Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Swampland - The Stranded West

Self Released
2015

Τρίο από τη Καλιφόρνια, που με ελάχιστα εφόδια στα μπαγκάζια του, δηλαδή όνομα που…αχνίζει, στιβαρή rhythm section, εμπνευσμένο κιθαρίστα και μια ωραία και με βάθος φωνή, καταφέρνει να φτιάξει έναν δίσκο που δεν ξέρω αν θα είναι το ντεμπούτο της χρονιάς (όπως είχα προαναγγείλει ενθουσιασμένος από κάπου αλλού), αλλά σίγουρα ήρθε για να μείνει και να βγαίνει συχνά πυκνά από τα ράφια της δισκοθήκης, κάνοντας τις γύρες του πάνω στα πραγματικά ή εικονικά πικάπ μας.

Δώδεκα κομμάτια, τα έντεκα δικές τους συνθέσεις και η διασκευή στο In The Graveyard των Dead Moon να συμπληρώνει το άλμπουμ μαζί και την εικόνα, που δεν είναι όμως τόσο προβλέψιμη ώστε να μπορεί να ξεμπερδέψει κανείς έτσι εύκολα κολλώντας τη ταμπέλα «garage punk» και να πάει για άλλα. 
 
Κι αυτό γιατί πέραν του ότι το «punk» το συναντάμε ξανά και τις περισσότερες φορές με τον προσδιορισμό «post» μπροστά του, πέραν τα εξ ημισείας και εξ αδιαιρέτου πνευματικά δικαιώματα των δύο αναδόχων του ονόματος από το down under (βλέπε Birthday Party και Scientists), δεν είναι καθόλου αμελητέα και η παρουσία στον υγρό αέρα του βάλτου, των ήχων της αμερικάνικης παράδοσης, ειδικά τις στιγμές που η ακουστική κιθάρα βγαίνει μπροστά και το slide πεταρίζει σαν ανέμελο πουλί γύρω της, σε κομμάτια σαν Wounded Knee και το What We Used To Be.

Το στίγμα τους όμως το δίνουν σε τραγούδια με τίτλους όπως Ill Never Know, Sirens Wail, Silver Rope και βέβαια το Axeman of New Orleans, που μαζί με το River of No Return μέσα από το The Chosen One των Three Blind Mice που κυκλοφορεί στις αρχές Νοέμβρη και θα τα πούμε για αυτό προσεχώς, έχουν καπαρώσει ήδη τις δύο από τις τρεις θέσεις των «τραγουδιών της χρονιάς».
 
Έλεγα όμως για το στίγμα των Swampland, που σχηματοποιείται από το μπάσο με τους αγχωτικούς ρυθμούς του που κρατάει ο τραγουδιστής, τα ντραμς που ακολουθούν πιστά και ιδροκοπώντας από δίπλα, τα λιτά μα καίρια κεντήματα του κιθαρίστα, και τέλος (η αιώνια αχίλλειος πτέρνα των αντίστοιχων ελληνικών αγγλόφωνων συγκροτημάτων) ένας τραγουδιστής με πηγαία και με χαρακτήρα φωνή, με σωστή εκφορά και προφορά, ένας…τραγουδιστής απλά και τελικά. 

Αν κάτι θα είχα να τους προσάψω αυτό θα ήταν η παραγωγή, που με λίγο περισσότερο όγκο ακόμη πιστεύω πως θα έδινε πόντους στο τελικό αποτέλεσμα, όπως επίσης κι αυτή η αχρείαστη «κορνίζα» στο εξώφυλλο, που χαλάει την ταιριαστή με το περιεχόμενο, ασπρόμαυρη φωτογραφία. 
 
Αυτά είναι λεπτομέρειες όμως, από τη στιγμή που έχουμε στα χέρια μας έναν τόσο καλό δίσκο από αυτό το προωτοεμφανιζόμενο  (που έχει όλα τα προσόντα να εξελιχθεί σε σπουδαίο) συγκρότημα. 

8.5

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr 



Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Fear Like Us - Scars Are Tattoos With Better Stories

Ένα όχι και τόσο παλιό, θαμμένο όμως -τουλάχιστον για τους μη παροικούντες την Ντάουνάντερλιμ- πετραδάκι, από το 2007 και ένα συγκρότημα που οφείλει τόσα στον Phil Ochs όσα και στο Punk αλλά και το ανεξάρτητο rock των 90’s.
Με πάνω από δέκα χρόνια στην σκηνή αλλά μόλις ένα άλμπουμ και ένα EP στο ενεργητικό της, αυτή η τέως εγγλέζικη και νυν αυστραλιανή μπάντα πέρα από το χιούμορ που ευαγγελίζεται το motto της "Punks not dead but it deserves to die", τις εκρηκτικές ζωντανές εμφανίσεις της (απ’ ότι βλέπω στο youtube) και τον ωραίο ομότιτλο δίσκο της, είναι υπεύθυνη και για το Scars Are Tattoos With Better Stories που εμπεριέχεται εκεί μέσα (για την ακρίβεια τον ανοίγει), ένα τραγούδι για τα πρωινά που έρχονται κάτω από έναν εχθρικό ήλιο, τους νεκρούς μας ήρωες, τη φωτιά που εξαγνίζει, τα τραγούδια…αλλά τι να σας λέω, σας παραθέτω παρακάτω ολόκληρους τους στίχους αφού τους βρήκα…

we woke up drunk and the sun was unfriendly
and we dragged ourselves down to the ocean
we laughed at the liars who said we wouldn't make it,
well we have each other and these songs to prove them wrong

we are stronger than our dead heroes,
no we won't shed tears for times that we sang alone
and these nights they will last forever,
no we won't shed tears for ones that left us alone.

