Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Orphan Drugs#15 Howlin' Wolf


Μια φωνή τραγουδά…Η Φωνή τραγουδά: 

Well, somebody knocking on my door
Well, I'm so worried, don't know where to go
 

Ο δίσκος είναι χαραγμένος, η φυσαρμόνικα κάνει έναν παράξενο ήχο…σαν κάποιος να σκίζει κομμάτι-κομμάτι ένα  αλουμινόχαρτο…είναι τόσο μακριά – έχει μείνει τόσο πίσω…ο δίσκος χαράζεται και φθείρεται, ο τραγουδιστής είναι εδώ και χρόνια νεκρός, εγώ θα φύγω…όλοι θα φύγουμε…κι όμως αυτή η νέγρικη φωνή που κάποτε μπορεί να αναρωτήθηκε κι αυτή φωναχτά, «Θεέ μου εγώ θα ζήσω αυτήν την γαμημένη ζωή της μούχλας?» εξακολουθεί να τραγουδά… 
Εσύ θα την ζήσεις Big Foot Chester, εσύ κι εγώ κι εμείς, όλες αυτές οι υπέροχες μαϊμούδες ενός πλανήτη που κινείται μέσα στις βαριές απόπνοιες της τσιγκουνιάς, της έπαρσης, της κατάρας και του σαρκασμού…αλλά ειδικά εσύ θα την ζήσεις και θα πεις και ένα τραγούδι.
Όσο ακούω το τραγούδι και σκέφτομαι ότι το έγραψε αυτός ο τύπος, βρίσκω τον πόνο και τον ιδρώτα του συγκινητικούς…Ήταν τυχερός. Μάλλον δεν θα το είχε αντιληφθεί, όπως όλοι όσοι κάποια στιγμή επιχειρούν την έφοδο στον ουρανό…Μάλλον θα σκέφτηκε: με λίγη τύχη αυτό το κόλπο θα μου φέρει καμιά πενηνταριά δολάρια, αρκετά για να γυρίσω πίσω στο μεγάλο ποτάμι περήφανος, να τα δώσω στην μάνα που θα χαρεί. Αργότερα, τα λευκά παιδιά ξεπατικώνοντας ευλαβικά νότα προς νότα το τραγούδι, θα πρόσθεταν στην ουρά του πενήντα πολλά-πολλά μηδενικά γι’ αυτούς. Και μόνο για τον μικρό ξανθό θεό Brian, χαλάλι τους θα είπε…η φωνή.  
Πίσω του όμως στέκονταν πάνω στα μεγάλα πόδια του ένας λύκος που δεν τον ένοιαζαν όλα αυτά, που θρηνούσε μέσα στα άγρια μεσάνυχτα παντέρημος σαν πέτρα ριγμένη στη μέση του δρόμου…η σκιά του γιγάντια μέσα στο χλωμό φεγγαρόφωτο με το μεγάλο του λαρύγγι ορθάνοιχτο καθώς τραγουδούσε ένα τραγούδι του παλιού κόσμου…τραγούδι αλλοτινών καιρών, τραγούδι μιας άγριας φύσης που χάθηκε, αλλά το πνεύμα της είναι πάντα εδώ…άναρχο…τόσο πολύτιμο, σχεδόν μυθικό…


Και ο Ωρίωνας ήταν-είναι πάντα ίδιος εκεί, παγωμένα ορατός απ’ όλα τα μέτωπα του κόσμου, και συ Γέρο-ωκεανέ…εσύ που καταπίνεις αχόρταγα τα πικρά νερά όλων των ποταμών και όλων των Δέλτα, εσύ που είσαι μια μαυρίλα ολόκληρη προσκολλημένη στο κορμί της γης, πες μου εσύ αν το Blues είναι η μουσική του διαβόλου, και τότε πες μου ξανά, πως θα ‘ναι άραγε η μουσική του θεού? Ποιος απ’ τους δύο θα μπορούσε να τραγουδήσει ένα τέτοιο τραγούδι, ποιος απ’ τους δύο έχει περισσότερους λόγους να θρηνεί?  
Ο γερόλυκος θα συνεχίσει το τραγούδι του μέσα στην άγρια νύχτα ακόμη και όταν εγώ θα φύγω. Το ουρλιαχτό του οδηγεί καλύτερα από φωτιά μέσα στη νύχτα όλους τους ανέστιους, τους άσωτους γιούς που έχασαν τον δρόμο, και στο πέρασμά τους δεν αφήνουν παρά έναν σύθαμπο γαλαξία από ατέλειωτες ωδίνες. Ένα αναμμένο τσιγάρο που καίει το σκοτάδι, ένα σινιάλο απ’ την άλλη όχθη που φωτίζει μέσα απ’ το έρεβος…για τον πεινασμένο όμως φαντάζει μια τεράστια κουταλιά από φως, τεράστια όσο αυτός ο μαύρος τραγουδιστής. Αυτό είναι…αυτό έρχεται από εκείνο το μέρος που η ψυχή του ανθρώπου δεν πεθαίνει ποτέ.  

Ευχαριστίες για την πολύτιμη, ακούσια βοήθεια, στους: J.P. Sartre, L.F. Celine, Isidor Ducasse, Jack London, Sam Phillips, God & Devil himself.

