Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Orphan Drugs#5 Agent Orange - Living in Darkness



Αυτό το orphan drug είναι αφιερωμένο σε μια μπάντα, η πιο σωστά, σε έναν δίσκο μιας μπάντας, που δεν επηρέασε εκατοντάδες άλλες στο άκουσμά του, ούτε θεωρείται  ιστορικός, μήτε μπαίνει στις κάθε λογής λίστες ποτέ.
Στα 28 χρόνια από την κυκλοφορία του,  μουσικοί και γκρουπ με παρόμοιο λίγο πολύ ήχο κατόρθωσαν να φτάσουν  ακόμη και στην κορυφή των charts, ενώ κάποιοι άλλοι λιγότερο τυχεροί μπορεί να μην πλούτισαν, απολαμβάνουν όμως πλέον τον χαρακτηρισμό τους ως cult.

Ο Mike Palm, μοναδικός από την αρχική σύνθεση των Agent Orange, θα αρκείται μέχρι την διάλυση τους να δίνει live μπροστά σε οργισμένους πιτσιρικάδες skaters, να βγάζει που και που κάποιο CD αναμασώντας το παρελθόν, και να περηφανεύεται ίσως ότι κάποτε σε ένα στούντιο μαζί με δύο άλλους, χωρίς ακόμη να καταλαβαίνει πως, ηχογράφησαν έναν δίσκο που θα φωτίζει για πάντα στο σκοτεινό κελάρι των χαμένων ηρώων του rock n roll διπλά, δίπλα στο Cinema Verite των Dramarama, το Under the Blue Marlin των Naked Prey, το Stone Cold World των Droogs, το Stop Dragging me down των Mono men, το Cryptic and coffee time των Stingrays, το Save yourself των Make up και…το κελάρι είναι μεγάλο.

Living in Darkness η αλλιώς

Δίλεπτα οργισμένα και μελωδικά  κομμάτια, ωδές σε μια λανθάνουσα και παρατεταμένη εφηβεία από τρία Αμερικανάκια που το (surf) punk, και οι άσκοπες βόλτες για αλητεία είναι η μόνη διέξοδος από την suburbia.
Κιθάρα, μπάσο και ντράμς παίζουν τα απολύτως απαραίτητα, η φωνή  δεν είναι αυτή που θα σου καρφωθεί αμέσως στο μυαλό αλλά έχει αυτή την άτσαλη DIY γοητεία, και η παραγωγή υποτυπώδης, τόσο που είναι σαν να κραυγάζει ότι: καλές οι προσεγμένες και ακριβές παραγωγές, αλλά όταν έχεις δεκαριά κομμάτια που φλέγονται σαν πυροτέχνημα στην νύχτα όλα τα άλλα είναι περιττά. Αρκεί κάποιος πίσω από την κονσόλα που θα αφήσει το γκρουπ στην τρέλα του. Θα μου πεις δεν είναι και εύκολο πράμα τελικά να βρεθεί ο κατάλληλος αυτός «κάποιος». Στην περίπτωσή μας ήταν ο Robbie Fields με την βοήθεια του Jay Lansford.

Τρεις δεκαετίες μετά μάλλον όλα αυτά φαντάζουν ίσως λίγα, όμως ακούγοντας ξανά το Living in darkness, που ηχογραφήθηκε μέσα σε απόλυτο σκοτάδι όπως μας λένε οι σημειώσεις του δίσκου, τον Σεπτέμβρη του ’81 (και κυκλοφόρησε 2 μήνες μετά από την Posh boy) σκέφτομαι ότι οι τρεις Agent Orange  σίγουρα είχαν ραντεβού σε κείνο το στούντιο, για μια μόνο φορά στην ζωή τους με την καλύτερη punk μούσα.
Την ίδια που συνάντησαν οι Wipers όταν έγραφαν το Up Front και το Window shop for love (και όλη την πρώιμη δισκογραφία τους, γιατί μετά και για 3 δίσκους, τους έκανε παρέα ο ίδιος ο Θεός της μουσικής), οι Misfits του Attitude, του Bullet και του We are 138, η ακόμη οι γείτονές τους Social Distortion του Another state of mind.

