Dim Locator (προφανώς από την σύνθεση
του Rowland S. Howard για τους Birthday Party), ονομάστηκε η μπάντα που ξεπήδησε
από την στάχτη που άφησαν πίσω τους οι θρυλικοί Fatal Shore μετά τον θάνατο του Bruno Adams, και το αναγκαστικό τους
τέλος.
Οι εναπομείναντες, ο γνωστός και μη εξαιρετέος Εγγλέζος μα από χρόνια μόνιμος
κάτοικος Πράγας, Phil Shoenfelt στη κιθάρα, τα χαρακτηριστικά
φωνητικά και το μεγαλύτερο κομμάτι της σύνθεσης, και ο «πιο πολυάσχολος
μουσικός του rock and roll» (μαζί και ένας εκ των
καλύτερων ντράμερ που υπάρχουν αυτή την στιγμή στην σκηνή) Chris Hughes που
πριν τους Dim Locator, παράλληλα και μετά,
χτυπάει ανηλεώς τα τύμπανα σε δεκάδες –μην έχουν φτάσει και εκατοντάδες εν τω
μεταξύ- άλλα σχήματα, από τους Once Upon
A Time μαζί
με τον Bruno Adams και τους True Spirit του Hugo
Race, μέχρι
τα κατά καιρούς σχήματα του Mick Harvey του Nikki Sudden και του Howardγια να
αναφέρουμε απλά μερικά.
Το τρίο συμπληρώνει ο επίσης αυτραλογεννημένος και νυν κάτοικος Βερολίνου
όπως και ο Hughes, Dave Allen στο μπάσο, με το ταπεινό σε
σύγκριση με τους προηγούμενους βιογραφικό της συμμετοχής στους Builders, The Stars and the Madness, Luna Lounge, True
Spirit, Andrea Schroeder, και μερικούς άλλους...
Τον οποίον Dave δεν ξέρω γιατί, και σε πιο ακριβώς βραχυκύκλωμα του μυαλού
οφείλεται το ότι όποτε βλέπω τον Joachim Low μου θυμίζει αυτόν και κατ’
επέκταση τους Dim Locator, με αποτέλεσμα να μου
δημιουργείται θετική αύρα για την ομάδα των πάντσερ που λένε και οι
σπορτκάστερς.
Αφού είχαν προηγηθεί το Immortalised, ένα μικρό, με την μορφή ψηφιακού και βινυλιακού επτάϊντσου,
αφιέρωμα στον Rowland S. Howard το 2012, και το Wormhole, ένα EP με τέσσερα
τραγούδια όλα δικές τους συνθέσεις, (και εξώφυλλο από τον Claus Castenskiold)
το 2013, κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες το Six Miles Deep που όμως, δεν
είναι αυτό που θα μπορούσες να πεις ο πρώτος τους δίσκος, αφού μιλάμε για μια
ζωντανή ηχογράφηση, της περσινής τους εμφάνισης στο κλαμπ NATO της Λειψίας,
δίχως μετέπειτα παρεμβάσεις και... «επιδιορθώσεις», που βλέπει το φως των δισκοπωλείων
κυρίως γιατί αποτελεί κομμάτι μιας μικρής σειράς «εορταστικών» κυκλοφοριών της
καλής γερμανικής εταιρίας Moloko+ με αφορμή τα εικοστά της
γενέθλια.
Το I Dont’t Care About Nothing
Anymore (Beasts of Bourbon) ανοίγει το live σε μια ωραία, ξεσηκωτική εκτέλεση με το κολλητικό riff να κάνει κατάληψη για ώρες μετά στο jukebox του εγκεφάλου,
ακολουθούμενο από το συγκλονιστικό έτσι κι αλλιώς I Ate The Knife των These
Immortal Souls του Rowland Howard (ναι πάλι αυτός) που είχαν
διασκευάσει μαζί με τα Dead Radio και το Undone στο πρώτο τους σινγκλ.
Συνεχίζουν με τα δικά τους, Dan The Man From Ampellang και Carolyn, και έναν ήχο πολύ περισσότεροτραχύ από αυτόν
του στούντιο, ειδικά το δεύτερο μεταμορφώνεται τόσο, που κονταροχτυπιέται πια μαζί
με το Touch αμφισβητώντας την παγιωμένη άποψη για το πιο απ’ τα δύο είναι το κορυφαίο τους τραγούδι μέχρι
σήμερα.
Το ομότιτλο Six Miles Deep, σύνθεση
του Shoenfelt μέσα από το Real World, το κύκνειο άσμα των Fatal Shore είναι έτσι κι
αλλιώς τραγουδάρα αλλά οι στίχοι του “I feel disconnected,
I’m sick inside, Ain’t got no future, just a twisted sense of pride” τραγουδισμένοι από τον ίδιο
τον Shoenfelt “unplugged” με μια φτηνή κιθάρα και αφιερωμένοι ειδικά για τις
περιστάσεις μιας παράξενης εβδομάδας που περάσαμε μαζί του πρόπερσι κάπου στη
Νότια Κρήτη, όπου ο κόσμος έξω έμοιαζε να καταρρέει, μου φέρνουν σε κάθε
άκουσμα την ίδια ανατριχίλα.
Το Rudi που ακολουθεί αναφέρεται σκωπτικά
και φυσικά στον έναν και μοναδικό Rudi που όλοι γνωρίζουμε, τον Rudi Protrudi, ενώ με τα επόμενα δύο τραγούδια, το ποτισμένο απ’ το πνεύμα του Wilhelm Reich και του William S. Burroughs, Orgone Accumulator των Hawkwind και τον ύμνο των απανταχού freaks, Do It! των Pink Fairies σε τριπαρισμένες
εκτελέσεις, έχουν πια ξεδιπλώσει τις αναφορές τους και ξετυλίξει μαζί το
κουβάρι του δικού τους ήχου, που σφραγίζεται με τις καταιγιστικές κιθαριστικές
ριπές που ακολουθούν την νηνεμία της εισαγωγής του Touch και κλείνουν τη
συναυλία και τον δίσκο.
