέθηκε αυτός μαζί μας; Για δώσ' μου τον κατάλογο να ρίξω μιά
ματιά". "Δεν τον έχω απάνω μου. Μα τί τον ρωτάς; Αφού είδε, δικός μας θα
'ναι κι αυτός. Σ' τό 'χω ξαναπεί, να κλείνεις καλά όταν βγαίνεις". Για πρώτη φορά τους πρόσεξα καλύτερα, τυλιγμένους στο λεπτό μενεξεδί φως του
δειλινού. Φορούσαν τα ίδια ρούχα, τα ίδια πουκάμισα, τις ίδιες άσπρες γραβάτες
και τα χλωμά τους πρόσωπα με το μικρό μαύρο μουστάκι ήταν ολόιδια. "Είσαστε δίδυμοι;", τους ρώτησα. Δε μ' απάντησαν. Έστησαν μπρος μου έναν μεγάλο καθρέφτη. Κοιτάχτηκα κι είδα
πως φορούσα κι εγώ τα ίδια ρούχα, την ίδια γραβάτα και πως το πρόσωπο μου,
αγνώριστο, κατακίτρινο, ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο με το δικό τους. Η καμπάνα σήμανε μακριά. Με πήραν απ' το χέρι κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε
αμίλητοι τη χωματένια σκάλα. Ψηλά από πάνω μας φαινότανε ο ουρανός σκούρος
γαλάζιος, στολισμένος με τα πρώτα αστέρια. Άνοιξαν τη φαρδιά καγκελόπορτα και
μ' έσπρωξαν σ' έναν απέραντο κήπο, γεμάτον άσπρους στρογγυλούς βράχους. Πουθενά
δε φαίνονταν λουλούδια. Μονάχα πρασινάδες. Όμως μιά γνώριμη άχνα ανέβαινε μέσα
απ' τη γη, μεθυστική σα λιβάνι.
text: Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς – Το δάσος,
από το βιβλίο του Οι Αγγελάδες (1963), εκδόσεις Στιγμή 1992. music: Phil Shoenfelt & Southern Cross –
Death is Hanging Over Me, Various Artists: Suddenly Yours - A Tribute To Nikki
Sudden CD, Sunthunder records 2007.