Το αγχωτικό ριφ του Too young to die ανοίγει τον δίσκο για να συνεχίσει έτσι για δύο λεπτά σε μια γεμάτη πρίμα χαώδη ατμόσφαιρα, και πριν καλά, καλά πάρεις ανάσα μπαίνει με χίλια το Everything turns grey μια surf ωδή στο γκρίζο έξω και μέσα μας, με τα είκοσι όλα κι όλα δευτερόλεπτα που σολάρει η κιθάρα στο τέλος να σου παίρνουν το μυαλό.
Στο τρίτο κομμάτι οι πάνκιδες (μαζί τους και οι Last Drive τότε) ακούνε την Misirlou έτσι όπως δεν την είχαν φανταστεί η μάλλον έτσι ακριβώς όπως θα ήθελαν να την ακούσουν.
Το Last Goodbye που ακολουθεί είναι ένας ακόμη surf punk ιδρωμένος ύμνος στο στυλ του Turns grey, για να κλείσει η πλευρά με μια ατμομηχανή που έρχεται κατευθείαν πάνω σου και ακούει στο όνομα Pipeline των Chantays. Κάτι τέτοια κομμάτια σαν αυτό η το Tell me when its over των Wipers νομίζω ότι θα έπρεπε να ακούσουν προσεκτικά πολλές σύγχρονες post rock μπάντες και να το ξανασκεφτούν.
Κάνεις τον δίσκο τούμπα που έλεγε και ο Τσίτσος, παλιό αφεντικό σε ένα μπαρ που δούλευα κάποτε και πέφτεις πάνω…στα τέσσερα καλύτερα κομμάτια που έγραψαν ποτέ, κολλημένα στην σειρά το ένα μετά το άλλο χωρίς ανάσα και έλεος, αρχής γενομένης από το No such thing, νούμερο ένα κάποιου άλλου κόσμου.

Καπάκι το Cry for help in a world gone mad, με την αργή εισαγωγή πριν το μπάσο δώσει το σύνθημα να ξεσπάσει θυμωμένο και συγκινητικό, (στην ελληνική έκδοση του δίσκου η ένταση έπεφτε ανεξήγητα χαμηλά ακριβώς πάνω στο γκαζωμένο σόλο της κιθάρας!) και μετά το πιο γνωστό ίσως κομμάτι τους, το απόλυτο punk του Bloodstains, που αρκετά χρόνια μετά γνώρισε και μια ζόρικη διασκευή από τους Personality Crisis.

Το ομώνυμο Living in darkness στην ίδια πριμαριστή και χαοτική ατμόσφαιρα της εισαγωγής με το επαναλαμβανόμενο ρεφρέν “ I feel safest being alone, Living in darkness, Living in a world of my own”, έρχεται να επικυρώσει με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την αίσθηση που έχεις από την αρχή της ακρόασης, και μαζί να σαρώσει ότι απόμεινε όρθιο από την μανία του Stains κλείνοντας κανονικά τον δίσκο.
Και λέω κανονικά γιατί στην ελληνική έκδοση του, είχαν προστεθεί και τέσσερα κομμάτια του BitchinSummer EP, δηλαδή τα Miserlou (έτσι την γράφουν)  και Pipeline που μπήκαν στην πρώτη πλευρά και το μέτριο Breakdown μαζί με μια ακόμη surf διασκευή, αυτή του Mr. Moto των Bel-Airs που μας θύμισαν στο Brotherhood of the dog και οι Earthbound.

Το This is the Voice που ακολούθησε πέντε χρόνια μετά είχε γυαλισμένη παραγωγή, μέτριες συνθέσεις, και ήταν εντελώς άνευρο, χωρίς ούτε ελάχιστο από το πάθος και την ένταση του Darkness, ενώ μέχρι σήμερα με τον Palm μοναδικό σταθερό μέλος όπως είπαμε οι Agent Orange συνεχίζουν να δίνουν συναυλίες και να δισκογραφούν αραιά και που.
Σε κάποιες στιγμές από την μετέπειτα δουλειά τους θαρρείς πως κάνει φευγαλέα την εμφάνισή της εκείνη η μούσα που λέγαμε πιο πάνω, όπως στο τρομακτικό instrumental, Bite the hand that feeds από το When you least expect it EP του ’89, η σε 2-3 κομμάτια του Virtual Indestructible.
Αμέσως όμως εξαφανίζεται, για να παραδοθεί ο υπόλοιπος δίσκος στην ανία και την επανάληψη, σε σημείο να απορείς αν είναι το ίδιο συγκρότημα που έγραψε το Living in Darkness…Άβυσσος η ψυχή και των σερφοπάνκιδων…

* Το κείμενο γράφτηκε το φθινόπωρο του 2009, και είχε «ανέβει» πρώτη φορά στο tranzistor.gr…το ξανα-αναρτώ σήμερα εδώ με ελάχιστες διορθώσεις…