Με το τέλος του οποίου φανερώνεται μέσα από παραισθητικές αναθυμιάσεις το
πνεύμα αυτής της «αντικανονικής» μπάντας, που προσπαθεί και τα καταφέρνει
περίφημα να συγκεράσει τον Εγγλέζικο ψυχεδελικό, freak out ήχο των πρώιμων 70’s με
το αυθάδικο και αυθόρμητο πνεύμα του punk
που
ακολούθησε, τσαλαβουτώντας πάνω στις σκοτεινές βαλτώδεις περιοχές του
αυστραλέζικου underground των 80’s, έχοντας σαν βάση πάντα βέβαια, τις ιδιαίτερες ιδιοσυγκρασίες και
ικανότητες των μουσικών που απαρτίζουν τους Dim
Locator.
Μακριά από τη χιπστεριά και την πόζα των σύγχρονων
«βασιλιάδων» αλλά και πληβείων της –όποιας- σκηνής, που βασίζονται περισσότερο
στις διάφορες πιασάρικες ετικέτες των «ειδών» του rock που με πολύ τάξη
και επιμελώς φροντίζουν να κολλάνε πάνω τους, τον πρόλογο μέσα από τα «κοινωνικά δίκτυα» και στις
δημόσιες σχέσεις, παρά στην μουσική αυτή καθ’ αυτή, οι Dim Locator καλούν τον ακροατή
χωρίς φωνασκίες και φανφάρες μα με ένα τους μόνο νεύμα, να τους ακολουθήσει για
μια μικρή βόλτα στα στενά της never
never land, λάθος πλευράς, όπου συνειδητά προτιμούν να βρίσκονται.
Και κάτι ακόμη... Ακούγοντας το Touch
για νιοστή
φορά από τότε που πρωτοβγήκε η στούντιο εκτέλεσή του στο Wormhole, σκέφτομαι ότι αφού μπορεί αυτός ο rocker να γράφει τέτοια τραγούδια στα εξηνταφεύγα του, σημαίνει
ότι η επιθανάτια αγωνία αυτού του μουσικού είδους που παρά τις διαβεβαιώσεις
του μπάρμπα Neil Young για το αντίθετο,
είναι μοιραίο να πεθάνει, η επιθανάτια αγωνία του έλεγα όμως, θα συνεχιστεί για
αρκετό καιρό ακόμη προς τέρψην τον απανταχού νεκρόφιλων οπαδών όπως είμαστε
όλοι μας.
Τέτοιες μέρες,
πριν επτά χρόνια έφυγε από τη ζωή ένας
αγαπημένος μουσικός, εξαίρετος συνθέτης, μια μεγάλη και βαθιά φωνή και
προπαντός ένας μεγάλος άνθρωπος. Ένας ακόμη λόγος που συχνά πυκνά τον θυμάμαι
κάθε τέτοια εποχή, πέρα από τη δεδηλωμένη μου αγάπη για τα τραγούδια του, είναι
και το ότι λίγες μέρες πριν τις 18 του Απρίλη, την ημέρα που έφυγε ο Bruno
δηλαδή, έχουν γενέθλια δύο πολύ
αγαπημένα συγγενικά πρόσωπα, οπότε κάπου
εκεί που σταματάει για ένα απειροελάχιστο διάστημα η ακολουθία του χρόνου, μέσα
στα σκαλίσματα τις μνήμης, στη χαρά της γιορτής και στη μελαγχολία του τέλους
της, στις σκέψεις για τη ζωή και τον θάνατο που αναπόφευκτα έρχονται σε τέτοιες
στιγμές, εκεί λοιπόν βρίσκει τον χώρο και τρυπώνει κι αυτή η θλιβερή ανάμνηση
του θανάτου του Bruno.
Η ζωή όμως όπως
ξέρουμε προχωράει, και για να μη γινόμαστε πολύ μελό, ας περάσουμε στα αμιγώς
μουσικά, που ειδικά για τις μέρες αυτές το μενού περιλαμβάνει δύο κομμάτια από
το σπηλαιώδες αρχείο του saunterer (που φυλάσσεται όπως γνωρίζουν οι μύστες, σε καταφύγιο πυρηνικών
προδιαγραφών) και...έχουμε και λέμε:
Το πρώτο είναι
ένα βιντεάκι από την θρυλική πλέον βραδιά εις μνήμην του Bruno που έλαβε χώρα στο Βερολινέζικο Bassy
Club τον Σεπτέμβρη του 2009, και όπου σύσσωμη η συντακτική ομάδα του blog
κάνοντας αιματηρές οικονομίες ολόκληρο
εκείνο το καλοκαίρι, ξεχνώντας ακόμη και τι θα πει μπάνιο στη θάλασσα,
κατόρθωσε να παρευρεθεί.
Στο συγκεκριμένο
απόσπασμα ο συνοδοιπόρος του Bruno, Phil Shoenfelt μαζί με τους Southern Cross και μια μικρή συνεισφορά από τον «δικό μας»
Αναστή, διασκευάζουν, αποτίοντας φόρο τιμής, το Wild is the Wind στα βήματα της ερμηνείας του Bruno που είχε φροντίσει να το ηχογραφήσει από
τον πρώτο κιόλας δίσκο των Fatal Shore, και δεν παρέλειπε σχεδόν ποτέ να το ερμηνεύει στις συναυλίες τους.
Συγκλονιστικές στιγμές νούμερο ένα.