let's drown our past in the deep blue ocean,
we'll light a fire to not to forget but to remember,
the ones we loved and the ones we still loved
when the fire burns out we will move on

we are stronger than our dead heroes,
no we wont shed tears for times that we sang alone
and these nights they will last forever,
no we won't shed tears for ones that left us alone.

when the fire burns out we will move on

we are stronger than our dead heroes,
no we won't shed tears for times that we sang alone
and these nights they will last forever,
no we won't shed tears for ones that left us alone.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Steve Mackay 25-9-1949 / 10-10-2015 R.I.P



Έστω και καθυστερημένα, ένα αντίο κι από αυτές εδώ τις «σελίδες» στα μεγάλα τα rock and roll (και όχι μόνο βέβαια) πνευμόνια…

orphan Steve Mackay






Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Thee Holy Strangers - Thee Holy Strangers

Labirynth of Thoughts
2015

«Τότε συνειδητοποίησα πως έφτανε για έναν άνθρωπο μια και μοναδική μέρα ζωής για να μπορέσει χωρίς δυσκολία να ζήσει εκατό χρόνια στη φυλακή. Θα είχε αρκετές αναμνήσεις για να μη νιώθει ανία».

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος.

Για αρχή κρατήστε την φράση του συγγραφέα, θα την ξαναχρειαστούμε στο τέλος.
Κι έπειτα βρείτε έναν τρόπο και ξεχάστε για λίγο, όσο για ένα πετάρισμα του βλεφάρου, όλους τους εκλεκτούς μουσικούς που απαρτίζουν αυτή τη μπάντα, όπως και την μεγάλη πορεία τους (παρέα μας και παρέα τους) ως τις μέρες μας.

Όχι γιατί δεν είναι σημαντική, ίσα-ίσα (την εκτίμηση, τον σεβασμό και το πάθος μου τα εκφράζω όπως μπορώ, όπου σταθώ, κι όπου βρεθώ), αλλά τούτος ο δίσκος «απαιτεί» δίχως όμως να προστάζει, να τον πλησιάσει κανείς με χαρά μεν αλλά και λίγο διστακτικά, όπως έκαναν κάποτε οι άνθρωποι μπρος στην ιερότητα του ξένου.

Κάντε έναν κόπο όμως, σκαλίστε την μνήμη σας, και θυμηθείτε ήχους βαθιούς και γήινους σαν τις κιθάρες των Crazy Horse, τα «λάθος» blues όπως τα κύρηττε σε μια συνεχή συνομιλία με το αρχαίο πνεύμα της φωτιάς ο Jeffrey Lee Pierce, θυμηθείτε επίσης –είναι μια πρώτης τάξης ευκαιρία- το Exile του φτωχού, τον δίσκο του κοτετσιού του Link Wray, και εκεί στο τέλος δεμένοι πάντα με τη γη, κοιτάξτε προς τον ουρανό και προσπαθήστε –αν και είναι μάλλον αδύνατο πια, αλλά πότε δεν ξέρεις- ν’ αναπλάσετε μέσα σας το νοσταλγικό εκείνο συναίσθημα της φυγής που ανέβαινε και σας έπνιγε το στήθος φέρνοντας δάκρια στα μάτια, όταν πρωτοείδατε τα εξώφυλλα κι ακούσατε τη μουσική δίσκων με τίτλους όπως “Drifters” ή “Gas Food Lodging”.

Ξέρω, ξέρω οι περισσότεροι ζείτε-ζούμε σε πόλεις όπου τον ορίζοντα τον κρύβουν λερωμένοι τοίχοι και ο ουρανός είναι κομμένος σε μικρές τσιγκούνικες φέτες.

Όμως η μουσική των Holy Strangers μπορεί να οφείλει τις αναφορές της στην απέραντη ανοιχτωσιά, είναι όμως γεννημένη ανάμεσα στους ίδιους τοίχους και κάτω από τον ίδιο ουρανό, βλέπει τα ίδια νυχτερινά φώτα να κρέμονται στο βρώμικο σκοτάδι, ακούει τα ίδια κλαψουρίσματα ασθενοφόρων που διασχίζουν τους έρημους δρόμους το βράδυ, και οι μουσικοί τους όταν μπουχτίσουν απ’ όλα αυτά κι αλλά τόσα, αναζητούν την ίδια απέραντη θάλασσα (ή και την ασημένια λίμνη) τραβώντας για τον νότο…όπως όλοι μας.