Howlin' Wolf - Moanin' at Midnight

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

The Gallantiers - Crooked Satellite


Ένας Εγγλέζος στην κιθάρα και την φωνή ο Justin Farrow, με προϋπηρεσία πλάι στον Nikki Sudden και τον Dave Kusworth, ένας Γερμανός ο  Basti Grunow αγνώστων λοιπών στοιχείων στα ντραμς και ένας Σέρβος ο Srdjan Jovanovic στο μπάσο, κάποτε στους Γιουγκοσλάβους ροκαμπιλάδες Vampiri , μας κάνουν τους Gallantiers.
Με βάση το Αμβούργο και πίστη στο κατά των άνω μεντόρων του Farrow rock and roll, ηχογράφησαν το 2009 τον πρώτο τους δίσκο Red in Tooth and Claw, που μάλλον δεν έχει κυκλοφορήσει επίσημα ακόμη αλλά αρκετά κομμάτια του μπορεί να ακούσει κάποιος στο myspace.
Πριν λίγο καιρό ανέβασαν και το παρακάτω βίντεο του Crooked Satellite



Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

something wild















Είχα που λέτε βουτήξει τα χέρια μου στην σκόνη που μπόλικη-μπόλικη κάθεται πάνω από ένα κουτί που έχω τα σαρανταπεντάρια (μιλάμε για στροφές δίσκων, όχι για χιλιοστά πιστολιών να εξηγούμαστε), ψάχνοντας να βρω το Some Other Day, ένα σινγκλάκι στην Hot records των Mushroom Planet, κάτι ramon-ικοί  αυστραλοί που ανέτειλαν και έδυσαν ανάμεσα στα 1984 με ’85, μπας και το ριπάρω γιατί έτοιμο δεν το έχω πετύχει πουθενά, και εκεί που είχα αρχίσει να αμφιβάλω να όντως κάποτε το είχα, έπεσα πάνω στο Wild Wild Girl των Sons of Guns. Αυστραλοί και αυτοί, με δυο singles μέσα σε δύο χρόνια όλα κι όλα επίσης, το προαναφερθέν στα 1985 και την Crash και το TumblinBlue του ’86 στη Rattlesnake, σε παραγωγή του Rob Younger όμως και όχι του Kent Steedman των Celibate Rifles όπως οι Mushroom Planet. Ο τραγουδιστής Alan White και ο ντραμερ Chris Briggs σχημάτισαν αμέσως μετά τους και πάλι βραχύβιους The Faith αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, και δεν έχει σχέση με τους σημερινούς συνειρμούς που φυσικά δεν σταμάτησαν εδώ… μάλλον θα με πείραξε η σκόνη… 
Το Wild Wild Girl λοιπόν, που όπως είπαμε κυκλοφόρησε το 1985 (με b-side το Dont Turn Back), μου έφερε ξανά στο νου το Shes So Wild, τραγούδι των Crawling Walls, ενός αμερικάνικου garage γκρουπ (εδώ λίγα λόγια από τον airesia) ο μοναδικός δίσκος των οποίων το Inner Limits που το περιέχει, βγήκε από την Voxx Records την ίδια χρονιά. Και πέρα από το άγριο θηλυκό στον τίτλο τους, και ότι είναι και γαμώ τα τραγούδια αμφότερα, νομίζω ότι έχουν μια μεγαλύτερη και πιο περίεργη συγγένεια μεταξύ τους…


Sons Of Guns - Wild Wild Girl by Nobo

Crawling Walls - Inner Limits - She's So Wild by ksanick

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

amongst the ruins


Νεκροθάφτη, ωραίο είναι να απολαμβάνεις τα ερείπια πολιτειών, ωραιότερο όμως είναι ν’ απολαμβάνεις τα ερείπια των ανθρώπων! 

text: Λωτρεαμόν, από Τα άσματα του Μαλντορόρ, μετάφραση Έλλη Νεζερίτη, Εκάτη 1986.
music: Jack The Ripper – Aleister, από το Ladies First CD, La Village Vert  2005.


Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

The Kill Devil Hills - Week in Pictures

Οι πιο καλοί πελάτες των μπαρ της Δυτικής Αυστραλίας, αλλά και οποιουδήποτε άλλου μπαρ τύχει να βρεθούν, αμετανόητοι παλιομοδίτες εκτός τόπου και χρόνου, λάτρεις του μπέρμπον, των βάλτων, της ερήμου, των blues, της country και του rock and roll, εν τέλει τύποι ωραίοι και επικίνδυνοι που όπως έχουμε ξαναπεί οι ρίζες τους φτάνουν μακριές και υπόγειες πίσω σε σέκτες με ονόματα όπως The Drones και Gutterville Splendour Six, πέρασαν το φθινόπωρο παίζοντας ανά την Ευρώπη μαζί με τους Holy Soul και τον Kim Salmon (χωρίς σχόλιο), ενώ παράλληλα ετοιμάζουν το τέταρτο δίσκο τους ύστερα από τα Heathen Songs (αξεπέραστο επιμένω), The Drought, Man You Should Explode. Έτσι για να κάνουν να φαίνεται πιο ευχάριστη αλλά και μεγαλύτερη η αναμονή κυκλοφορήσαν και ένα επτάϊντσο στην καλή γαλλική Beast Records, το Week in pictures/ The Bends.


Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

The Squires - Going All The Way

Όσοι κόλλησαν άσχημα κάποτε με το garage punk των sixties και ακόμη  παιδεύονται να ξεμπερδέψουν από την έξη, το οφείλουν βασικά σε 10-20 κομμάτια που άκουσαν στην αρχή. Θέλεις το Strychnine, το You ‘re gonna miss me, το I had to much to dream (last night), το People in me, το No friend of mine, το Living sickness, το Frustration…  
Ανάμεσα σ’ αυτά περίοπτη θέση, αφού για αρκετούς που γνωρίζω ήταν και παραμένει το ωραιότερο τραγούδι του είδους, έχει το Going all the way. Εγώ δεν το προσυπογράφω στα τυφλά, αλλά κάθομαι να το συζητήσω πολύ σοβαρά. 
Γρήγορο, ρυθμικό και ταξιδιάρικο, ξυπνάει ένστικτα ανεξέλεγκτης φυγής ακόμη και σε κάποιον που δεν γνωρίζει γρι αγγλικά για να καταλάβει τους στίχους, όσο για το σόλο της κιθάρας στο τέλος (αφού προηγηθεί το κλασικό ουρλιαχτό), είναι τόσο καλοφτιαγμένο και απέριττο, δίχως να περισσεύει καμία απολύτως νότα, απλά τέλειο. 
Δεν μπορώ να φανταστώ άνθρωπο που να αγαπάει την μουσική και να μην λατρέψει το Going All The Way. Ακόμη και αν δεν είναι εξοικειωμένος με αυτόν τον ήχο. Ίσα-ίσα είναι μια καλή αρχή για μια μεγάλη –εγγυημένα απολαυστική- βουτιά στα άδυτα της κρύπτης. 
Οι Squires -που ξεκίνησαν σαν The Rogues-, πριν χαθούν στην λήθη πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν ένα και μοναδικό single με το Going all the way στην μια και το Go Ahead στην άλλη πλευρά, που όπως και στην περίπτωση των Primitives σε κάνει να αναρωτιέσαι τι στο διάολο συνέβη και κατέληξαν να σέρνονται στις ζούγκλες του Βιετνάμ αντί να εξελιχθούν σε rock and roll stars. 
Μπάντες σαν τους Slickee Boys, τους Cannibals, τους Screaming Tribesmen, τους Yesterdays Thoughts που το διασκευάσαν ίσως είχαν την ίδια απορία. Πάλι καλά που υπήρξαν και τα Peebles…



Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

walk on guilded splinters


J'suis le Grand Zombie

Walk thru the fire
Fly thru the smoke
See my enemy
At the end of
their rope

Walk on guilded splinters

     'Til I Burn Up ,'Til I Burn Up, 'Til I Burn Up ,'Til I Burn Up

Dr.John: I walk on guilded splinters 


Βάλτος μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι και ακόμη πιο πέρα…τράβα κουπί έχουμε ακόμη δρόμο ως την καρδιά του σκότους…προσοχή όμως, μπορεί το ποτάμι να το ανεβαίνουμε για κει, την ζωή την κατεβαίνουμε…σκοτεινιά…είμαστε για τα καλά τώρα μέσα στην νύχτα…μαζί θα φτάσουμε μέχρι την άκρη της.

Once Upon A Time: I walk on guilded splinters 

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Kim Salmon and the guys from Mudhoney - Until…

Bang! Records
2011
 
Η ιστορία εκτυλίσσεται πίσω στα μέσα των ‘90’s, και θέλει τον Kim Salmon να ταξιδεύει ύστερα από πρόσκληση των Mudhoney από την Αυστραλία στο Σιάτλ, για να γίνει ο αντικαταστάτης του Steve Turner μετά την προσωρινή όπως αποδείχτηκε αποχώρηση του τελευταίου από το συγκρότημα.
Στην σύντομη παραμονή του εκεί, πρόλαβαν και ηχογράφησαν -μέσα σε μια νύχτα θα έγραφε κάποιος για να το κάνει  πιο λογοτεχνικό- μαζί κάποιο υλικό πριν χωρίσουν οι δρόμοι τους, που από τότε αγνοούνταν η τύχη του, και που μάλλον και οι πλέον φανατικοί μαζί ίσως και με τους συντελεστές είχαν σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή του.
Έτσι λοιπόν, σαν σβησμένο ηφαίστειο που ξαφνικά ξυπνάει και εκτινάσσει επιτέλους, μανιασμένα την λάβα του στην ατμόσφαιρα, αυτά τα δύο ανίερα τέρατα του rock, από το εισαγωγικό Ill Be Around (το μόνο που κάνει φωνητικά ο Mark Arm, στα υπόλοιπα αναλαμβάνει ο Salmon) μέχρι το κλείσιμο της δεύτερης πλευράς με το οργανικό Max Weinberg, ξεχύνονται και ξεσπούν με τόση λύσσα, θαρρείς και γνώριζαν ότι αυτήν ίσως ήταν η τελευταία φορά που θα είχαν αυτή την ευκαιρία.
Ο δάσκαλος και οι μαθητές του λοιπόν σε μια κάθε άλλο ήσυχη συνεδρία, η φωνή  και η κιθάρα των Scientists ο συνθέτης της Swampland (μη ξεχνιόμαστε) συναντά το μαλλιαρό και θορυβώδες rock and roll των Mudhoney, και το αποτέλεσμα είναι ένας αντρίκιος δίσκος που μπορεί να ανταμώσει με το κεφάλι ψηλά τις πιο μεγάλες προσδοκίες.
Αν τα εφτά κομμάτια, τα 20 λεπτά της διάρκειας του δίσκου, η αποκλειστικά και μόνο σε βινύλιο κυκλοφορία, και τελικά οι κιθάρες και το βρώμικο με τους ενισχυτές στο τέρμα blues rock and roll, φανούν παλιομοδίτικα σε κάποιους, αυτό είναι πρόβλημα τους (μεγάλο, να το κοιτάξουν).
Το Until…είναι ένα άλμπουμ που όπως είχαμε πει και για το Golden Vanity του Nikki Sudden με τον Phil Shoenfelt, ήταν κλασικό από την στιγμή που ηχογραφήθηκε. Το ότι οι ταινίες των ηχογραφήσεων παρέμειναν σε κάποιο συρτάρι για μια δεκαπενταετία, απλά πρόσθεσε στον μύθο. Η ουσία μαζί με τις κραυγές των τεράτων βρίσκεται και γυρνάει όμως πάντα ανάμεσα στα μαύρα αυλάκια.


