Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Greg Sage


Μη ξύνεις παλιές πληγές γιατί πονάνε. Όπως οι λαβές του Eric the Golden Boy, aka Beautiful Beauregarde, και όπως οι ιστορίες του ανθού των τέκνων του Texas. Αυτές του Townes Van Zandt, και του Roky Erickson, τις έχουμε αφηγηθεί καλά η άσχημα ήδη από αυτήν εδώ την στήλη. Η ιστορία του Greg Sage θα μπορούσε να αρχίζει αλλά και να τελειώνει με τους πρώτους στίχους του Straight Ahead:



I've heard this story/ just about a million times/ But I read the book man/ I know what'd in between the lines. There's a long road ahead/ before they can really see/ it's time to break you loose/ it's time to set you free/ well, we searched too long, too end up lost/ you can’t look back/ you just look straight ahead.



Έτσι κι αλλιώς μερικοί λακωνικοί (ως και απλοϊκοί) στίχοι σαν και τους παραπάνω, μια ψυχωτική φωνή (που μαλάκωσε με τα χρόνια) και…τα όσα διαδραματίζονταν (ειδικά αυτά) στις χορδές της φθαρμένης Gibson SGs (για αριστερόχειρες), και βέβαια η μορφή του Sage με την μπέσα χαραγμένη στο πρόσωπο, και την παράξενη ασκητική αύρα που ανέδυε, έφτασαν και περίσσεψαν για να αλλάξουν αρκετές ζωές, τις περισσότερες κατά ανεξήγητο (?)  τρόπο, σε μια μικρή και φτωχή χώρα της νοτιοανατολικής μεσογείου. 

Μια στιγμή όμως…το Straight Ahead μπορεί να συμπυκνώνει την ιστορία του Sage μέσα σε τέσσερα λεπτά, μα κάτι λείπει. Αυτό ο αμύητος δεν θα κοπιάσει πολύ για να το ανακαλύψει. Αρκεί μια και μόνο ακρόαση του απελπισμένου, χαοτικού,και οργισμένου μανιφέστου Youth of America, επίκαιρο σε κάθε τόπο και χρόνο, για να καταλάβει το πως μια μπάντα μπορεί και σου αλλάζει την ζωή.

Ακόμη θυμάμαι την πρώτη φορά που το άκουσα από το πειρατικό του Μπάμπη μια νύχτα σε ένα υπόγειο πίσω από την φοιτητική λέσχη. Είχα γουρλώσει τα μάτια και έχασκα με ανοιχτό το στόμα τρομοκρατημένος αλλά και ηδονικά ψυχεδελιασμένος από αυτή την βουτιά στο αχανές άγνωστο. Ladies and Gentleman we are floating in subterranean space.



Όπως παίζουν οι ο ένας μετά τον άλλον οι δίσκοι των Wipers, προσπαθώ να φανταστώ πώς να ακούγεται σήμερα η μουσική τους σε κάποιον νεότερο, που δε κουβαλά όλη αυτή την συναισθηματική φόρτιση του να μεγαλώνει μαζί τους στην δεκαετία του ’80, ούτε ήταν κοινωνός του πνεύματος εκείνης της εποχής, που υπακούοντας στον φυσικό νόμο έχει αναχωρήσει για το χρονοντούλαπο προ πολλού.

Που δεν είδε τα καλύτερά του live συνεχόμενα δύο βράδια σε μια ντισκοτέκ στη Χαριλάου, άγουρος έφηβος με μια απέραντη λαχτάρα για αυτή την μουσική, που όταν παίζει το Doom Town δεν γεμίζει το δωμάτιο από αυτή την παρέλαση των φαντασμάτων, φίλων που έχεις 15 χρόνια να δεις κι όμως ακόμη τους αποκαλείς μέσα σου φίλους, μαυροντυμένες φιγούρες που φοράνε αυτοσχέδια μπλουζάκια με το αγκαθωτό σήμα τις ειρήνης, που δεν ξέρεις καν το όνομά τους αλλά κάποτε τους έβλεπες κάθε μέρα στον δρόμο, στο Ματζέστικ και το Αστόρια, και το βράδυ στο Λούκι Λουκ και το Berlin, στο στέκι η τον Ελλήσποντο. Μια φυλή που εξαφανίστηκε το ίδιο ξαφνικά όπως γεννήθηκε, αφημένη πια να την αλέθουν οι αιώνες, και στην οποία είναι αφιερωμένο αυτό το κείμενο.