Στο δεύτερο
βιντεάκι, που είναι μόνο audio όμως, οι κύριοι Phil και Bruno
με τον ρυθμοκράτη Chris
Hughes πάντοτε πίσω από τα τύμπανα,
συλλαμβάνονται σε μια μεγαλοπρεπή εκτέλεση του If You Go Away πάνω στη σκηνή του Τσέχικου Blues
Alive Festival τον Νοέμβρη του 2003. Μια εκτέλεση που στέλνει για βοσκή
σπαθόχορτου όλους τους σαλιάρηδες, αγαπούληδες, εναλλακτικούς ή όχι, “ερωτικούς”
ερμηνευτές,. Συγκλονιστικές στιγμές νούμερο δύο και…τέλος.
Μιλώντας και από προσωπική πείρα, ο θάνατος
αγαπημένων προσώπων κάνει αυτή την «Γραμμή Σκιάς» που κατά τον Joseph Conrad
εμφανίζεται σ’ εκείνο το σημείο όπου μένει πίσω ο τόπος της πρώιμης νιότης, να
μοιάζει ακόμη πιο σκούρα και μελαγχολική, αφήνοντας στο στόμα αυτή την πικρή
γεύση της απουσίας μαζί όμως με την γλύκα της ευγνωμοσύνης που έζησες και
γνώρισες αυτή την εποχή και αυτούς τους ανθρώπους…δεν είναι έτσι?
Απάντηση:
Πράγματι, συμφωνώ εκατό τοις εκατό μ’ αυτό
το συναίσθημα. Και μόλις πατήσεις τα πενήντα ο χρόνος τρέχει απίστευτα γρήγορα.
Είναι αυταπόδεικτη αλήθεια ότι οι μέρες της παιδικής ηλικίας μοιάζουν αιώνιες,
με τα καλοκαίρια μεγαλύτερα και πιο ζεστά και τους χειμώνες περισσότερο κρύους
και έντονους. Όμως η προσωπική μου εμπειρία ενισχύει αυτή την παρατήρηση, και
με κάθε εποχή που περνά, με κάθε αγαπημένο πρόσωπο που χάνεται πέρα από τον
ορίζοντα, όλο αυτό το νιώθω ακόμα πιο έντονα. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά η
γυναίκα μου αρρώστησε σοβαρά. Ανησύχησα πολύ για την υγεία της, εννοώ ανησύχησα
πραγματικά, και αυτό με έκανε να σκεφτώ περισσότερο σε βάθος για το τι είναι
πραγματικά πολύτιμο για μένα. Ευτυχώς, τώρα είναι πολύ καλύτερα, έχει σχεδόν
ανακάμψει πλήρως, αλλά για ένα διάστημα ήταν αρκετά άσχημα. Είναι ένα πράγμα να
χάνεις φίλους και συνεργάτες, αλλά όσο επώδυνο κι αν είναι δεν είναι το ίδιο με
το να χάνεις τον σύντροφο της ζωής σου. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να αντέξω μια
τέτοια απώλεια. Όμως δεν είμαι ούτε ο αυτοκτονικός τύπος, τουλάχιστον όχι ακόμα.
Ευτυχώς είναι κάτι που δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσω. Η απώλεια, από την άλλη,
είναι ένας όρος της ίδιας της ζωής – και οι δύο μου γονείς έχουν «φύγει», όπως
και πολλοί συγγενείς και κοντινοί φίλοι και φυσικά στο τέλος έρχεται για όλους.
Όπως είπε και ο Jim Morrison « Κανείς
φεύγει ζωντανός από δω μέσα». Και όλα αυτά σε κάνουν να συνειδητοποιείς πόσο
πολύτιμος και εύθραυστος είναι ο διαθέσιμος χρόνος που έχουμε σ’ αυτόν τον
πλανήτη, ότι είναι ένα βλεφάρισμα του ματιού μπροστά στον κοσμικό χρόνο, αλλά
συνάμα το πιο σημαντικό και πολύτιμο πράγμα που έχουμε όσο διαρκεί. Οπότε πάρτε
τον, γευτείτε τον και να είστε ευγνώμονες που τον έχετε, νιώστε τον και ζήστε
τον στο έπακρο, γιατί δεν θα κρατήσει για πάντα…
text: Μέσα από τη «συνέντευξη ποταμό» του Phil Shoenfelt
με τον Χρήστο Πελτέκη, ή αλλιώς saunterer, ή αλλιώς τον υποΦαινόμενο, που έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2014, και δημοσιεύτηκε
στο τελευταίο -πέμπτο- τεύχος του
περιοδικού Straw Dogs και στο Mic.gr(με κάποιες διαφορετικές-αποκλειστικές ερωτήσεις στο καθένα).
music: Phil Shoenfelt & Southern Cross –
Shining World, Dead Flowers For Alice CD, ZYX music 1999.
Ιστορίες και ποιήματα σσ. 126, σχήμα 13 × 20,5 εκ., I S B N (έκδοση χαρτόδετη) 978-960-537-187-6, Απόπειρα, Μάρτιος 2014
Ιστορίες και ποιήματα για ανθρώπους που διάλεξαν τους λάθος φίλους,
γιατί τέτοιοι ήταν τελικά και οι ίδιοι, ερωτεύτηκαν λάθος γυναίκες,
απέκτησαν με τον καιρό λάθος εθισμούς, άκουσαν (και συνεχίζουν
ακάθεκτοι) τη λάθος μουσική, με μια αδυναμία στα λάθος blues, έζησαν και
ζουν σε λάθος πόλεις, και βέβαια… γεννηθήκαν στη λάθος χώρα. Ευτυχώς όμως πάντοτε υπάρχουν οι σωστές γάτες, ο πάντα στο ύψος του αμέτοχος ουρανός και η αιώνια ανήσυχη θάλασσα.