Thnx στο risingabovebedlam.blogspot.com για την ανάρτηση και στον ranxerox για το άμεσο σήμα καπνού. 

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Orphan Drugs#8 Greg Sage

Μη ξύνεις παλιές πληγές γιατί πονάνε. Όπως οι λαβές του Eric the Golden Boy, aka Beautiful Beauregarde, και όπως οι ιστορίες του ανθού των τέκνων του Texas. Αυτές του Townes Van Zandt, και του Roky Erickson, τις έχουμε αφηγηθεί καλά η άσχημα ήδη από αυτήν εδώ την στήλη. Η ιστορία του Greg Sage θα μπορούσε να αρχίζει αλλά και να τελειώνει με τους πρώτους στίχους του Straight Ahead:

I've heard this story/ just about a million times/ But I read the book man/ I know what'd in between the lines. There's a long road ahead/ before they can really see/ it's time to break you loose/ it's time to set you free/ well, we searched too long, too end up lost/ you can’t look back/ you just look straight ahead.

Έτσι κι αλλιώς μερικοί λακωνικοί (ως και απλοϊκοί) στίχοι σαν και τους παραπάνω, μια ψυχωτική φωνή (που μαλάκωσε με τα χρόνια) και…τα όσα διαδραματίζονταν (ειδικά αυτά) στις χορδές της φθαρμένης Gibson SGs (για αριστερόχειρες), και βέβαια η μορφή του Sage με την μπέσα χαραγμένη στο πρόσωπο, και την παράξενη ασκητική αύρα που ανέδυε, έφτασαν και περίσσεψαν για να αλλάξουν αρκετές ζωές, τις περισσότερες κατά ανεξήγητο (?)  τρόπο, σε μια μικρή και φτωχή χώρα της νοτιοανατολικής μεσογείου. 
Μια στιγμή όμως…το Straight Ahead μπορεί να συμπυκνώνει την ιστορία του Sage μέσα σε τέσσερα λεπτά, μα κάτι λείπει. Αυτό ο αμύητος δεν θα κοπιάσει πολύ για να το ανακαλύψει. Αρκεί μια και μόνο ακρόαση του απελπισμένου, χαοτικού,και οργισμένου μανιφέστου Youth of America, επίκαιρο σε κάθε τόπο και χρόνο, για να καταλάβει το πως μια μπάντα μπορεί και σου αλλάζει την ζωή.
Ακόμη θυμάμαι την πρώτη φορά που το άκουσα από το πειρατικό του Μπάμπη μια νύχτα σε ένα υπόγειο πίσω από την φοιτητική λέσχη. Είχα γουρλώσει τα μάτια και έχασκα με ανοιχτό το στόμα τρομοκρατημένος αλλά και ηδονικά ψυχεδελιασμένος από αυτή την βουτιά στο αχανές άγνωστο. Ladies and Gentleman we are floating in subterranean space.

Όπως παίζουν οι ο ένας μετά τον άλλον οι δίσκοι των Wipers, προσπαθώ να φανταστώ πώς να ακούγεται σήμερα η μουσική τους σε κάποιον νεότερο, που δε κουβαλά όλη αυτή την συναισθηματική φόρτιση του να μεγαλώνει μαζί τους στην δεκαετία του ’80, ούτε ήταν κοινωνός του πνεύματος εκείνης της εποχής, που υπακούοντας στον φυσικό νόμο έχει αναχωρήσει για το χρονοντούλαπο προ πολλού.
Που δεν είδε τα καλύτερά του live συνεχόμενα δύο βράδια σε μια ντισκοτέκ στη Χαριλάου, άγουρος έφηβος με μια απέραντη λαχτάρα για αυτή την μουσική, που όταν παίζει το Doom Town δεν γεμίζει το δωμάτιο από αυτή την παρέλαση των φαντασμάτων, φίλων που έχεις 15 χρόνια να δεις κι όμως ακόμη τους αποκαλείς μέσα σου φίλους, μαυροντυμένες φιγούρες που φοράνε αυτοσχέδια μπλουζάκια με το αγκαθωτό σήμα τις ειρήνης, που δεν ξέρεις καν το όνομά τους αλλά κάποτε τους έβλεπες κάθε μέρα στον δρόμο, στο Ματζέστικ και το Αστόρια, και το βράδυ στο Λούκι Λουκ και το Berlin, στο στέκι η τον Ελλήσποντο. Μια φυλή που εξαφανίστηκε το ίδιο ξαφνικά όπως γεννήθηκε, αφημένη πια να την αλέθουν οι αιώνες, και στην οποία είναι αφιερωμένο αυτό το κείμενο.