Στον τοίχο ξανακολλάει η καφέ αφίσα από την πρώτη τους συναυλία που έσερνα και κάρφωνα για χρόνια από σπίτι σε σπίτι και από τοίχο σε τοίχο. Και πάνω στα βιβλία δίπλα στο κρεβάτι το τεύχος του Rollin Under με τον Sage στο εξώφυλλο και το άλλο με την παραλλαγή του Rocket to Russia. Και ας τους το κρατάς μανιάτικο το θάψιμο στους Last Drive. Τα δάχτυλα των χεριών προσπαθούν να ακολουθήσουν τον ρυθμό του μπάσου στο Window shop for love (που μετά από κάποια φάση δεν ξαναέπαιξε ζωντανά), το μόνο κομμάτι που είχες μάθει να παίζεις αξιοπρεπώς, και ο χορός από πίσω σου θυμίζει πως κάποτε μπορούσες να σωθείς από ένα κακό ταξίδι που έμοιαζε χωρίς επιστροφή μόνο απλά βάζοντας να παίξει το No fair και το Just Say. Και ότι ακόμη και τώρα η γλυκιά ικανοποίηση-υπενθύμιση για την σοφία του ενστίκτου έναντι της λογικής βρίσκει τρανό παράδειγμα σε κείνη την  ενστικτώδη σιγουριά της πρώτης στιγμής ότι αυτός ο άνθρωπος είναι εντάξει, δεν θα τα πουλήσει ποτέ όλα, δεν θα ξεφτιλιστεί με τα χρόνια, μεταλλασσόμενος σε μια άσχημη καρικατούρα του εαυτού του. Ποια χρόνια δηλαδή, που όταν έβγαζε δίσκους σαν το Land of the lost είχε καβατζάρει για τα καλά τα 30φεύγα. Τώρα πια θα πρέπει να ‘χει πατήσει τα 57… 

Αυτή η παράξενη μορφή με το αλήτικο ντύσιμο, το ξεβαμμένο αμάνικο μαύρο μπλουζάκι, το τριμμένο τζιν, και την μπαντάνα να κρύβει αυτή την σπάνια μετάλλαξη αλμπινισμού και αλωπεκίασης, δεν ήταν στυλ, ήταν ο μουσικός της Doom Town παρέα με την υπόλοιπη αδελφότητα, όσους αποτέλεσαν μέλη των Wipers απο τα πρώτα χρόνια. Τον Dave Koupal, τον Sam Henry, τον Brad Davidson, τον Brad Naish, και αργότερα τον Steve Pluf. «Κάποτε ζούσα έτσι, ίσως και σήμερα να ζω κάπως έτσι» είχε πει αναφερόμενος σ’ αυτό το τραγούδι. 





Some are born to sweet delight, some are born to endless night



Ψάχνοντας κανείς στο internet ίσως σχηματίσει την εντύπωση ότι το σπουδαιότερο πράμα που έκανε ο Greg Sage είναι ότι άκουγε τους δίσκους του ο Cobain. Που όταν έπαιζε το D7 στις συναυλίες του, το κοινό χειροκροτούσε στην παύση πριν το ξέσπασμα του κομματιού νομίζοντας ότι τελείωσε δείχνοντας, έτσι την παντελή του άγνοια όχι μόνο για τους Wipers, αλλά και για την μουσική που υποτίθεται γούσταραν το Grunge.