«Προφανώς
είναι ένας αληθινός ποιητής, η φωνή του σου μιλάει, είναι πραγματικά
δυνατή και αυθεντική, χωρίς επιτήδευση… Όμορφο, βαθύ και πολύ πολύ
αισθαντικό, η ηχώ του έχει διάρκεια». — Phil Shoenfelt
Συμμετέχουν
χωρίς τη θέλησή τους: Fatal Shore, Last Drive, Arthur Rimbaud, Thomas
Pynchon, William S. Burroughs, Robert Johnson, Herman Melville, Johan
Wolfgang von Goethe, Κώστας Δούσιας, Arthur Cravan, Billie Holiday, Roky
Erickson, Νίκος Καββαδίας, Tristan Corbière, Γιώργος Μαργαρίτης,
Ramones, Fela Kuti, Rowland S. Howard, L. F. Céline, Τάσος Λειβαδίτης,
Wipers, Bernard-Marie Koltès, Κάπτεν Μίσιον, Ντόλυ, Townes Van Zandt,
William Shakespeare, Dead Moon και πολλοί άλλοι. Με τη θέλησή του
συμμετέχει στον πίνακα του εξωφύλλου ο Claus Castenskiold.
Ο saunterer (Χρήστος Πελτέκης) διατηρεί το μπλογκ orphan drugs. Η συλλογή Από τη λάθος πλευράείναι το πρώτο του βιβλίο. Ηλεκτρ. διεύθυνση:sauntererscape@gmail.com
Ανεβαίνοντας το λόφο αντίκρισα στον ορίζοντα τις ατέλειωτες πλούσιες
φυλλωσιές του δάσους, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Δεν ένιωσα όμως καμιά δροσιά
στην ψυχή μου. Φτάνοντας στην κορφή παρατήρησα πως ο λόφος κι από την άλλη
μεριά ήταν ολότελα γυμνός. Σ' όλη την έκταση γύρω ούτε ένας κορμός δέντρου.
Μόνο στον ουρανό πλέανε αθόρυβα τα φύλλα, τα αμέτρητα πράσινα φύλλα πού είχα
δει από μακριά, σα δίχτυα κρεμασμένα πάνω απ' τα κεφάλια μας. Τρέμανε όλα μαζί
στον αέρα, μα δε σκόρπιζαν, όπως τ' αστέρια, μ' όλο πού κανένα κλαδί, κανένα
κοτσάνι δεν τα βαστούσε. Δεν κρατήθηκα. "Και πώς ξεκουράζονται εκεί τα πουλιά;", είπα. "Σ' αυτά τα δέντρα έρχονται μόνο οι σκιές των πουλιών να
καθίσουν", μου εξήγησαν ήσυχα με μια φωνή οι δύο άγνωστοι που με
συντροφεύαν. "Ναί. Βλέπω", φώναξα. "Κοπάδια πουλιά κουρνιάζουν στα
φυλλώματα χωρίς τα κορμιά τους". Οι σύντροφοι μου κοιτάχτηκαν μ' απορία. "Εσύ ποιός είσαι που μπορείς και τα βλέπεις;", γυρίζει και μου
λέει ανήσυχος ο ένας. Πριν προλάβω ν' απαντήσω, σκύβει στον διπλανό του και
τους ακούω που ψιθυρίζουν: "Πώς βρέθηκε αυτός μαζί μας; Για δώσ' μου τον κατάλογο να ρίξω μιά
ματιά". "Δεν τον έχω απάνω μου. Μα τί τον ρωτάς; Αφού είδε, δικός μας θα
'ναι κι αυτός. Σ' τό 'χω ξαναπεί, να κλείνεις καλά όταν βγαίνεις". Για πρώτη φορά τους πρόσεξα καλύτερα, τυλιγμένους στο λεπτό μενεξεδί φως του
δειλινού. Φορούσαν τα ίδια ρούχα, τα ίδια πουκάμισα, τις ίδιες άσπρες γραβάτες
και τα χλωμά τους πρόσωπα με το μικρό μαύρο μουστάκι ήταν ολόιδια. "Είσαστε δίδυμοι;", τους ρώτησα. Δε μ' απάντησαν. Έστησαν μπρος μου έναν μεγάλο καθρέφτη. Κοιτάχτηκα κι είδα
πως φορούσα κι εγώ τα ίδια ρούχα, την ίδια γραβάτα και πως το πρόσωπο μου,
αγνώριστο, κατακίτρινο, ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο με το δικό τους. Η καμπάνα σήμανε μακριά. Με πήραν απ' το χέρι κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε
αμίλητοι τη χωματένια σκάλα. Ψηλά από πάνω μας φαινότανε ο ουρανός σκούρος
γαλάζιος, στολισμένος με τα πρώτα αστέρια. Άνοιξαν τη φαρδιά καγκελόπορτα και
μ' έσπρωξαν σ' έναν απέραντο κήπο, γεμάτον άσπρους στρογγυλούς βράχους. Πουθενά
δε φαίνονταν λουλούδια. Μονάχα πρασινάδες. Όμως μιά γνώριμη άχνα ανέβαινε μέσα
απ' τη γη, μεθυστική σα λιβάνι.
text: Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς – Το δάσος,
από το βιβλίο του Οι Αγγελάδες (1963), εκδόσεις Στιγμή 1992. music: Phil Shoenfelt & Southern Cross –
Death is Hanging Over Me, Various Artists: Suddenly Yours - A Tribute To Nikki
Sudden CD, Sunthunder records 2007.
