Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Η Εκκλησία του Έλβις (Κεφάλαιο ΙΙ)



Σε λίγο καιρό και με πολλή δουλειά, ο οίκος του Βασιλιά εν Ελλάδι, η Ανατολική Αποστολική Εκκλησία του Έλβις ήταν γεγονός!

Το δώμα, το ακίνητο του Ελάιτζα, που δικαιωματικά, είχε αυτοχρισθεί και μετονομαστεί πλέον, σε αιδεσιμότατος Ελισαίος, είχε μεταμορφωθεί σε ναό με τα όλα του για τις ανάγκες των περιστάσεων.

Βινύλια καρφωμένα, εξώφυλλα δίσκων του Βασιλιά, δύο κιθάρες χιαστί, απομιμήσεις Kay και Gibson J-200, και μερικές εικόνες απόλη την μακρά διαδρομή του, κοσμούσαν τους τοίχους. Παιδικά χρόνια, ευτυχισμένες μέρες στο στούντιο της Sun, πάνω στην σκηνή, η χαρακτηριστική φωτογραφία στον στρατό, τα ύστερα χρόνια των πολλών κιλών και των μεγάλων φαβοριτών...

Σε περίοπτη θέση φυσικά, και ο Απόστολος Παύλος της νέας θρησκείας, το πορτρέτο του συνταγματάρχη Πάρκερ, όπως επίσης και ένας ιατρικός ανατομικός σκελετός, σε φυσικό μέγεθος, κρεμασμένος απ το ταβάνι, με «βασιλικό» χτένισμα στο κεφάλι του, κι... ένα τρίφυλλο στο στόμα του, ιδέα της τελευταίας στιγμής, καίρια αισθητική παρέμβαση του αιδεσιμότατου.

Μαζί με αυτά, και για να δοθεί ένας μυστηριακός τόνος, είχαν απλωθεί άτακτα στον χώρο, διάφορες αφρικάνικες μάσκες, μπιχλιμπίδια, ξυλόγλυπτα της φυλής των Φάζυ Γουάζυ, ταμπούρλα, τόξα, ακόντια, τζεκούρια και άλλα όπλα, αρκετά σκαμνάκια της ζούγκλας, καθώς και δύο επιβλητικά είδωλα των Γουασεγκούχα, που είχε φέρει ο Ελάιτζα από τα αλλεπάλληλα ταξίδια του στη Μαύρη Ήπειρο, όταν ακόμη ζούσε η θειά του και μπορούσε να της ξεκοκαλίζει τη σύνταξη για τέτοιους ευαγείς σκοπούς, συμπλήρωναν την επιβλητική διακόσμηση.

Στην ταράτσα, ειδική παραγγελία που μας κόστισε αρκετά, αλλά ο αιδεσιμότατος επέμενε πως ήταν απαραίτητος και χαλάλι, ένας τρίμετρος Έλβις σαν μπαλόνι, όπως αυτά που βάζουν έξω από σούπερ μάρκετ ή πολυκαταστήματα, που τον φυσούσε δυνατός αέρας από τα πέλματα των ποδιών κάτω, έτσι ώστε λικνιζόμενος σαν να χόρευε, δεξιά και αριστερά, κουδουνίζοντας κάθε τόσο και την μικρή καμπανούλα που κρεμόταν απ΄ το τσουλούφι του, έδινε τον τόνο, καλώντας από απόσταση, τους ρομαντικούς και ονειροπαρμένους διαβάτες που είχαν το συνήθειο να κοιτάζουν ψηλά. Αυτό άλλωστε το κομμάτι του πληθυσμού, ήταν και ο στόχος μας.

Οι πρώτοι πιστοί μας ήταν δύο μεσήλικες, αργόσχολοι, παλαβοί με το ψάρεμα, ο Αληλούιας και ο Πιστεύω, που τους τσιμπήσαμε και τους προσηλυτίσαμε με πολύ κουβέντα και αερολογία στη νέα παραλία η οποία απείχε λίγα μέτρα απ’ τον ναό, και τ’ απογεύματα βολτάραμε συχνά εκεί γύρω, ν’ ανοίξει το μάτι μας.

«Μια σοβαρή εκκλησία για να έχει προοπτική, πρέπει πάντα να ξεκινά με ψαράδες», δήλωσε βαρυσήμαντα ο αιδεσιμότατος, και μεταξύ μας, ποιος θα μπορούσε να του φέρει αντίρρηση σ’ αυτό του το επιχείρημα; πάντως σίγουρα όχι εγώ.

Έπειτα παρακινημένη μάλλον από τον μπαλονάτο Έλβις της ταράτσας, άρχισε να συρρέει η αφρόκρεμα των ακαμάτηδων της γειτονιάς.