Στον τοίχο ξανακολλάει η καφέ αφίσα από την πρώτη τους συναυλία που έσερνα και κάρφωνα για χρόνια από σπίτι σε σπίτι και από τοίχο σε τοίχο. Και πάνω στα βιβλία δίπλα στο κρεβάτι το τεύχος του Rollin Under με τον Sage στο εξώφυλλο και το άλλο με την παραλλαγή του Rocket to Russia. Και ας τους το κρατάς μανιάτικο το θάψιμο στους Last Drive. Τα δάχτυλα των χεριών προσπαθούν να ακολουθήσουν τον ρυθμό του μπάσου στο Window shop for love (που μετά από κάποια φάση δεν ξαναέπαιξε ζωντανά), το μόνο κομμάτι που είχες μάθει να παίζεις αξιοπρεπώς, και ο χορός από πίσω σου θυμίζει πως κάποτε μπορούσες να σωθείς από ένα κακό ταξίδι που έμοιαζε χωρίς επιστροφή μόνο απλά βάζοντας να παίξει το No fair και το Just Say. Και ότι ακόμη και τώρα η γλυκιά ικανοποίηση-υπενθύμιση για την σοφία του ενστίκτου έναντι της λογικής βρίσκει τρανό παράδειγμα σε κείνη την  ενστικτώδη σιγουριά της πρώτης στιγμής ότι αυτός ο άνθρωπος είναι εντάξει, δεν θα τα πουλήσει ποτέ όλα, δεν θα ξεφτιλιστεί με τα χρόνια, μεταλλασσόμενος σε μια άσχημη καρικατούρα του εαυτού του. Ποια χρόνια δηλαδή, που όταν έβγαζε δίσκους σαν το Land of the lost είχε καβατζάρει για τα καλά τα 30φεύγα. Τώρα πια θα πρέπει να ‘χει πατήσει τα 57… 
Αυτή η παράξενη μορφή με το αλήτικο ντύσιμο, το ξεβαμμένο αμάνικο μαύρο μπλουζάκι, το τριμμένο τζιν, και την μπαντάνα να κρύβει αυτή την σπάνια μετάλλαξη αλμπινισμού και αλωπεκίασης, δεν ήταν στυλ, ήταν ο μουσικός της Doom Town παρέα με την υπόλοιπη αδελφότητα, όσους αποτέλεσαν μέλη των Wipers απο τα πρώτα χρόνια. Τον Dave Koupal, τον Sam Henry, τον Brad Davidson, τον Brad Naish, και αργότερα τον Steve Pluf. «Κάποτε ζούσα έτσι, ίσως και σήμερα να ζω κάπως έτσι» είχε πει αναφερόμενος σ’ αυτό το τραγούδι. 



Some are born to sweet delight, some are born to endless night

Ψάχνοντας κανείς στο internet ίσως σχηματίσει την εντύπωση ότι το σπουδαιότερο πράμα που έκανε ο Greg Sage είναι ότι άκουγε τους δίσκους του ο Cobain. Που όταν έπαιζε το D7 στις συναυλίες του, το κοινό χειροκροτούσε στην παύση πριν το ξέσπασμα του κομματιού νομίζοντας ότι τελείωσε δείχνοντας, έτσι την παντελή του άγνοια όχι μόνο για τους Wipers, αλλά και για την μουσική που υποτίθεται γούσταραν το Grunge.
Καημένε Greg, πώς να ζήσεις από μια μουσική που δεν μπορούν να την ακούσουν οι γυναίκες? Και με την εκάστοτε εταιρία να σε ληστεύει? Μπορεί και να έβγαζες περισσότερα στο συνεργείο καθαρισμού που βάφτισε τους Wipers. Ένας αταίριαστος guitar hero του Punk, που στην πρόσωπό του οι «εναλλακτικοί» της Ευρώπης ανακάλυψαν ξανά την λατρεία κιθάρας, που ως τότε τους έφερνε στο νου την απαγορευμένη λέξη Rock. Λατρεία που ξεκινούσε από τον ίδιο τον Sage -που ακόμη και πίσω από την κονσόλα έβγαζε το ίδιο ταλέντο όπως και πίσω από την κιθάρα του-αφήνοντας το μπάσο να στρώνει τα επαναλαμβανόμενα ριφ στην κιθάρα, και εξαφανίζοντας την μπότα από τα ντραμς, κατορθώνοντας να χρωματίσει το ήχο με τα συναισθήματά του όπως ακριβώς τον φαντάστηκε στο ξεκίνημα . Κάτι τέτοια απλά πράματα έχουν κάνει την διαφορά, και έχουν γράψει την ιστορία  κατά καιρούς στο rock and roll.

Το Youth of America, το Over the edge και το προσωπικό Straight ahead, και γιατί όχι το Is this Real είναι τόσο τέλειοι και αψεγάδιαστοι δίσκοι που όπως και να τους χαρακτηρίσεις, ότι διθυραμβικό και να γράψεις, νομίζω πια ότι τους μικραίνεις. Έρχονται να προστεθούν δίπλα σε άλλα κλασικά και απαραίτητα μιας rock δισκοθήκης, (από τους Velvets, τους MC5 και τους Stooges, μέχρι τους Radio Birdman  τους Clash και τους Kennedys), μην έχοντας όμως ουσιαστικά τίποτα κοινό μ’ αυτούς. (Άσχετο και σχετικό συνάμα, μπορεί κανείς να φανταστεί κάποιο κομμάτι των Wipers να παίζει σε διαφήμιση? Η να διασκευαστεί σε τσιλαουτ μορφή με ηδυπαθή φωνητικά? Αν το δούμε κι αυτό σημαίνει τέλειωσαν τα ψέματα και ήρθε η ώρα πια να πάρουμε τα βουνά).
Στέκουν ολομόναχοι, κομμάτια της ψυχής του δημιουργού τους. Όχι ότι οι υπόλοιποι δίσκοι του δεν είναι κάτι τέτοιο αλλά εδώ τα πράγματα ήταν οριακά. Και σαν τους αποκαλυπτικούς συγγραφείς που μέσα από τα βιβλία τους  σε κλονίζουν από τα θεμέλια, και κάποιοι λένε ότι αυτά σε βρίσκουν και όχι τα βρίσκεις, τέτοιοι είναι και αυτοί. 