Καμιά φορά, το μεγάλο πνεύμα πάνω στον ουρανό, αν υπάρχει,
μου φαίνεται ότι δεν είναι τόσο κακό όσο το εκτίμησε ο PhilipK. Dickσε μια
συνάντησή που είχε μαζί του με την διαμεσολάβηση των αμφεταμινών. Όπως π.χ. την περασμένη Παρασκευή που με έναν πονοκέφαλο να
διανύει είδη την τρίτη μέρα, σκοτώνοντας τον χρόνο μου στο youtubeέπεσα
πάνω στο Touch, το
τέταρτο και τελευταίο τραγούδι του νέου δεύτερου στη σειρά EPτων
DimLocatorπου
βγήκε πριν λίγες μέρες…με τους στίχους everythingitouch, everythingisee, slipsawayfrommeκαι
τις τρομακτικές κιθάρες να στριφογυρίζουν στο μυαλό ξεκίνησα ν’ αλλάξω ένα
μπλουζάκι δώρο, που μου φάνηκε υπερβολικά τρέντικο για τα κυβικά μου, κατέληξα
να πάρω ένα γκρι πουκάμισο σαν του Curtisσταθερή αξία, και γυρίζοντας σπίτι
προσπαθούσα να βρω λύση στο πρόβλημα του ότι η Molokorecordsδεν
στέλνει τα CDτης εκτός Γερμανίας, και άρα πως θα γίνει να βρω και να
ακούσω ολόκληρο το EP? Κάπου εκεί επενέβη το μεγάλο πνεύμα που λέγαμε στην αρχή,
και όντας στις καλές του, ποιος ξέρει ίσως επειδή ήταν Παρασκευή, και με την
μορφή ταχυδρόμου είχε περάσει και αφήσει στο γραμματοκιβώτιο έναν φάκελο που
έχοντας ξεκινήσει από την Πράγα έφτανε ως εδώ με ένα χειρόγραφο μικρό σημείωμα,
και το Wormhole για
περιεχόμενο…
Μέσα στην σκουληκότρυπα τώρα, εκεί που το πράμα καίει, εκεί όπου
οι DimLocatorαφήνουν πίσω τους ελεύθερες να χορεύουν στην αιωνιότητα του άνεμου
τις στάχτες των FatalShore
απ’ όπου και αναδύθηκαν, μαζί και τις διασκευές στα τραγούδια του RowlandS. Howardπου
επέλεξαν σαν πρώτη τους δισκογραφική παρουσία στο προηγούμενο Immortalized EP, και με 4 αυτή
τη φορά αποκλειστικά δικές τους συνθέσεις μας αφήνουν να νιώσουμε το πραγματικό,
απολύτως προσωπικό άγγιγμά τους. Και είναι απορίας μαζί και θαυμασμού άξιο, το ότι οι τρεις
τους, έχοντας μια καθόλου ευκαταφρόνητη διαδρομή, και ειδικά ο Shoenfelt–έχω
κι εγώ μερικές εμμονές παιδιά, δείξτε κατανόηση- μια πορεία τριών και βάλε
δεκαετιών στη rockandrollσκηνή, έχοντας πατήσει πια τα 60, και με μια φωνή που είναι
αδύνατον να μη την συνδέσεις με τις προηγούμενες soloδουλειές
του, και μ’ αυτές των FatalShoreκαι των SouthernCrossκαταφέρνει να παρουσιάσει μαζί με τον ChrisHughesκαι
τον DaveAllenμια νέα μπάντα, με έναν διακριτό απ’ όλες τις παραπάνω
αναφορές ήχο, με μια ψυχεδελική αίσθηση να αιωρείται μαζί με τις κιθάρες
–φοβερή δουλειά, όπως και στην rhythmsectionάλλωστε- πάνω απ’ το κεφάλι σου σε όλη την μικρή για αυτό
και όχι χορταστική διάρκεια του Wormhole.
Το εξώφυλλο, μια εικόνα από τι μπορεί να πάθει κανείς όταν το σκουλήκι
αναλαμβάνει δράση, από τα χέρια του ClausCastenskioldέρχεται να συμπληρώσει την
παλίρροια που ξεσηκώνουν κομμάτια σαν τον DantheManfromAmpellangκαι το Touch(ένα από
τα τραγούδια της χρονιάς σίγουρα) μέσα στο μυαλό.
Κι αν όλα αυτά σας ακούγονται λιγάκι ακαδημαϊκά, εγώ δεν έχω
να πω τίποτε άλλο, σας αφήνω για ένα
άγγιγμα βαθιά μέσα στη σάρκα να ματώσει, από τους DimLocator…α! λίγο πριν όμως να
δύο τρία λόγια που ξέθαψε το σκουλήκι σκάβοντας μέσα στο κεφάλι μου…θα πρέπει ν’
ανήκουν σ’ έναν ποιητή που όλοι σας γνωρίζετε, κι αν όχι απορώ τι στο διάολο
γυρεύετε εδώ μέσα…για να βοηθήσω λίγο Charlesήταν το μικρό του.