Καημένε Greg, πώς να ζήσεις από μια μουσική που δεν μπορούν να την ακούσουν οι γυναίκες? Και με την εκάστοτε εταιρία να σε ληστεύει? Μπορεί και να έβγαζες περισσότερα στο συνεργείο καθαρισμού που βάφτισε τους Wipers. Ένας αταίριαστος guitar hero του Punk, που στην πρόσωπό του οι «εναλλακτικοί» της Ευρώπης ανακάλυψαν ξανά την λατρεία κιθάρας, που ως τότε τους έφερνε στο νου την απαγορευμένη λέξη Rock. Λατρεία που ξεκινούσε από τον ίδιο τον Sage -που ακόμη και πίσω από την κονσόλα έβγαζε το ίδιο ταλέντο όπως και πίσω από την κιθάρα του-αφήνοντας το μπάσο να στρώνει τα επαναλαμβανόμενα ριφ στην κιθάρα, και εξαφανίζοντας την μπότα από τα ντραμς, κατορθώνοντας να χρωματίσει το ήχο με τα συναισθήματά του όπως ακριβώς τον φαντάστηκε στο ξεκίνημα . Κάτι τέτοια απλά πράματα έχουν κάνει την διαφορά, και έχουν γράψει την ιστορία  κατά καιρούς στο rock and roll.



Το Youth of America, το Over the edge και το προσωπικό Straight ahead, και γιατί όχι το Is this Real είναι τόσο τέλειοι και αψεγάδιαστοι δίσκοι που όπως και να τους χαρακτηρίσεις, ότι διθυραμβικό και να γράψεις, νομίζω πια ότι τους μικραίνεις. Έρχονται να προστεθούν δίπλα σε άλλα κλασικά και απαραίτητα μιας rock δισκοθήκης, (από τους Velvets, τους MC5 και τους Stooges, μέχρι τους Radio Birdman  τους Clash και τους Kennedys), μην έχοντας όμως ουσιαστικά τίποτα κοινό μ’ αυτούς. (Άσχετο και σχετικό συνάμα, μπορεί κανείς να φανταστεί κάποιο κομμάτι των Wipers να παίζει σε διαφήμιση? Η να διασκευαστεί σε τσιλαουτ μορφή με ηδυπαθή φωνητικά? Αν το δούμε κι αυτό σημαίνει τέλειωσαν τα ψέματα και ήρθε η ώρα πια να πάρουμε τα βουνά).

Στέκουν ολομόναχοι, κομμάτια της ψυχής του δημιουργού τους. Όχι ότι οι υπόλοιποι δίσκοι του δεν είναι κάτι τέτοιο αλλά εδώ τα πράγματα ήταν οριακά. Και σαν τους αποκαλυπτικούς συγγραφείς που μέσα από τα βιβλία τους  σε κλονίζουν από τα θεμέλια, και κάποιοι λένε ότι αυτά σε βρίσκουν και όχι τα βρίσκεις, τέτοιοι είναι και αυτοί. 




Μετά το Land of the lost (που όταν είχε βγει συζητούσαμε  αν είναι δισκάρα ισάξια των προηγούμενων, ξεχνώντας έστω προσωρινά, ότι απλά είναι δισκάρα και καλά θα κάναμε να τον ακούμε από το να μιλάμε), και το Follow Blind, μετά την δεύτερη φορά που έπαιξε στο Αγγέλικα, η πίστη σαν κάπως να κλονίστηκε. Άλλαζε κι αυτός, έκοψε ταχύτητα, αλλάζαμε και μείς, άλλαξε και ολόκληρος ο κόσμος. Μάλλον κλονίστηκε και η δικιά του πίστη, τίποτε δεν του καθόταν καλά, ακόμη και το στούντιο του –δεύτερο σπίτι της τοπικής σκηνής- πήρε φωτιά και καταστράφηκε, κι ενώ ο μύθος πια είχε φτιαχτεί για αυτόν, και τα βλέμματα είχαν στραφεί στο Σιατλ με το όνομά του να προφέρεται με θρησκευτικό σεβασμό από τα χείλη όλης εκείνης της γενιάς, αυτός τραβήχτηκε ξανά στο καβούκι του.

Το Silver Sail του 1993, τον βρήκε στην Αριζόνα για να είναι κοντά στην άρρωστη μητέρα του.