Μετά το Land of the lost (που όταν είχε βγει συζητούσαμε  αν είναι δισκάρα ισάξια των προηγούμενων, ξεχνώντας έστω προσωρινά, ότι απλά είναι δισκάρα και καλά θα κάναμε να τον ακούμε από το να μιλάμε), και το Follow Blind, μετά την δεύτερη φορά που έπαιξε στο Αγγέλικα, η πίστη σαν κάπως να κλονίστηκε. Άλλαζε κι αυτός, έκοψε ταχύτητα, αλλάζαμε και μείς, άλλαξε και ολόκληρος ο κόσμος. Μάλλον κλονίστηκε και η δικιά του πίστη, τίποτε δεν του καθόταν καλά, ακόμη και το στούντιο του –δεύτερο σπίτι της τοπικής σκηνής- πήρε φωτιά και καταστράφηκε, κι ενώ ο μύθος πια είχε φτιαχτεί για αυτόν, και τα βλέμματα είχαν στραφεί στο Σιατλ με το όνομά του να προφέρεται με θρησκευτικό σεβασμό από τα χείλη όλης εκείνης της γενιάς, αυτός τραβήχτηκε ξανά στο καβούκι του.
Το Silver Sail του 1993, τον βρήκε στην Αριζόνα για να είναι κοντά στην άρρωστη μητέρα του.
Τον φαντάζεσαι να πίνει μπύρες κοιτώντας τον νυχτερινό ουρανό, αφουγκραζόμενος την έρημο, και καταλαβαίνεις καλύτερα αυτή την desert εξωγήινη αίσθηση  του δίσκου. Μάλλον ο ποιο αγαπημένος μου στην μετά Land of the Lost εποχή.
Τελευταία φορά τον είδα ζωντανά στο Club του Μύλου, είχε βγάλει το The Herd πριν λίγο καιρό και ξαναβγήκε στον δρόμο. Αν ήθελε και τότε όπως και στο Αγγέλικα και στον Ελλήσποντο θα μας έκανε όλους να χοροπηδάμε από την αρχή ως το τέλος. Δεν το έκανε για ακόμη μια φορά και πλέον νομίζω κατανοώ καλύτερα το γιατί.  
Κάτω και πάνω από την σκηνή δεν υπήρχαν πια “brothers and sisters”…ο δεσμός είχε σπάσει.
Δυο χρόνια μετά ήρθε το Power in one, λίγο αργότερα η φήμη για την κυκλοφορία του Electric Medicine σαν Greg Sage, ένας δίσκος που μάλλον ποτέ δεν κυκλοφόρησε, το Box Set με τα τρία πρώτα των Wipers, και από τότε μέχρι σήμερα κάποιες  ακόμη επανεκδόσεις (αυτές τις μέρες βγήκαν μαζεμένα σε ένα βινύλιο όλα τα ακυκλοφόρητα ως τότε κομμάτια που πρωτοεμφανίστηκαν σαν bonus tracks στο Box Set, με το εύγλωττο τίτλο Out takes) από την δικιά του Zenorecords που μαζί με το στούντιο είναι και πάλι η κύρια ασχολία του.


Εξακολουθεί να ζει στο Phoenix της Αριζόνα, ένας κοσμοκαλόγερος με αγύριστο κεφάλι, ο μοναδικός πια στην αδελφότητα, της οποίας το motto πλέον είναι The Power in One, μια παραφωνία στον μοντέρνο κόσμο γενικά, πόσο μάλλον στην μουσική βιομηχανία. Πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς άλλωστε…αυτός που ακόμη και για την γενιά του ήταν πάντα ένα Alien, που όμως ότι είχε να πει μας το ‘πε με την γλώσσα της ψυχής…του.
20 χρόνια πριν αν με ρωτούσες πιο είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα δίχως δεύτερη σκέψη θα σου έλεγα οι Wipers. Και επειδή όπως έχω ξαναγράψει οι παλιοί λέγανε πρώτα η ψυχή βγαίνει του ανθρώπου και μετά το χούϊ, και σήμερα έστω και μετά από μια δεύτερη σκέψη μιας που έχουν μεσολαβήσει δυο δεκαετίες υπερβολικής ποσότητας μουσικής στα αυτιά μου, καλής και κακής, και σήμερα λοιπόν πάλι το ίδιο όνομα έχω να δηλώσω, και τον ευχαριστώ που τα τραγούδια του είναι εκεί όταν τα χρειάζομαι. Όπως η ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο. Και ξέρω αρκετούς που όταν πονοκεφαλιάζουν αναζητούν αυτό το orphan drug. Ελπίζω να το ξέρει κι αυτός, είμαι σίγουρος ότι θα χαμογελούσε με ικανοποίηση. Πράμα που δεν κάνει συχνά.