Η κασετοσυλλογή Noise Fest που περιέχει κομμάτια από τις
εμφανίσεις διαφόρων μουσικών της Νεουορκέζικης σκηνής στα πλαίσια του ομώνυμου
φεστιβάλ που λάμβανε χώρα στο White Columns του Soho, διοργανωμένο απ’ τον
Thurston Moore το καλοκαίρι του 1981, είναι περισσότερο γνωστή για την πρώτη
ζωντανή εμφάνιση αλλά και ηχογράφηση των Sonic Youth, σε ένα κομμάτι με τον
τίτλο…Untitled. Μέσα εκεί όμως έχουμε και μια δεύτερη πρωτιά, μιας που
περιέχει την πρώτη επίσης εμφάνιση μαζί και ηχογράφηση της μπάντας που είχαν σχηματίσει
οι Phillipe Von Hagen (αγνώστων λοιπών στοιχείων,
τουλάχιστον σε μένα), Ken Sitz (δημιουργός του logo των Dead Boys στο εξώφυλλο
του θρυλικού Young Loud And Snotty), Claus Castenskiould (μετέπειτα Castenskiold, ζωγράφος και υπεύθυνος για
μερικά από τα αγαπημένα μου εξώφυλλα όπως το The Wonderful And Frightening
World Of The Fall, και το Mother Juno των Gun Club που αυθαίρετα δανείστηκε και
αυτό το blog σαν εικόνα του), και τέλος κάποιος Phil Schofield, που πριν δύο
χρόνια είχε φτάσει από το Λονδίνο στη Νέα Υόρκη με σκοπό να διασχίσει όλη την
Αμερική και να φτάσει στη Δυτική ακτή, αλλά ξόδεψε τα τελευταία του λεφτά
αγοράζοντας μια FenderMustangκαι έμεινε εκεί να παίζει με την κιθάρα του…punk. Το όνομα της μπάντας ήταν Khmer Rouge, ο σκοπός της να
μιξάρει την ποίηση των Καταστασιακών με τις πειραματικές και θορυβώδεις κιθάρες
αυτού που ονομάστηκε No Wave, πράγμα που προσπάθησε και σε ένα ποσοστό κατάφερε
μέχρι το 1986, όπου και διέλυσε μέσα σ’ ένα μεγάλο σύννεφο άσπρης σκόνης, για να
πάρει ο καθένας τον δρόμο του. Μέχρι τότε πρόλαβαν και κυκλοφόρησαν ένα single και ένα EP,
και έπρεπε να περάσουν είκοσι παρά ένα χρόνια για να μαζευτεί αυτό το υλικό
μαζί με ακυκλοφόρητα κομμάτια και αρκετές ζωντανές ηχογραφήσεις κυρίως από το
CBGB’s, και να κυκλοφορήσει σε ένα διπλό CD με τον τίτλο New York - London 1981
– 86. Η σύνθεση αμέσως μετά την συμμετοχή τους στο Noise Fest είχε
αλλάξει κατά τα 2/4 μιας και μετά την αποχώρηση των Hagen και Sitz, προστέθηκαν
στο γκρουπ ο Barry “Scratchy” Myers (DJ των Clash στις Αμερικάνικες περιοδείες
τους μεταξύ άλλων) στο μπάσο, και η Marcia Schofield (τότε γυναίκα του Phil) στα πλήκτρα, ο Castenskiold
εξακολουθούσε να κάθεται πίσω από τα ντραμς και φυσικά ο Schofield στην κιθάρα
και την φωνή. Αυτοί είναι υπεύθυνοι μαζί με κάποιους ακόμη περιστασιακούς
ντράμερς για το σύνολο των ηχογραφήσεων που περιλαμβάνονται στο New York –
London. Για να πάμε όμως πίσω από εκεί που ξεκινήσαμε, δηλαδή στην
συλλογή Noise Fest όπου μεταξύ όλων των άλλων υπάρχει και το Mountain of Skulls
(που άγνωστο γιατί, δεν συμπεριλαμβάνεται στο NewYork-London), και παρά την ζωντανή θαμπή και
μουντή ηχογράφηση, το αυτί καταλαβαίνει αμέσως ότι έχει να κάνει με ένα πρώτης
τάξης και αξίας χαμένο μετά-punk διαμαντάκι, με τον κλασικό της εποχής έντονο
και αγχωτικό ρυθμό στο μπάσο και τα τύμπανα, πολύ καλή δουλειά στις κιθάρες που
δυστυχώς θάβονται από την φτωχή είπαμε ηχογράφηση, και όσο για την φωνή…Αυτή μαζί
με την πρωτιά της παρθενικής ηχογράφησης των Khmer Rouge που έτσι και αλλιώς
δεν λέει και πολλά στους περισσότερους, διεκδικεί ακόμη μια, αυτή της πρώτης
εμφάνισης μπροστά στο μικρόφωνο μιας φωνής που μερικά χρόνια αργότερα θα
μαθαίναμε και θα αγαπούσαμε με…λιγάκι αλλαγμένο το πατρικό της όνομα, δηλαδή
σαν Phil Shoenfelt. Λίγους μήνες νωρίτερα μέσα στο 1981, πριν βγει η συλλογή,
είχε κάνει και την πρώτη του δισκογραφική εμφάνιση γενικά, συμμετέχοντας
παίζοντας μπάσο στο επτάϊντσο των Disturbed Furniture, Information με b-side το
Allors Allez.
Bruce Wellie is one of the unsung heroes of Australian rock music.
Born in the Gorbals area of Glasgow in 1953, Bruce emigrated with his mum, dad
and three older siblings to Adelaide in 1960. After a few brushes with the law
during his early teenage years, Bruce followed his dad Jimmy into the welding
business, and on leaving school took a job as an iron smelter with South Australian
Railways. A chance meeting with singer Bon Scott in 1970 inspired him to
take up rock music, and it wasn’t long before he’d quit his job as a smelter.
He was quick to master the musical instruments that came his way – guitar,
bass, drums, flute, harpsichord, violin, piano, penny whistle – and while
cutting his teeth as a multi-instrumentalist he worked as a drum roadie to keep
the wolf from the door. Bruce’s first appearance on film is a split second
glimpse of him lurking behind the amps, watching his mate Bon singing “Seasons
of Change” (a big hit for Fraternity in 1971). Bon, of course, went on to fame
and fortune with AC/DC, while Bruce had to keep working as a roadie to earn his
daily bread. Nevertheless, by the mid seventies he was raking in the dollars as
a top-notch session musician.
Musical History – ”The man with the golden tonsils.”
It was around this time that Bruce began to play keyboards with The
Blind Deacons, the Hobart pop-rock band that had a hit with “She’s a Tasmanian
She-Devil”. One night, when the Deacon’s vocalist Dave “Legs” Anderhoots got
too loaded to perform, Bruce took his place in the spotlight and, as much to
his own surprise as others’, found that he was a natural born singer. Soon he
was fronting his own group, The Sunset River Band, a more serious project which
took its influences from American Blues and indigenous Australian music. Bruce
was breaking new ground with this approach, especially in his vocal style.