Ιδού λοιπόν, στο κατώφλι του ναού, ο Σοφός, ο Λας Βέγκας, ο Φιλάρας, και ο Ψείρας.

Οι δύο πρώτοι παλιοί συμμαθητές του πατήρ Ελισαίου, όλοι τους άεργοι, αποσυρμένοι από τα μάτια της κοινωνίας χασικλίδες, που ζούσαν παρασιτώντας, είτε μασουλώντας τη σύνταξη των γέρων τους, είτε από ενοίκια ακινήτων –όσες κατάρες κι αν εισέπραττε απ’ τα χείλη τους ο ένφιας κι όλο του το σόι, όλο και κάτι έμενε στη τσέπη, άσε που τελευταία είχανε μάθει και το αίρμπιενμπι-, είτε και με συνδυασμό αυτών των δύο, και είχαν άπαξ δια παντός, εξουδετερώσει το μύθο του «Βουνό με βουνό δε σμίγει», και ενδυναμώσει αποφασιστικά, την ρήση που λέει «Η ισχύς εν τη ενώσει».

Παράλληλα σχεδόν, προσυλητίστηκαν ο Δεκατλία, ο Πιστεύω, και ο Καντήλας, τρία διαφορετικά μα εξίσου βαριά ψυχιατρικά περιστατικά –αν και ο Δρ. Λουγκόζι που παρευρέθηκε, από καθαρό επιστημονικό ενδιαφέρον όπως είπε, σε μια και μοναδική συνεδρία κατόπιν δικής μου πρόσκλησης, υποστήριζε ότι όλοι, πρωτοστατούντος του αιδεσιμότατου, ήμασταν τέτοια, βαριά περιστατικά- πασίγνωστα σε ολόκληρη την συνοικία και πέρα από αυτή για τα ευτυχώς μέχρι τώρα, άκακα μα κινηματογραφικά κατά καιρούς, καμώματά τους.

Μη χάνοντας την ευκαιρία, είδε φως και μπήκε, ήρθε και ο κυρ-Εμπειρίκος, ο περιπτεράς του τετραγώνου, που μόλις είχε χωρίσει την γυναίκα του, που τον κεράτωνε όπως κατάλαβε κάπως αργά, περί τα εικοσιπέντε χρόνια με τον κουμπάρο, (πράμα που μπορεί να σημαίνει μεταξύ άλλων και: τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά;) και ήθελε να ξεχάσει και να ξεσκάσει ο κακομίτσης, ήρθε και ο Προπό, το γεροντοπαλίκαρο ο φίλος του, που την έβγαζε όλη μέρα μαζί του στο περίπτερο, ξεφυλλίζοντας τις αθλητικές εφημερίδες, με κάποιες στάσεις από την σκληρή δουλειά, για να πάει να παίξει στοίχημα στο προποτζίδικο απέναντι, όλοι αυτοί, βρήκαν μια ζεστή, θαλπωρική γωνιά στα χειροποίητα, ξύλινα στασίδια της εκκλησία μας.

Μετά έσκασαν συστημένοι από τον Σοφό που είχε διατελέσει στα νιάτα του επίτιμο μέλος της κοκοράτης φυλής, μια παρέα παλιών βαρεμένων ροκαμπιλάδων – η πολυετής πείρα μου, με έχει διδάξει ότι μονάχα οι χεβιμεταλάδες προσπερνούν τα ροκαμπίλια σ’ αυτό που λέμε «βαρεμένος» - αυτοί οι ροκαμπιλάδες λοιπόν, το είχαν γυρίσει μετέπειτα, με το που τους ήρθε δηλαδή κατακούτελα η κρίση, σε σκίνχεντς, όμως δεν άργησαν να σιχαθούν εντελώς τον ναζισμό, και έψαχναν κάτι πιο κοντά στις ρίζες τους, που να είναι όμως φρέσκο και αναζωογονητικό.

Καλύτερα στου Έλβις την εκκλησία παρά στων ναζιστών τη συμμορία, ήταν το σύνθημά τους.
Από την άποψη αυτή, η εκκλησία μας επιτέλεσε έστω και για μια φορά, ένα θεάρεστο, πραγματικά έργο.

Νυχτερίδας, Τσουλούφης, Πάπας, Πατέρας, και Τούρνας ήταν τα παρατσούκλια τους, που μόνο τέτοια αναφέρονται σε όλη αυτή την ιστορία, για ευνόητους, όπως θα δούμε παρακάτω, λόγους.

