Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Howlin' Wolf


Μια φωνή τραγουδά…Η Φωνή τραγουδά: 

Well, somebody knocking on my door
Well, I'm so worried, don't know where to go
 

Ο δίσκος είναι χαραγμένος, η φυσαρμόνικα κάνει έναν παράξενο ήχο…σαν κάποιος να σκίζει κομμάτι-κομμάτι ένα  αλουμινόχαρτο…είναι τόσο μακριά – έχει μείνει τόσο πίσω…ο δίσκος χαράζεται και φθείρεται, ο τραγουδιστής είναι εδώ και χρόνια νεκρός, εγώ θα φύγω…όλοι θα φύγουμε…κι όμως αυτή η νέγρικη φωνή που κάποτε μπορεί να αναρωτήθηκε κι αυτή φωναχτά, «Θεέ μου εγώ θα ζήσω αυτήν την γαμημένη ζωή της μούχλας?» εξακολουθεί να τραγουδά… 
Εσύ θα την ζήσεις Big Foot Chester, εσύ κι εγώ κι εμείς, όλες αυτές οι υπέροχες μαϊμούδες ενός πλανήτη που κινείται μέσα στις βαριές απόπνοιες της τσιγκουνιάς, της έπαρσης, της κατάρας και του σαρκασμού…αλλά ειδικά εσύ θα την ζήσεις και θα πεις και ένα τραγούδι.
Όσο ακούω το τραγούδι και σκέφτομαι ότι το έγραψε αυτός ο τύπος, βρίσκω τον πόνο και τον ιδρώτα του συγκινητικούς…Ήταν τυχερός. Μάλλον δεν θα το είχε αντιληφθεί, όπως όλοι όσοι κάποια στιγμή επιχειρούν την έφοδο στον ουρανό…Μάλλον θα σκέφτηκε: με λίγη τύχη αυτό το κόλπο θα μου φέρει καμιά πενηνταριά δολάρια, αρκετά για να γυρίσω πίσω στο μεγάλο ποτάμι περήφανος, να τα δώσω στην μάνα που θα χαρεί. Αργότερα, τα λευκά παιδιά ξεπατικώνοντας ευλαβικά νότα προς νότα το τραγούδι, θα πρόσθεταν στην ουρά του πενήντα πολλά-πολλά μηδενικά γι’ αυτούς. Και μόνο για τον μικρό ξανθό θεό Brian, χαλάλι τους θα είπε…η φωνή.  
Πίσω του όμως στέκονταν πάνω στα μεγάλα πόδια του ένας λύκος που δεν τον ένοιαζαν όλα αυτά, που θρηνούσε μέσα στα άγρια μεσάνυχτα παντέρημος σαν πέτρα ριγμένη στη μέση του δρόμου…η σκιά του γιγάντια μέσα στο χλωμό φεγγαρόφωτο με το μεγάλο του λαρύγγι ορθάνοιχτο καθώς τραγουδούσε ένα τραγούδι του παλιού κόσμου…τραγούδι αλλοτινών καιρών, τραγούδι μιας άγριας φύσης που χάθηκε, αλλά το πνεύμα της είναι πάντα εδώ…άναρχο…τόσο πολύτιμο, σχεδόν μυθικό…


Και ο Ωρίωνας ήταν-είναι πάντα ίδιος εκεί, παγωμένα ορατός απ’ όλα τα μέτωπα του κόσμου, και συ Γέρο-ωκεανέ…εσύ που καταπίνεις αχόρταγα τα πικρά νερά όλων των ποταμών και όλων των Δέλτα, εσύ που είσαι μια μαυρίλα ολόκληρη προσκολλημένη στο κορμί της γης, πες μου εσύ αν το Blues είναι η μουσική του διαβόλου, και τότε πες μου ξανά, πως θα ‘ναι άραγε η μουσική του θεού? Ποιος απ’ τους δύο θα μπορούσε να τραγουδήσει ένα τέτοιο τραγούδι, ποιος απ’ τους δύο έχει περισσότερους λόγους να θρηνεί?  
Ο γερόλυκος θα συνεχίσει το τραγούδι του μέσα στην άγρια νύχτα ακόμη και όταν εγώ θα φύγω. Το ουρλιαχτό του οδηγεί καλύτερα από φωτιά μέσα στη νύχτα όλους τους ανέστιους, τους άσωτους γιούς που έχασαν τον δρόμο, και στο πέρασμά τους δεν αφήνουν παρά έναν σύθαμπο γαλαξία από ατέλειωτες ωδίνες. Ένα αναμμένο τσιγάρο που καίει το σκοτάδι, ένα σινιάλο απ’ την άλλη όχθη που φωτίζει μέσα απ’ το έρεβος…για τον πεινασμένο όμως φαντάζει μια τεράστια κουταλιά από φως, τεράστια όσο αυτός ο μαύρος τραγουδιστής. Αυτό είναι…αυτό έρχεται από εκείνο το μέρος που η ψυχή του ανθρώπου δεν πεθαίνει ποτέ.  

Ευχαριστίες για την πολύτιμη, ακούσια βοήθεια, στους: J.P. Sartre, L.F. Celine, Isidor Ducasse, Jack London, Sam Phillips, God & Devil himself.

Howlin' Wolf - Moanin' at Midnight