Αναζητούν…αναζητούμε ίσως, το σημείο εκείνο στον ορίζοντα όπου είναι αρκετό για να γίνει κανείς μια λεπτή γραμμή, μια σκιά που χάνεται μακριά.

Τι γίνεται όμως εδώ και τώρα, όταν τα τραγούδια τελειώνουν και συνειδητοποιείς ότι είσαι κλεισμένος πάλι και πάντα ανάμεσα στα ίδια σκατά?

Ε τότε γέρο μου, τραβάς από το μανίκι τον άσο όπου έχεις αντιγράψει την φράση του συγγραφέα στην αρχή, της αλλάζεις λίγο τα φώτα όπως έκαναν στα τραγούδια που αγαπούσαν και οι γκαραζόμπαντες απ’ όπου ξεκίνησαν οι περισσότεροι από τους μουσικούς της ιστορίας μας, και την επιστρέφεις κάπως έτσι:

Τότε συνειδητοποίησα πως έφτανε για έναν άνθρωπο ένας και μοναδικός δίσκος σαν τούτον εδώ για να μπορέσει χωρίς δυσκολία να ζήσει εκατό χρόνια χωρίς μουσική. Θα είχε όμορφες νότες και αρκετές αναμνήσεις για να μη νιώθει ανία…και έναν απέραντο ορίζοντα να φεύγει μακριά.

9

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr 

 

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

από την παρουσίαση του λυκοκτόνου: vol.2

photo by ranxerox


Δεύτερο μέρος από τα απομεινάρια της παρουσίασης του Λυκοκτόνου, με το κείμενο –όπως περίπου και πάλι, διαβάστηκε- από τον Νίκο aka Nick Chance, τη φωνή και το μπάσο δηλαδή των Hydes
Μαζί, εκεί στο τέλος της ανάρτησης και ένα βιντεάκι με τον ίδιο να τραγουδάει το City Lights των FlaminGroovies, ένα ανεκτίμητο για μένα δώρο στο κλείσιμο του πρώτου μέρους αυτής της βραδιάς. (Το Time aint nothing το κρατάς για την επόμενη φορά Νίκ, δεν θα ξεφύγεις έτσι εύκολα).



«Με το Χρήστο καταφέραμε να κάνουμε είκοσι χρόνια να γνωριστούμε. Έχοντας τόσο κοινά ακούσματα και αναγνώσματα, βλέποντας τις ίδιες ταινίες, τριγυρίζοντας προφανώς στα ίδια στέκια τα ίδια χρόνια, πηγαίνοντας στις ίδιες συναυλίες, έχοντας παρόμοιες απόψεις και κάνοντας παρόμοιες σκέψεις για τη ζωή, μέχρι που μέναμε στην ίδια γειτονιά, εκεί στο Διοικητήριο…. καταφέραμε να μην γνωριστούμε από το 1989 που ήρθα κι εγώ στη Θεσ/νίκη, γιατί ο Χρήστος ζούσε ήδη εδώ. Τελικά γνωριστήκαμε σε μια συναυλία του Phil Shoenfelt, στο Πείραμα, στη Βαλαωρίτου, εκεί στον 7ο όροφο, το 2009. Και με το που γνωριστήκαμε, όχι ότι κάναμε παρέα, ότι βγαίναμε, τα λέγαμε, τα πίναμε και άλλες τέτοιες πολυτέλειες. Καλά που ο άνθρωπος νοίκιαζε ταινίες από το βίντεο κλαμπ που δούλευα τότε στην Αγ. Δημητρίου και τα λέγαμε εκεί, όταν περνούσε από τη δουλειά. Έστω κι έτσι η σχέση μας άνθισε, στην κυριολεξία. Δεν χρειάστηκε πολύ φροντίδα, σαν τον κάκτο. 

Παρόλο που σήμερα είμαστε εδώ για να παρουσιάσουμε το δεύτερο βιβλίο του, θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ και στο πρώτο, το Από τη λάθος πλευρά. Η Λάθος Πέυρά ήταν ένα σοκ για μένα. Δεν θα εκθειάσω τον Χρήστο τον μεγάλο συγγραφέα, κάτι που ακόμη κι αν είναι, δεν θα το πω εγώ, θα το πουν άλλοι φανς, πολλά χρόνια μετά, στα ψηφιακά οπισθόφυλλα των μελλοντικών αντίστοιχων Pebbles για την down down under the underground λογοτεχνία. Το μισό σοκ που μου προκάλεσε το βιβλίο του Χρήστου πάντως, οφειλόταν στο ίδιο το βιβλίο. Το άλλο μισό, είναι αλήθεια, οφειλόταν στην συγκυρία να με βρει σε μία έντονα συναισθηματική στιγμή της ζωής μου, στην οποία δεν χρειάζεται να αναφερθώ περισσότερο. Όπως και να ‘χει ήταν η Λάθος Πλευρά που βρέθηκε εκεί για να ολοκληρώσει μία συνολική εμπειρία που με ταρακούνησε με πολλούς τρόπους. 