Τον φαντάζεσαι να πίνει μπύρες κοιτώντας τον νυχτερινό ουρανό, αφουγκραζόμενος την έρημο, και καταλαβαίνεις καλύτερα αυτή την desert εξωγήινη αίσθηση  του δίσκου. Μάλλον ο ποιο αγαπημένος μου στην μετά Land of the Lost εποχή.

Τελευταία φορά τον είδα ζωντανά στο Club του Μύλου, είχε βγάλει το The Herd πριν λίγο καιρό και ξαναβγήκε στον δρόμο. Αν ήθελε και τότε όπως και στο Αγγέλικα και στον Ελλήσποντο θα μας έκανε όλους να χοροπηδάμε από την αρχή ως το τέλος. Δεν το έκανε για ακόμη μια φορά και πλέον νομίζω κατανοώ καλύτερα το γιατί.  

Κάτω και πάνω από την σκηνή δεν υπήρχαν πια “brothers and sisters”…ο δεσμός είχε σπάσει.

Δυο χρόνια μετά ήρθε το Power in one, λίγο αργότερα η φήμη για την κυκλοφορία του Electric Medicine σαν Greg Sage, ένας δίσκος που μάλλον ποτέ δεν κυκλοφόρησε, το Box Set με τα τρία πρώτα των Wipers, και από τότε μέχρι σήμερα κάποιες  ακόμη επανεκδόσεις (αυτές τις μέρες βγήκαν μαζεμένα σε ένα βινύλιο όλα τα ακυκλοφόρητα ως τότε κομμάτια που πρωτοεμφανίστηκαν σαν bonus tracks στο Box Set, με το εύγλωττο τίτλο Out takes) από την δικιά του Zenorecords που μαζί με το στούντιο είναι και πάλι η κύρια ασχολία του.



Εξακολουθεί να ζει στο Phoenix της Αριζόνα, ένας κοσμοκαλόγερος με αγύριστο κεφάλι, ο μοναδικός πια στην αδελφότητα, της οποίας το motto πλέον είναι The Power in One, μια παραφωνία στον μοντέρνο κόσμο γενικά, πόσο μάλλον στην μουσική βιομηχανία. Πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς άλλωστε…αυτός που ακόμη και για την γενιά του ήταν πάντα ένα Alien, που όμως ότι είχε να πει μας το ‘πε με την γλώσσα της ψυχής…του.

20 χρόνια πριν αν με ρωτούσες πιο είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα δίχως δεύτερη σκέψη θα σου έλεγα οι Wipers. Και επειδή όπως έχω ξαναγράψει οι παλιοί λέγανε πρώτα η ψυχή βγαίνει του ανθρώπου και μετά το χούϊ, και σήμερα έστω και μετά από μια δεύτερη σκέψη μιας που έχουν μεσολαβήσει δυο δεκαετίες υπερβολικής ποσότητας μουσικής στα αυτιά μου, καλής και κακής, και σήμερα λοιπόν πάλι το ίδιο όνομα έχω να δηλώσω, και τον ευχαριστώ που τα τραγούδια του είναι εκεί όταν τα χρειάζομαι. Όπως η ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο. Και ξέρω αρκετούς που όταν πονοκεφαλιάζουν αναζητούν αυτό το orphan drug. Ελπίζω να το ξέρει κι αυτός, είμαι σίγουρος ότι θα χαμογελούσε με ικανοποίηση. Πράμα που δεν κάνει συχνά.



Για το τέλος και αφού δοθούν τα εύσημα στα παιδιά (τότε) του Rollin Under και τον Αλέκο Παπαδόπουλο του Ήχου, για το ότι ακόμη 20βάλε χρόνια μετά, σε ολόκληρο το internet ωραιότερα άρθρα -τυπωμένα η ψηφιακά- για τους Wipers δεν έχει γράψει ποτέ κανείς, ας βάλουμε να παίξει από μια Live εκτέλεση το…προ-Post Rock του When its over (it begins, όπως το προλογίζει).



Still hangin’ on a ledge, pushed straight over the edge.



  
Πρώτη δημοσίευση εδώ.