Fascinated by the multiple harmonic resonances of the didgeridoo, he applied
the same circular breathing technique to his singing that didge players used
with their instruments. By this method he was able to achieve a continuous
vocal sound, the so-called “Wellie long-breath”. This can be heard on “Swagman
Blues”, a stomper of a song that became a regional hit for the Sunsets, leading
critics to dub Wellie as “the man with the golden tonsils.” Jay Goldfarb, the
influential music critic for The Adelaide Advertiser, even went as far as to
say that if Robert Plant had been born at Ayers Rock, instead of in West
Bromwich, he would have sounded something like Bruce. Goldfarb also recognised
Wellie’s revolutionary synthesis of Blues, African and indigenous Australian
music. A key element in this was his fusion of the local aboriginal Kun-borrk
style with the modal tunings of American Delta Blues.
Wellie – the early years – Warfare in the suburbs.
The social mileu in which Bruce grew up can be seen in such classic
Australian movies as Turkey Shoot, The Loved Ones, Wake in Fright, and Razorback.
In other words, Bruce came up the hard way, and many of the Sunsets’ early gigs
resembled riots rather than musical performances. Bruce soon became an adept in
the art of bottle-dodging, a necessary prerequisite for any Australian musician
in the early 1970s. It was at one of these shows that a member of the audience
heaved a lamb’s carcass onto the stage, presumably as a sign of his
disapproval. Bruce, in a moment of inspiration, picked up the dead animal and
draped it around his shoulders, an act that whipped the audience into a state
of frenzy. Since this legendary concert, a sheepskin jacket has become an
obligatory part of Bruce’s stage-gear, something like a talisman, some would
say a fetish.
Breakout – The
journey begins (1974-1975)
During the course of 1974, The Sunset River Band (Bruce Wellie –
vocals; Beeb McArdle – guitar; Graham Gobble – keyboards; Mal Hirschfelder –
bass; Tony Herring – drums) began to break out of Southern Australia and reach
a wider audience. With the famous Strongarm Management Agency batting on their
behalf, high profile concerts followed on the east coast, one of which was
supporting Bruce’s old friend Bon Scott in his new band AC/DC. Things were
looking good for the lads, and as more gigs followed they criss-crossed the
country in Strongarm’s private Lear Jet. It was a magical time for all
concerned, and when their second album, “Old Enough To Bleed” (the title oddly
reminiscent of The Stooges’ song “Open Up And Bleed”), charted internationally in
the latter part of 1975 a US tour was organised. This included an appearance on
the newly launched variety show, Saturday Night Live.
February 1976 – Tragedy
strikes
It was while returning to Adelaide from their latest Australian
tour, just before leaving for the States, that tragedy struck The Sunset River
Band. As the band were flying over Hanging Rock in Victoria – the Bermuda
triangle of the southern hemisphere – the plane’s navigation system went
haywire and it crashed in flames, killing all four musicians, as well as their
travelling companions. Luckily , Bruce wasn’t on the flight that day, having
already left for the States to do interviews promoting the upcoming tour. A
support slot with international superstars Aerosmith had been arranged, the buy-on
reputedly costing Strongarm boss Artie Fichenheimer half a million dollars and
an ounce of uncut Bolivian cocaine. Rumour has it that when he learned of the
crash at his hotel in New York, Bruce broke down and wept, retiring to his bed
with only his sheepskin jacket to comfort him.
1976 – 1979: The lost
years
Having lost his band, not to mention his shot at world stardom,
Wellie went into a tailspin of self-destructive behaviour that almost resulted
in his own death. Instead of returning to Australia, he prolonged his
stay in New York, hanging out with members of The New York Dolls, Wayne County
and The Backstreet Boys, Blondie and other regulars at the legendary Max’s
Kansas City club. It wasn’t long before he began to have problems with drugs
and alcohol, missing appointments with potential record producers, preferring
to spend his time instead with sympathetic groupies and dealers. Finally,
Fichenheimer lost patience with his protégé, and Bruce was dropped from the Strongarm roster. While his old mate Bon Scott was going from strength to strength
with AC/DC, Bruce was forced to live off the diminishing royalties from the two
SRB albums, and by 1979 he’d hit the skids and was no longer taken seriously by
the record industry. He did a couple of novelty records for disreputable
labels, for which, incidentally, he never got paid. The first of these was
called “Smells Like A Sheep” (in a similar vein to Rolf Harris’s classic “Tie
Me Kangaroo Down, Sport”), and the second was called “Cum As You Baa”. Neither
of these records charted and the shops rapidly consigned them to the bargain
bins. However, unknown to Bruce, both of them became collectors’ items, not
only in Australia but in Britain and America too. The youthful Curt Cobain, for
example, possessed both Wellie discs, and for those in the know the connection
is obvious. It is also a historical fact that the working title for Nevermind
was Sheep...
Tragedy strikes again
So toxic was Wellie’s condition in the late seventies that the
arrival of punk rock passed him by largely unnoticed. While the record industry
reeled under the combined assault of The Sex Pistols and The Clash, Bruce was
living hand-to-mouth in a succession of skid row hotels and groupie crash pads.
Even so, his name was not absent from
the lips of the cognoscenti. He’d become something of a cult figure, famous as
much for his self-destructive lifestyle as for his music. In a notorious 1978
interview on a New York cable TV station Sid Vicious – in the company of Nancy
Spungeon, Stiv Bators and Cynthia B-Girl – was asked why he liked Bruce
Wellie’s music so much, when the rest of the “old wave” were the subject of his
unremitting contempt. His characteristically blunt answer was: “Because we like
it!” Jeff Lynne of ELO, though, far from admiring Bruce’s hedonistic lifestyle,
expressed his worry and concern over the fallen idol’s condition, and pleaded:
“Don’t bring me down – Brooooce”. When
“Don’t Bring Me Down” was released in July 1979, the record became an instant
worldwide hit. Unfortunately, Lynne’s concern proved to be all too prophetic.
While Bruce was “partying” at the Chelsea Hotel one hot August night in 1979,
the combination of Qaaludes, alcohol and platform boots nearly did him in.