Για το τέλος και αφού δοθούν τα εύσημα στα παιδιά (τότε) του Rollin Under και τον Αλέκο Παπαδόπουλο του Ήχου, για το ότι ακόμη 20βάλε χρόνια μετά, σε ολόκληρο το internet ωραιότερα άρθρα -τυπωμένα η ψηφιακά- για τους Wipers δεν έχει γράψει ποτέ κανείς, ας βάλουμε να παίξει από μια Live εκτέλεση το…προ-Post Rock του When its over (it begins, όπως το προλογίζει).

Still hangin’ on a ledge, pushed straight over the edge.



  
Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

The Dark Rags - ST

Fuzz Overdose Records
2011

Rock and roll is where I hide 

Λοιπόν εδώ είμαστε ακόμη…μπροστά σε μια μπύρα, την ίδια η μια άλλη κάτω απ’ τον στυφό ουρανό, σπάζοντας τον καθρέφτη μέσα στην νύχτα μόνο για να κρατήσουμε την βροχή έξω απ’ αυτή.
Όλα τα ξέφτια του σκοταδιού, όλα τα παιχνίδια της σκιάς, όλη αυτή η μουσική είναι  για μας η ευτυχία. Μαζί και η τελευταία μας ελπίδα απατηλή ξε-απατηλή είναι κι αυτή κάτι.
Ξανά…ένα μπουκάλι και τρία ακόρντα με ραγισμένες χορδές και καρδιές είναι αρκετά για το δρόμο, στην επόμενη στάση γέμισε τα…ξανά…το τέλος του ταξιδιού είναι άγνωστο και τέλος πάντων δεν μας αφορά…ακόμα κάτι:
Στο Tupelo ακόμη ρίχνει αστραπές και κεραυνούς, στο χώμα του Warwick ανθίζουν λουλούδια στον τάφο των δύο αδερφών, και στο Βερολίνο ο παγωμένος άνεμος παρασέρνει τις νότες μαζί με την βροχή και τα φύλλα στους μεγάλους δρόμους...στο Σίδνεϊ λάμπει η αιώνια λιακάδα ενός σχιζοφρενικού μυαλού που σκάρωνε τα πιο ωραία τραγούδια, και σαν πέφτει το σκοτάδι κάτι άγριο μα συνάμα γλυκό τριγυρνάει πάντα εκεί στα Εξάρχεια, λίγα μέτρα παρακάτω από το ομορφότερο πάτωμα του κόσμου που ακόμη κουβαλάει πάνω του τα δάκρια του Gregory Corso.
Κάτι ακόμη για εμάς όλους…τους άτακτα σκορπισμένους στον χάρτη του κόσμου…τους επιμελώς κρυμμένους απ’ την ναυτία της μέρας…σε δωμάτια, σε αετοφωλιές και σπηλιές, με κιτρινισμένες αφίσες στους τοίχους που στάζουν όνειρα, σωρούς από άδεια μπουκάλια στη κουζίνα και γεμάτα σταχτοδοχεία που ξορκίζουν εφιάλτες, και τα πιο πολύτιμα πράγματα εκεί μέσα μερικές στοίβες δίσκοι και βιβλία, ενισχυτές και ηχεία, και μια κιθάρα που ακουμπάει στο πάτωμα…
Και εκεί έξω τα ακόμη πολυτιμότερα, ο ουρανός κι ο δρόμος και οι φίλοι και τα κορίτσια. Ξανά λίγο πριν το τέλος…ας είμαστε άφραγκοι…τα ρέστα όμως πάντα μπύρες, μπύρες…και μια συμβουλή, ύστερα από τον πρόλογο του Dave Graney...έτσι για τον δρόμο...από τον Freddy Lynxx: 

Love your friends truly, fuck our enemies badly.

bandcamp 

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Rykarda Parasol – I Know Where My Journey Will End

Σαν τους παλιούς beatniks την έκανε από την Αμερική, εις τας Ευρώπας, στο Παρίσι έχοντας μάλλον υπόψη την πόλη των ποιητών και όχι των κοντών (ελπίζω). Στο soundcloud υπογράφει σαν Ryska Parasol και ετοιμάζει λέει τον τρίτο της δίσκο. 
Θα την ακούσουμε όμως και στον καινούργιο άλμπουμ του Jeff Zentner που είναι βγει και αυτό του χρόνου (αυτός ο τελευταίος γιατί δεν αφήνει για λίγο πίσω τον τροβαδούρο εαυτό του και να βγάλει τον τρίτο των Creech Holer? αναρωτιέμαι…)
Ως τότε να ένα μυσταγωγικό - με μια δόση Ευρωπαϊκής Ανατολής στο χορωδιακό μέρος?- δείγμα από τα καινούργια της τραγούδια εδώ.

soundcloud

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

ich steppenwolf

            
                               Εγώ ο λύκος της Στέπας, τροχάζω και τροχάζω

Γεμάτος χιόνι είν’ ο κόσμος

Πετάει από την σημύδα το κοράκι,

Μα πουθενά ένας λαγός, πουθενά ένα ζαρκάδι!

Είμαι με τα ζαρκάδια ερωτευμένος,

Αχ! Και να ‘βρισκα ένα

Θα το ‘παιρνα στα δόντια, στα χέρια!

Αυτό είναι το πιο ωραίο πράγμα που υπάρχει.

Θα ‘μουν με τα χαριτωμένα από καρδιάς τόσο καλός,

Τρώγοντας βαθιά θα έμπαινα στα τρυφερά μεριά τους,

Πίνοντας θα μεθούσα απ’ το ανοιχτοκόκκινο τους αίμα,

Για να ουρλιάζω μετά μόνος όλη νύχτα.