Σε κάποιες φάσεις μας επισκέφτηκαν και δύο-τρεις απλοί, ρομαντικοί λάτρεις του παλιού ροκ εν ρολ που δεν ξέρω πως μας έμαθαν μιας που δεν είχαμε κάνει, κι ούτε σκοπεύαμε, απολύτως καμιά διαφήμιση, μάλλον με αυτό που λέμε, «από στόμα σε στόμα» θα ήρθαν, όμως αποχώρησαν όλοι διακριτικά στην πρώτη κιόλας συνεδρία, μιας που η ιδιάζουσα ατμόσφαιρα της εκκλησίας μας, τους έπεφτε μάλλον βαριά.

Οι πιστοί που παρέμειναν πάντως φαινόταν ότι περνούσαν καλά...

Μαζώξεις γινόταν σχεδόν κάθε βράδυ, τις καθημερινές όλο και κάποιος πέρναγε να πει ένα γεια, να πιει μια μπίρα και να μιλήσει επί παντός επιστητού και πάντως όχι για τον Έλβις, ούτε για τίποτε θρησκευτικά... συνήθως.

Το μεγάλο πανηγύρι όμως, γινόταν κάθε Σάββατο.  

Εκείνη τη μέρα, αργά το απόγευμα, με την ηχητική συνοδεία του Tupelo που έπαιζε δυνατά στα ηχεία, και ανάμεσα σε χειροκροτήματα και ιαχές, ο αιδεσιμότατος έκανε την είσοδό του στο ναό, φρεσκοξυρισμένος με αφράτο δέρμα και πλούσια φαβορίτα, ντυμένος πάντα κατάλληλα για την περίσταση, με επίσημο, σκούρο κουστούμι και λευκό κολάρο, έπαιρνε τη θέση του πίσω από αυτοσχέδιο άμβωνα, δηλαδή πίσω από το ογκώδες έπιπλο μιας παλιάς ραπτομηχανής Σίνγκερ, κληρονομία κι αυτή της θειάς του, που στην βάση της είχαμε τοποθετήσει ένα αναποδογυρισμένο, άδειο κασόνι από μπίρες, καλωσόριζε ευγενικά τους προσύλητους και μαθητές, όπου στην αρχή υπήρχε σχεδόν πάντα απαρτία, και φανερά συγκινημένος, άνοιγε ένα μεγάλο τετράδιο ντυμένο εξωτερικά με ανθρώπινο –όπως υποστήριζε- δέρμα, και με την Στεντόρεια και βαρύτονη φωνή του, εκφωνούσε κάθε φορά κι ένα δυσοίωνο λογύδριο που είχε ετοιμάσει προσεκτικά ολόκληρη την περασμένη βδομάδα.

Ένα λογύδριο που αποτελούνταν από μια συρραφή αποσπασμάτων της Καινής και Παλιάς Διαθήκης, της Θιβετιανής Βίβλου των Νεκρών, των προφητειών του γέροντα Παϊσιου, του τελευταίου λόγου του Τζιμ Τζόουνς στη Γουιάνα, του Νεκρονομικόν του Τρελού Άραβα Αμπντούλ Αλχαζρέντ, τετράστιχων του Ρουμπαγιάτ, των χειρογράφων του Μάνσον μέσα από τη φυλακή, διανθισμένα με διάφορες κατά καιρούς δηλώσεις και ατάκες του Έλβις, αλλά και τσιτάτα του αιδεσιμότατου, όπως εκείνα που μου είχε απαγγείλει τη μέρα που με έχρισε τιμητικά μάρτυρα και συνένοχο σ’ αυτή την υπόθεση.

Όλα αυτά με την, σε χαμηλή ένταση, μουσική υπόκρουση που φρόντιζα εγώ, να περιλαμβάνει δίσκους σαν το Elvis of Letters των Μπάροουζ και Βαν Ζαντ, το The Firstborn Is Dead του Κέιβ, το ομότιτλο και μοναδικό των Yodship, το The Wild Man του Χάσιλ Άντκινς, το Last Sermon At Jonestown του συναδέλφου, Αιδεσιμότατου Τζιμ Τζόουνς, και άλλα συναφή καλούδια.

Όταν τέλειωνε η ομιλία, ακολουθούσε υποτίθεται συζήτηση, πράγμα που σπανίως συνέβαινε, όταν όμως γινόταν τα αποτελέσματα ήταν πράγματι εκπληκτικά αν αναλογιστεί κανείς την ετερόκλητη σύνθεση του κοινού, που μπορεί κάποιες φορές να έφτανε και τον αστρονομικό αριθμό των δεκαπέντε ατόμων, αλλά συνήθως και για να μην κουράζουμε και να καλοπιάνουμε τους πιστούς, συνεχίζαμε με μουσική, με την αφεντιά μου και πάλι να εκτελεί χρέη ντι τζέι –αλλά και υπεύθυνου του πάγκου με το merchandise- αλλάζοντας άρδην ρεπερτόριο, και αφήνοντας τη βελόνα να κυλίσει στα αυλάκια κάποιου δίσκου του Βασιλιά, ή σε κάτι σχετικό, που κυμαινόταν από τον Έντι Κόχραν μέχρι τους Cramps.