Stumbling outside to get some fresh air, he misjudged the distance to the
safety railing and fell three floors to the sidewalk below. Lucky not to be
dead or paralysed, his fractured skull was repaired with a steel plate and he
spent the next six months in a coma.
1980 – 2000 – The quiet
years
After he emerged from the coma, Bruce decided to return to Australia
to recuperate and reflect upon his life so far. Ever the humorous optimist,
when asked about how it felt to be walking around with a steel plate in his
head he quipped: “No worries, mate – I always did like heavy metal. Now I’ve
got a lump of it in me ‘ead!” But as far
as music was concerned, little was heard of Wellie in these years. In 1990,
Nick Chives, a journalist from the Sydney Morning Herald, managed to track him
down for an article in the Herald’s human interest series “Whatever Happened
To...” Bruce was working on his uncle’s sheep farm at the time, and the
interview found him more interested in the rearing of these gentle animals than
in his personal history as an almost
famous rock star. However, by the late 1990s Wellie’s thoughts were again
turning towards music. He was discovering the great Australian bands of the
late 70s and early 80s, bands that he had missed for one reason or another,
such as The Scientists, The Cosmic Psychos, Grong Grong and Lubricated Goat.
2002 – Tragedy strikes yet
again
While Bruce was catching up on his country’s musical legacy, Jimmy
Wellie, his dad, had become something of a celebrity himself. After reading
about the 11 ton Mundrabilla Meteor, which had crashed into the area now known
as Western Australia over a million years ago, Jimmy had become a committed
meteorite hunter, combing the surrounding countryside for undiscovered
fragments of extra-terrestrial rock. Now retired from South Australian
Railways, he had lots of time on his hands to pursue his new hobby, and would
drive out to the Nullarbor Plain whenever the mood took him. He’d already made
a couple of important finds, and had even been mentioned in National Geographic
magazine as a meteorite hunter of some note. He was just starting to enjoy his
new-found fame, when tragedy struck the Wellie family yet again: as Jimmy was
walking from his car to a likely-looking outcrop of Nullarbor rock, he was
struck in the head by a piece of incoming meteorite and killed instantly.
Rebirth
The accidental death of his father had a profound effect on Bruce’s
way of thinking. If such a random event as a falling meteorite could have such
awful consequences, what similar event might be lying in wait for him? Or
wasn’t it, perhaps, an act of God, a sign that it was time for Bruce to go back
out into the world and do good deeds? With such thoughts in mind, he decided
that the best way to accomplish this would be to take up music again – not to
gain fame and fortune this time around, but to bring the music of his native
land to the attention of the world. As he said when interviewed about his
decision: “There’s a lot more to Oz rock than Nick Cave and Kylie bloody
Minogue, and the world needs to know about it!”
False start
Armed with a set of songs that reflected his favourite Australian
music of the 70s and 80s, Bruce travelled east and hit the streets of Melbourne
in search of kindred souls. Unfortunately, he arrived during one of the biggest
heroin epidemics to hit the city in years, and most of the musicians he sought
out were either dead, strung-out or in de-tox. After several false starts, he
did succeed in getting a band together, an outfit called Überhogg, which played one
gig at the Prince of Wales pub in St. Kilda to a lukewarm audience response.
However, the other members were so drug-damaged and unreliable that plans for a
national tour had to be abandoned.
2008 – Departure for
Europe
It was in 2008 that Bruce decided to take a trip to Europe, a part
of the world he hadn’t visited since leaving Glasgow as a boy. Now 55, he
wanted to visit his birthplace, after which he planned to “do Europe”, just
like generations of Australian backpackers had done before him. One of his
primary destinations was the city of Prague, famous for its Astronomical Clock
and for the research carried out there in the early seventeenth century by
Tycho Brahe and Johannes Kepler. After the untimely death of his father due to
unseen cosmic forces, Bruce had developed a strong interest in both astronomy
and astrology, and he wanted to visit the home of so many arcane experiments
and discoveries. And it was while walking through the dark, cobbled streets of
this ancient capital that Bruce made a startling discovery of his own: the
high-pitched voices of the beautiful young Czech girls he encountered, talking
excitedly and breathlessly in their native tongue, resembled nothing so much as
the soft bleating of the lambs he had cared for on his uncle’s sheep farm.
Popularity regained
Once Bruce had discovered the lamb-like nature of the Czech female,
it was impossible for him to leave. He fell in love with a beautiful blond
fashion designer, and the happy couple were married in November 2009. It was
also around this time that Bruce first ran into the musicians who would soon
come together to form The Bruce Wellie Band: bassist Ra Bob, from the Prague
band Dead Souls – an American recording engineer and producer who has worked
since the early 1980s with the likes of Steve Albini (Big Black, Shellac,
engineer for Pixies, Nirvana etc), Mike Johnson (Snakepit, Dinosuaer Jr, Marl
Lanegan Band, and Dave Pajo (Slint, Cake, Tortoise, Zwan); the deceptively
reserved English guitarist Gez Donnelly, already famous for his sessions with the
BBC’s “John Peel Show”, as well as work
with Blue Valentines and Trunk Show; and Czech drummer David Uher, a renowned
session musician who has bashed the skins with such bands as Tichá Dohoda, The
Rolling Stones Revival Band, Marií Rottrová and Jarek Nohavica. Following
Bruce’s surprise appearance with Dead Souls at their Halloween gig in 2011,
this was the line-up that appeared for the band’s debut concert at Club 007 in
January 2012. Such was the success of this low-key gig that a European tour is
now being arranged, a series of concerts that will enable Bruce to fulfil his
self-appointed mission: to bring the immortal music of the Australian
underground to the attention of an ignorant world. The fact that fashion-wise
he’s stuck in a time warp of pre-coma, mid 1970s NYC glam-rock is neither here
nor there.
The Bruce Wellie Band are:
Bruce Wellie (AUS): vocals Gez Donnelly (UK): guitar Ra Bob (USA): bass David Uher (CZ): drums