Χαρακτηριστικό στο γράψιμο του Χρήστου είναι οι πάμπολλες αναφορές που κάνει στα έργα που αγαπάει. Τραγούδια, βιβλία, ταινίες. Οφειλές τις ονομάζει στη Λάθος Πλευρά, Θραύσματα στο Λυκοκτόνο, θραύσματα που όπως λέει ο ίδιος κουδούνιζαν στο κεφάλι του από την πρώτη στιγμή που τα άκουσε ή διάβασε. Κάποιες είναι ξεκάθαρες και συνειδητές, άλλες κρυμμένες ίσως ακόμη και υποσυνείδητες. Μια τεχνική κολάζ στην οποία έχουμε αναφερθεί στις συζητήσεις μας, αγαπημένη και των δυο μας, αγαπημένη και άλλων δημιουργών ακόμη και στη μουσική. Ο David Yohansen έχει δηλώσει λάτρης της “τεχνικής”, ο ίδιος ο  Johnny Thunders, ο οποίος παίζει το Pills του Bo Diddley (που έπαιζαν και οι ίδιοι οι Dolls), κάνει πως τραγουδάει το Too mach monkey business του Chuck Berry, το κάνει όμως Too mach junkie business. Άλλος δηλωμένος λάτρης της τεχνικής ο αγαπημένος και των δυο μας Jeremy Gluck.

Κάτι που μου αρέσει στο γράψιμο του Χρήστου είναι ο τρόπος που δεν απαρνείται τα βιώματά του και αναφέρεται συνολικά σε αυτά. Είναι φαν της μουσικής, οπαδάκι, όπως είχε πει κάποιος παλιός φίλος. Φαντάζομαι και ο Χρήστος, όπως άλλα οπαδάκια «αυτής» της μουσικής, σίγουρα εγώ, θα ονειρευόταν πως ζει στη Νέα Υόρκη ή κάπου εκεί, να τριγυρίζει ανάμεσα στους αγαπημένους τους μουσικούς. Στο μυαλό του μπορεί να ζει στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι ή το Βερολίνο, στην πραγματικότητα όμως ζει στον τόπο που ζει, όπου το σκοτάδι μπορεί να γίνεται σκοτίδι, το Μάρτη υπάρχουν οι Χαιρετισμοί τις Παρασκευές και λίγο μετά έρχεται το Πάσχα. Στον τόπο του, όπου στην Κρήτη λένε μαντινάδες και του Χρήστου του αρέσει και κάνει το ίδιο καμιά φορά. 

Επίσης του αρέσει να διαβάζει ποίηση και να γράφει ποίηση συχνά ακόμα και όταν γράφει πεζό. Όπως όταν βάζει τα επίθετα μετά τα ουσιαστικά ή τα ρήματα στο τέλος της πρότασης. 

Του αρέσει να αυτοσαρκάζεται και να … αυτό-σαρκάζει τον κόσμο όλο.

photo by ranxerox

Οι ιστορίες του κατά κανόνα δεν είναι γραμμικές. Έχουν ένα χρόνο δικό τους. Στο Λυκοκτόνο η κινηματογραφική αρχή στο ιατρείο ακολουθείται από μια διαδρομή μέσα σε έναν κόσμο ψυχεδελικό, όπου μπλέκονται η πραγματικότητα όπως τη βιώνει ο Ιωσήφ, ο ήρωας της ιστορίας, το όνειρο, επιθυμίες κι έμμονες ιδέες, ευσεβείς πόθοι, φαντασιώσεις και παραισθήσεις. Μια διαδρομή που είναι γεμάτη εικόνες: ο ουρανός, το βουνό και φυσικά πάντα η θάλασσα. Και άλλες εικόνες όχι το ίδιο γαλήνιες, συχνά. Γιατί ο Ιωσήφ παρόλο που προφανώς του αρέσουν οι Νότιες Θάλασσες και οι ιστορίες για αυτές, όπως αρέσουν και στο Χρήστο, γεννήθηκε στη Λάθος Πλευρά, εκεί μεγάλωσε, εκεί ζει και τώρα. Αυτό που θα μπορούσε να γίνει ένα όμορφο ταξίδι, γίνεται ένα κακό τριπάκι. Όπως γίνεται προφανώς πάντα στη Λάθος Πλευρά. 

Ο Λυκοκτόνος δεν θα μπορούσε να μην είναι μια ιστορία από τη Λάθος Πλευρά, την οποία ο Χρήστος έχει βαλθεί να χαρτογραφήσει. Αυτό νοιώθω ότι κάνει ο Χρήστος με το γράψιμό του: την Ψυχογεωγραφία (για να κάνω και μια σύνδεση με τους Καταστασιακούς και τη φιλοσοφία τους) της Λάθος Πλευράς. Της Λάθος Πλευράς, όχι μόνο ως τόπου καταγωγής, διαμονής ή δυνάμει διαφυγής των χαρακτήρων στα βιβλία του, αλλά της Λάθος Πλευράς που κάθε αντι-ήρωας στις ιστορίες του, κουβαλάει μέσα του. 