Το ψυγείο φροντίζαμε να είναι γεμάτο από μπίρα, συνεισφορά όλων των πιστών, οπότε με το πέρασμα της ώρας και την ροή της μπίρας, η μαλακία και η καζούρα που πήγαιναν σύννεφο, αντικαθιστούσαν επάξια και έκαναν μη αισθητή, την απουσία της σοβαρής θρησκευτικής κουβέντας...

Το ζήτημα των εισφορών και των εσόδων πάντως, δεν πήγε και τόσο καλά, πράμα φυσιολογικό αν σκεφτεί κανείς τον αριθμό και το ποιόν του εκκλησιάσματος, αλλά ούτε οι πωλήσεις του merch  ήταν ικανοποιητικές παρ’ όλο που αποτελούνταν από διαλεχτά, πολύ φινετσάτα κομμάτια.

Κάτι χαριτωμένα, ορίτζιναλ κινέζικα μπρελόκ-κουκλάκια του Βασιλιά, ευτραφή με το άσπρο, εμβληματικό στα ύστερα χρόνια του, κουστούμι, επίσης ξύλινες μπάμπουσκες Έλβις, που άνοιγαν σε δύο κομμάτια, κάθε μια έκρυβε μέσα της μια μικρότερη κι αυτό επαναλαμβανόταν εφτά φορές, μπλουζάκια με στάμπα το έμβλημα της εκκλησίας μας, δηλαδή ένα χαρακτικό γέννημα της πανθομολογουμένως, καλλιτεχνικής φύσης του αιδεσιμότατου, που απεικόνιζε ένα αφαιρετικό τσουλούφι που στην κορυφή του τέλειωνε σε σταυρό, και τέλος, ένα CD συλλογή –δεν μας έβγαιναν τα φράγκα για βινύλιο- με τις επιλογές του αιδεσιμότατου απ’ όλο το ρεπερτόριο του Βασιλιά, με τύπωμα πάνω του επίσης το έμβλημα, εξώφυλλο ιλουστρασιόν, ένθετο με σημειώσεις και σχόλια για κάθε τραγούδι του πατήρ Ελισαίου, και όλα τα σχετικά, κυριλέ δουλειά, τα περισσότερα από τα τεμάχια όμως, σκονίζονταν στα ράφια, παρ’ όλες τις υποσχέσεις μας για αδρή ανταμοιβή αν τα έσπρωχναν στην οικογένεια, στους συγγενείς, σε γνωστούς κι αγνώστους, όπου μπορούσαν τέλος πάντων, με τη γνωστή και δοκιμασμένη μέθοδο της «πυραμίδας».

Και ή ίδια η υπόθεση πάντως, είχε αρχίσει να φθίνει μετά το πρώτο τρίμηνο, όπου ακόμη και οι πιο πιστοί από το ποίμνιο, που στην αρχή κοιτούσαν εμβρόντητοι μα, θα έλεγες γητεμένοι, τον αιδεσιμότατο, άρχισαν να βαριούνται το πολύ το κυρ ελέησον, το ίδιο κι εγώ, ακόμη κι ο πατήρ Ελισαίος εκτελούσε τα Σαββατιάτικα καθήκοντα του σχεδόν μηχανικά, μουτρωμένος κι ανόρεχτος.

Το μόνο που μας κρατούσε ήταν μάλλον το ότι δεν είχαμε τίποτε καλύτερο να κάνουμε, εκτός από κάτι καθημερινές που οι περισσότεροι προτιμούσαν να βλέπουν σπίτι τους ή σε κανένα καφενείο, Τσάμπιονς Λιγκ, και ίσως θα ήταν η καταλληλότερη ώρα να φύγω και να πάω να ψάξω αυτό το «τίποτε καλύτερο» και είχα αρχίσει να το σκέφτομαι πολύ σοβαρά, όταν ένα Σαββατόβραδο, αργά μετά τα μεσάνυχτα, την ώρα που το καθιερωμένο ιβέντ, ξεθυμασμένο από την αρχή σαν ανοιγμένη για πολύ ώρα μπίρα, είχε βαρέσει διάλυση, και όλοι σχεδόν είχαν αποχωρήσει, ο αιδεσιμότατος άφησε την παρέα των ροκαμπιλάδων που του ήταν η πιο πιστή, και όπου ως τότε γελούσε με τα χοντρά, σεξουαλικού περιεχομένου αστεία τους, με πλησίασε και μου είπε στο αυτί:  
«Μετά μη φύγεις, θέλω να μιλήσουμε».


Συνεχίζεται...