Και μ’ έναν λαγό θα ήμουν ευχαριστημένος,

Γλυκιά γεύση έχει το ζεστό του κρέας τη νύχτα-

Μα όλα όσα κάνουν λίγο πιο χαρούμενη τη ζωή,

Από ‘μένα έχουνε λοιπόν αποχωρίσει?

Γκρίζες είναι οι τρίχες της ουράς μου,

Επίσης δεν βλέπω πάντα καθαρά,

Εδώ και χρόνια έχει πεθάνει η αγαπημένη μου γυναίκα,

Και τώρα πια τροχάζω κι ονειρεύομαι ζαρκάδια,

Τροχάζω και ονειρεύομαι λαγούς,

Ακούω τον άνεμο να σφυρίζει μες στη νύχτα του χειμώνα,

Με χιόνι το φλεγόμενο λαρύγγι μου μεθώ,

Και την καημένη μου ψυχή στον διάβολο οδηγώ.


text: Steppenwolf, από τα Ποιήματα του Έρμαν Έσσε, μετάφραση Σμαρώ Τάση, Εκδόσεις Διώνη 2008.

music: Hank Williams III - Ghost to a Ghost, από το Ghost to a Ghost/Gutter Town CD, Red General Catalog, 2011


Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Deus Ex Machina - 38 Χιλιοστά / Μπασταρδοκρατία 7’’

Lab Records
2011
Γεννημένα, και αναπόσπαστα κομμάτια των μέσων της δεκαετίας του ’80, της εποχής δηλαδή που μάλλον ήταν και η μοναδική για την Ελλάδα όπου υπήρχε σκηνή με όλη την σημασία της λέξης, αυτή του punk. 
Δεν έχασαν ποτέ την μεγάλη τους δύναμη που πηγάζει τόσο από την καταιγιστική μουσική και τους ωμούς και άμεσους στίχους, όσο και από τις καταστάσεις με τις οποίες είναι συνδεμένα. Αυτό όμως δεν τα έκανε ποτέ να ακουστούν ξεπερασμένα και δεμένα αμετάκλητα με την εποχή που γράφτηκαν, αλλά ίσα-ίσα παρέμειναν επίκαιρα όλα αυτά τα χρόνια (όπως επίκαιρο ας πούμε παραμένει το Όσοι γινούν πρωθυπουργοί του Μάρκου) τουλάχιστον για κάποιο –έστω περιθωριακό όπως το αποκαλούν- κομμάτι του κόσμου που ανανεώνεται όμως συνεχώς, βρίσκοντας έκφραση σε αυτά τα τραγούδια, και που δεν ένοιωσε ποτέ του κομμάτι του πανηγυριού που αναμασάνε χωρίς να ντρέπονται ούτε φυσικά να βάριουνται κάθε μέρα εδώ και αιώνες, κάτι γραβατωμένοι στις τηλεοράσεις. Τελευταία δε (και ίσως αυτό εξηγεί και την παρούσα κυκλοφορία) πολλοί θα συμφωνήσετε ότι θα ήταν πολύ φυσιολογικό να ‘χουν γραφτεί μόλις χθες…σήμερα…αύριο. Αλλά σάμπως και άλλαξε τίποτα ποτέ? 
Από την άλλη αυτοί οι δύο ύμνοι του punk έμελε να γίνουν και ύμνοι κάποιων που είδαν αυτή την μουσική και την αναρχία ως ένα περιπετειώδη εναλλακτικό life style, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα που δεν θα την κάνουμε εδώ. 
Δεν θα μιλήσω ούτε για τις εκτελέσεις των Deus που με αυτό το single κάνουν την πρώτη τους κυκλοφορία με ελληνικό στίχο, ούτε για την μπάντα θα πω τίποτε, την πώρωση μου για αυτούς την έχω ξαναγράψει αρκετές φορές, ανάμεσα στις εικοσαρία φορές που τους έχω δει ζωντανούς όλα αυτά τα χρόνια. 
Μόνο να σημειώσω ότι στην ηχογράφηση αυτών των τραγουδιών θα έπρεπε να είναι και ο Σωτήρης των Αδιέξοδο, όπως σε κάτι εκρηκτικά live τους.
Αυτά μπορώ να γράψω εγώ, από κει και πέρα πιστεύω πως πρέπει να βρεθεί κάποιος άξιος πνευματικός απόγονος του Ηλία του Πετρόπουλου για να γράψει όπως αρμόζει σε κάτι τέτοια τραγούδια.

Το βίντεο από την γιορτή των 20 χρόνων της μπάντας στο Αν είναι του 22RAΤ που με την ευκαιρία έχει κάνει φοβερή δουλειά στο youtube


Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

when tomorrow hits

Επειδή το αύριο θα χτυπήσει πιο σκληρά απ’ ότι το τώρα, παίρνω θέση άμυνας μετά μουσικής…τρέχω στο ρινγκ να κουράσω τον αντίπαλο που είναι πιο βαρύς, στέκομαι μακριά απ’ τα σκοινιά, χέρια ενωμένα να καλύπτουν το πρόσωπο, και περιμένω για ένα αιφνιδιαστικό και δυνατό δεξί κροσέ πριν από το τελειωτικό αριστερό άπερκατ όπως κάνουν οι κιθάρες στο When Tomorrow Hits. 

Στις γροθιές οι Jim Jeffries και Jack Johnson από τον αγώνα του αιώνα και στις κιθάρες οι Mudhoney και οι Spacemen 3 στο αιώνιο When Tomorrow Hits.