Φίλε Χρήστο, ελπίζω ο ζοφερός κόσμος που χαρτογραφείς με τόση γλαφυρότητα στις ιστορίες σου, όσο οικείος και να μας φαίνεται, να είναι στην πραγματικότητα δημιούργημά σου. Στην αντίθετη περίπτωση αναρωτιέμαι ποιος θα πληρώσει την εγγύηση* για να μας βγάλει έξω…

Stephen King αφιερώνει το Carrie στη σύντροφο της ζωής του την Tabitha. Η Tabitha είχε μαζέψει το Carrie από τα σκουπίδια όπου το πέταξε ο King μόλις το τελείωσε. Αφού το διάβασε τον έπεισε να το στείλει στον εκδότη του. Ο King λοιπόν αφιερώνει το Carrie στην Tabby, κάπως έτσι: This is for Tabby, who got me into it and then bailed me out.»


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

από την παρουσίαση του λυκοκτόνου: vol.1

photo by ranxerox


Πολλές ευχαριστίες σε όλους όσους τίμησαν εμένα και τον Νίκο με την παρουσία τους στην παρουσίαση του βιβλίου, σ’ αυτήν την ωραία βραδιά με το όμορφο, ειλικρινές και αυθεντικό feeling, όπου πιστεύω τα είπαμε καλά –το ότι τα ήπιαμε καλά επίσης, είναι το μόνο σίγουρο-, χωρίς κόμπλεξ και δήθεν πόζα, με ρυθμό και πειστικότητα, με τα αγαπημένα τραγούδια να βαβουριάζουν τον χώρο πριν και μετά, και παρά το δικό μου τρακ στην αρχή ή την ξεκούρδιστη κιθάρα του Νίκου ελπίζω και πιστεύω να περάσατε όλοι τόσο καλά όσο εμείς οι «διοργανωτές»…εις το επανιδείν!

Σαν ένα πρώτο στιγμιότυπο της βραδιάς παρακάτω υπάρχει το κείμενο που ακούστηκε από εμένα, στο περίπου δηλαδή μιας και αυτοσχεδίασα κιόλας κατά την εκφώνησή του!
Μαζί και δύο βιντεάκια που προβλήθηκαν με τον χαιρετισμό του Phil Shoenfelt και της Jolana Izbicka
Τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν κι άλλα...

 
photo by ranxerox


Κατ’ αρχήν σας ευχαριστώ όλους που θυσιάζετε αυτό το κομμάτι του πολυτίμου χρόνου σας αλλά και μέρος από τα λιγοστά σας χρήματα για να έρθετε εδώ απόψε. Είναι τιμή μου.

Κάποιοι λένε ότι αυτός που γράφει ότι έχει να πει το λέει μέσα στις σελίδες που γεμίζει –αν καταφέρει δηλαδή κάτι τέτοιο, και δεν είναι καθόλου εύκολο πιστέψτε με ακόμη και αν γράφει κανείς βλακείες- και νομίζω ότι δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια.

Για αυτό σ’ αυτά τα λίγα που θα πω, θα σταθώ περισσότερο σε κάποιες λεπτομέρειες γύρω από το επίμαχο πόνημα-βιβλίο που ίσως βοηθήσουν κάπως αυτούς που θα αποφασίσουν να το διαβάσουν να το κατανοήσουν περισσότερο…ή έστω να το κατανοήσουν λίγο κι αυτό δεν είναι μομφή προς την εξυπνάδα κανενός, αλλά κάτι σαν προειδοποίηση…και εξηγούμε…

Ο επίδοξος αναγνώστης λοιπόν καλά θα είναι να πλησιάσει το βιβλίο έχοντας κατά νου την εισαγωγική φράση, αυτή που ανοίγει την ιστορία του και δεν είναι άλλη από το Everything is fine but I cant find my mind (όλα είναι καλά αλλά δεν μπορώ να βρω το μυαλό μου), από το τραγούδι των Cramps.

Έτσι αυτό το κράμα από σκέψεις, όνειρα, εικόνες πραγματικές και φανταστικές που φτάνουν μέχρι τα όρια ιστορίας τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, κουβέντες με φίλους, θραύσματα άλλων βιβλίων, με τους ήρωες του πλασμένους από σύνθεση χαρακτηριστικών πολλών ανθρώπων που ήμουν τυχερός να γνωρίσω στη ζωή μου, και κάποιους ακόμη που ζούνε μόνο στα όνειρά μου, ίσως να αποκτήσει μια μεγαλύτερη σαφήνεια στο δικό του μυαλό.

Αν και αυτό –το μυαλό δηλαδή- θα το δυσκολέψει ακόμη περισσότερο πέρα από αυτά που μόλις ανέφερα, η σκόπιμα καλειδοσκοπική γραφή με το συνεχές πίσω-μπρος και πάνω-κάτω πετάρισμα της σκέψης, και η κάθε άλλο παρά γραμμική πορεία του χρόνου αφού τα κεφάλαια είναι επίσης συνειδητά τοποθετημένα-σκορπισμένα σε «λάθος» χρονική σειρά, με κομμάτια που θα έπρεπε να είναι στην αρχή να κλείνουν το βιβλίο και το αντίθετο.

Κάνοντας μια παρένθεση εδώ να πω ότι αν και με την πρώτη ματιά στις σελίδες εύκολα θα διαπιστώσει κανείς ότι οι μουσικές του αναφορές αποτελούνται κυρίως από rock and roll, garage punk, ψυχεδέλεια και ροκαμπίλι, κάποια από τα δικά μου ποιήματα που παρεμβάλλονται στον πεζό λόγο, ειδικά εκείνα που βρίσκονται προς τις τελευταίες σελίδες άνετα θα μπορούσαν να μελοποιηθούν με σκοπούς από την δημοτική παράδοση.

Όλα αυτά ξεκίνησαν να γράφονται σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του προηγούμενου βιβλίου μου, της «Λάθος πλευράς», την άνοιξη δηλαδή του 2014, με τελείως όμως διαφορετικό σχεδίασμα ακόμη και τίτλο για κάποιους μήνες.
Πέρυσι τέτοια εποχή, Οκτώβρη μήνα και στο άσχετο για να ξεκολλήσω λιγάκι το μυαλό είπα να το παρατήσω για λίγο και ξεκίνησα να γράφω μια μικρή ιστορία με τελείως διαφορετικό περιεχόμενο ώσπου κάποια βραδιά αργότερα την ώρα που την τέλειωνα μου ήρθε κάτι σαν επιφοίτηση που λένε, άγνωστο από πού, και άρχισε να δένει η ιστορία που μόλις είχα τελειώσει με ότι είχα γράψει προηγουμένως και κάπως έτσι κόλλησαν και όλα όσα ακολούθησαν ολόκληρο τον περσυνό βροχερό χειμώνα μέχρι τα τέλη της περασμένης άνοιξης όπου και πάνω κάτω τέλειωσε η πρώτη και δυσκολότερη φάση του βιβλίου, μια φάση που είχε σαν συνέπια οι φίλοι που είναι απόψε εδώ να μη με έχουν συγχωρήσει ίσως ακόμη που χάθηκα από προσώπου γης…η τέχνη απαιτεί θυσίες αγαπητοί!

Με όλα αυτά, θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για δύο, μπορεί και τρεις ιστορίες που εκτυλίσσονται στις ίδιες σελίδες, που συναγωνίζονται ποια θα καταφέρει να ρίξει κάτω την άλλη για να καταφέρει αυτή να βγάλει το κεφάλι της στην επιφάνεια και να εμφανιστεί ανάμεσα στις γραμμές.

Από την άλλη όμως τελικά, όπως έγραψα και στο «δελτίο τύπου» δεν είναι παρά:

Ένα καλειδοσκοπικό, υπαρξιακό ταξίδι στο εσώτερο διάστημα των δύο ηρώων του βιβλίου, μα και στον κόσμο που τους περιβάλει εκεί έξω, με πολλές εισόδους αλλά μόνο μια νομοτελειακή έξοδο… ή μήπως το ανάποδο;

Ένα trash and roll παραληρηματικό τραγούδι νοτισμένο από τους λυσεργικούς ατμούς μιας Κραμπικής (όπως Cramps) ψυχεδελικής ζούγκλας που απλώνεται απέραντη έξω από το παράθυρο… στο κέντρο της πόλης.

Ένα λουδίτικο ψυχωτικό μανιφέστο γραμμένο υπό το φως της παλιάς πυράς, για όλους τους ονειροπόλους, αγίους  και αμαρτωλούς, ηλίθιους και σοφούς, μυστικιστές και συνωμότες που βαδίζουν ενάντια στον σύγχρονο κόσμο.

Ένα τρισάγιο, μια ελεγεία, ένα ρέκβιεμ για τους απόντες φίλους, τις σκιές των ονείρων μας, για όλους τους νεκρούς μας, σε μια ποιητική συλλογή μεταμφιεσμένη σε μυθιστόρημα.

Ειδικότερα από τη μέση του βιβλίου και μετά, τις βραδιές που το έγραφα με «επισκέπτονταν» όλες οι σκιές των νεκρών μου, από τους παππούδες και τη μάνα, ως τους πρόωρα χαμένους φίλους, ως και ανθρώπους που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω τόσο καλά αλλά τους θεωρώ δικούς μου, όπως είναι και ο Γιάννης που αφιερώνονται αυτές οι σελίδες.

Ένα μάτσο στοιχειωμένες σελίδες, ( που μου ήταν πολύ δύσκολο να αποχωριστώ και να τελειώσω, τόσο που μέχρι να φύγουν από τα χέρια μου και να πάνε στο τυπογραφείο είχα χάσει 7 κιλά, οπότε το στοιχειωμένες δεν είναι απλά σχήμα λόγου) μια γρατζουνιά, ένα ουρλιαχτό που ανάμεσα στα ερείπια μένει και επιμένει να θυμίζει… εκεί που ο λυκοκτόνος ανθίζει.
Για όσους με ξέρουν και είναι αρκετοί εδώ μέσα σίγουρα δεν είμαι ποιητής ούτε συγγραφέας αλλά είμαι ο Χρήστος και απλά μέσα σ’ αυτές τις σελίδες, πίσω από αυτές για την ακρίβεια, υπάρχουν ψήγματα που θα μπορούσαν να ανήκουν στον άνθρωπο που θα γίνω μια μέρα. Αλλά και στον άνθρωπο που είμαι αυτή τη στιγμή.

Αν και οι σελίδες του βιβλίου κυλούν οι περισσότερες σε έναν απαισιόδοξο ως και θρηνητικό τόνο, το κλείσιμό του με το απόσπασμα από το επιτύμβιο ρέκβιεμ του R.L. Stevenson:

Home is the sailor, home from the sea, 
And the hunter from the hil

μπορεί φαινομενικά να κάνει τα πράγματα ακόμη πιο σκοτεινά με το αμετάκλητο που η φράση υπαινίσσεται, μα τουλάχιστον σε μένα αυτό το “home”, το σπίτι δηλαδή το όποιο σπίτι είναι αυτήν τη στιγμή οι νεκροί μας αφήνει μια ηλιαχτίδα να φανεί δίχως αμέσως να χαθεί.

Αφού ευχαριστήσω και από εδώ όλους όσους βοήθησαν να βγει αυτό το βιβλίο (βλέπετε και αυτό, όπως και το προηγούμενο δεν είναι υπόθεση ενός μόνο ανθρώπου αλλά υπόθεση φίλων), την Σόφη και τον Σταύρο για τη βοήθεια στις διορθώσεις και όχι μόνο, την γάτα μου για την συντροφιά και την υπομονή, τον Ηλία για το φοβερό χαρακτικό του εξωφύλλου (το έκανε πάνω σ’ ένα ξύλο που βρήκε στα σκουπίδια, έτσι που δικαιώνει απόλυτα το trash and roll που αναφέρω στο δελτίο τύπου) την Κυριακή για την γραφιστική δουλειά, τον Phil Shoenfelt για την στήριξη, τον Claus Castenskiold που προθυμοποιήθηκε και πάλι να προσφέρει έργο του για το εξώφυλλο αλλά έχασε στα σημεία από τον Ηλία, τον Μπάμπη, αλλά και τον Θωμά και τον Δημήτρη από το blog του Airesia μαζί και τον Γιάννη τον Ζελιαναίο από το Straw Dogs για την προώθηση αυτής της βραδιάς στο internet, να πω ότι όσοι σκοπεύετε να αγοράσετε απόψε το βιβλίο, να ξέρετε ότι τα έσοδα θα πάνε για καλό σκοπό, την έκδοση ενός επτάιντσου βινυλίου που εκκρεμεί εδώ και καιρό και έχει άμεση σχέση με τον έτερο ομιλητή που θα πάρει τον λόγο αμέσως μετά…περισσότερα για αυτό προσεχώς όμως…

Τέλος λίγα λόγια για των Νίκο που με τιμά απόψε βρισκόμενος εδώ και μιλώντας για το βιβλίο μου, που πέρα του ότι εδώ και κάποια χρόνια τον θεωρώ και ελπίζω και νομίζω να με θεωρεί κι αυτός καλό φίλο, ήταν και η φωνή και το μπάσο του πιο αγαπημένου μου ελληνικού συγκροτήματος, των Hydes, η μουσική των οποίων είναι παρούσα και στοιχειώνει με την σειρά της τις σελίδες όχι μόνο με το τραγούδι τους Last Stand εκεί στην σελίδα 72 στο τέλος του όγδοου κεφαλαίου, αλλά ρίχνει την σκιά της από την αρχή ακόμη από την αφιέρωση στον Γιάννη Johnny Jwell που ήταν η δεύτερη κιθάρα του συγκροτήματος.






Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Παρασκευή 16 Οκτώβρη: Του λυκοκτόνου η πρώτη γρατζουνιά



Όσοι πιστοί, άγιοι  και αμαρτωλοί, ηλίθιοι και σοφοί, μυστικιστές και συνωμότες αλλά και απλοί, παλιοί και ίσως μελλοντικοί αναγνώστες, εθισμένοι στο γράσο του γκαράζ και του ψυχο-Μπίλι φίλοι, λάτρεις του τσαγιού και αμετανόητοι μπυροπότες… προσέλθετε.
Καλά θα είναι… πιστεύω.



Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Λέγε με Ιωσήφ



Λέγε με Ιωσήφ.
Γεννήθηκα μέσα στη θύελλα, άχαρος, κακοφτιαγμένος,
έργο στραβό εκείνης της απειροελάχιστης κακιάς στιγμής
που τρεμούλιασε του Αγγειοπλάστη το χέρι, ένα απλοϊκό
μυαλό που τίποτα δεν ξέρει.
Μια Δευτέρα μουντή, ουρλιαχτό ήταν το νανούρισμά
μου, μέλι η πρώτη γεύση του κόσμου γύρω μου. Γάλα λύκαινας
η δεύτερη. Αίμα αμέσως μετά.
Μεγάλωσα κει πέρα στα ψηλά βουνά, μόνο ο αητός ο
ήλιος κι ο ουρανός υπήρχαν από πάνω μου. Και μόνος κι
έρημος ο ίδιος ο Θεός.
Κι όμως το είχα σκοπό και έζησα ανάμεσά σας. Κατά τα
ανθρώπινα ήθη.
Πορεύθηκα ασθμαίνοντας στο σκοτάδι, θύτης και
θήραμα, κυνηγός και κυνηγημένος σαν αγρίμι, μα δίχως
αμφιβολία για τον προορισμό.
Τσιγκούνης στα λόγια και καρτερικός.
Προσπάθησα απ’ την αρχή, έψαξα πολύ και τελικά τα κατάφερα
έστω και μόνο στα όνειρά μου, βρήκα έναν τρόπο και
έβαλα φωτιά στον κόσμο.
Κράτησα γερά το πιστόλι στη χούφτα μου, έλαμπε
γυαλισμένο σαν μαύρη γάτα, κι έπαιξα ρουλέτα ρώσικη με
τον Ιορδάνη, ένιωσα θαυμάσια, σαν να παίζω στο σινεμά,
αλλά ξέρεις… ο επιλόχας δε χάνει ποτέ.
Με μια πιστολιά στο σκοτάδι, ανατίναξα το μυαλό μου
και νόμιζα ότι ανατίναξα το σύμπαν όλο.
Κι έπειτα σας γύρισα τη πλάτη και πήγα κι έγινα μες στη
νύχτα μια σκιά.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου του saunterer «Εκεί που ο λυκοκτόνος ανθίζει», εκδόσεις orphan drugs, 2015. 




Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

είναι καιρός...για τον λυκοκτόνο ν' ανθίσει

                                                                                          

 
saunterer
Εκεί που ο λυκοκτόνος ανθίζει


σσ. 132, σχήμα 13 Χ 20,5 ε.
πειραματική χαρτόδετη έκδοση,
σε 220 αριθμημένα αντίτυπα.

ISBN 978-618-82160-0-6
εκδόσεις orphan drugs
Θεσσαλονίκη 2015.  
www.orphan-drugs.blogspot.com
 

                   


 

Τόποι και τρόποι διανομής:


Ι) Βιβλιοπωλείο Το Κεντρί
Δημητρίου Γούναρη 22
τηλ. 2310275349
Θεσσαλονίκη

II) Δισκοπωλείο Λωτός
Σκρα 7
Θεσσαλονίκη
(και για την υπόλοιπη Ελλάδα, μέσω ηλεκτρονικής παραγγελίας
στο: www.lotus.gr)

ΙΙI) Με παραγγελία κατευθείαν από τον συγγραφέα, επικοινωνώντας στο email:

sauntererscape@gmail.com

Κάτι σαν δελτίο τύπου:

Ένα καλειδοσκοπικό, υπαρξιακό ταξίδι στο εσώτερο διάστημα των δύο ηρώων του βιβλίου, μα και στον κόσμο που τους περιβάλει εκεί έξω, με πολλές εισόδους αλλά μόνο μια νομοτελειακή έξοδο… ή μήπως το ανάποδο;

Η πορεία προς αναζήτηση της ελευθερίας και… ενός τρόπου να βάλουν στον κόσμο φωτιά, του Ιωσήφ και του Θωμά, τα βήματα των οποίων ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, προχωρούν ενάντια στην παράνοια της ημέρας, τέμνονται για ένα κλάσμα της αιωνιότητας, για να χαθούν στην ομίχλη του καιρού και να ξανασμίξουν μέσα στο λυκόφως, στο σύνορο του ολέθρου. Όπου και το προσπερνούν.

Ένα trash and roll παραληρηματικό τραγούδι νοτισμένο από τους λυσεργικούς ατμούς μιας Κραμπικής (όπως Cramps) ψυχεδελικής ζούγκλας που απλώνεται απέραντη έξω από το παράθυρο… στο κέντρο της πόλης.

Ένα λουδίτικο ψυχωτικό μανιφέστο γραμμένο υπό το φως της παλιάς πυράς, για όλους τους ονειροπόλους, αγίους  και αμαρτωλούς, ηλίθιους και σοφούς, μυστικιστές και συνωμότες που βαδίζουν ενάντια στον σύγχρονο κόσμο.

Μια οραματική, αποκαλυπτική προφητεία ερχόμενη με τον άνεμο βαθιά μέσα απ’ την έρημο, που φτάνει καβάλα σ’ ένα κόκκο σκόνης μέχρι τη μεγάλη κόκκινη νύχτα των ουραγών.

Ένα τρισάγιο, μια ελεγεία, ένα ρέκβιεμ για τους απόντες φίλους, τις σκιές των ονείρων μας, για όλους τους νεκρούς μας, σε μια ποιητική συλλογή μεταμφιεσμένη σε μυθιστόρημα.

Στο τέλος ένα μάτσο στοιχειωμένες σελίδες, μια γρατζουνιά, ένα ουρλιαχτό που ανάμεσα στα ερείπια μένει και επιμένει να θυμίζει… εκεί που ο λυκοκτόνος ανθίζει.

O saunterer ζει ανάμεσά σας και αυτό είναι το δεύτερό του βιβλίο.
Έχει προηγηθεί το «Από τη λάθος πλευρά», εκδόσεις Απόπειρα 2014.