Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Η Εκκλησία του Έλβις (Κεφάλαιο IV)


Το καμπανάκι του τέλους, συμβαδίζοντας με τα κελεύσματα της νέας εποχής και όχι με τον «παλιό καλό καιρό», το σήμανε ένα κινητό τηλέφωνο.
Ένα κινητό που ξεχάστηκε από την Φρίκη στο σπίτι της Κίκι, κι όπου η τελευταία με γατίσια ή και απλά γυναικεία, περιέργεια, ψάχνοντας τα αρχεία του, βρήκε το εξής φρικτό βίντεο!:  
Την κολλητή της, την Φρίκη, να παίρνει πίπα στον αιδεσιμότατο ο οποίος φορώντας την κατακόκκινη ρόμπα του, καθόταν αναπαυτικά πάνω στον άμβωνα...

Ω! Θεοί στους ουρανούς, Βασιλιάδες στη γη, και Διαόλοι κάτω από αυτή! Τι συμφορά!

Και επειδή την ίδια ακριβώς σκηνή, την είχε και η Κίκι στο κινητό της, με πρωταγωνιστές όμως τον αιδεσιμότατο –και πάλι ενδεδυμένο με την πυρίκαυστη πυγμαχική ρόμπα παρακαλώ, αν αυτό έχει κάποια σημασία- και την ίδια, το θεώρησε μεγάλη προστυχιά από μέρους της Φρίκης, το παλιοπουτανάκι, και έσπευσε να μοιραστεί το μυστικό με την έμπιστη της Κορίνα, η οποία όμως δεν είχε κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια, ούτε με κλειστό το στόμα, είχε κι αυτή με την σειρά της, στο δικό της τηλέφωνο τον αιδεσιμότατο –ας μη το κουράζουμε άλλο με τα ενδυματολογικά, την είχε λατρέψει τη ρόμπα του ο πατήρ, είναι προφανές- ν’ απολαμβάνει τις χαρές του άμβωνα, της ζωής και της επανάστασης με την βοήθεια των χειλιών της, έσκασε από το κακό της, πήδηξε ως το ταβάνι, της ήρθε ο ουρανός σφοντύλι που λέμε, και πήγε και τα ξέρασε όλα κλαίγοντας στην αδερφή της, την Μπέτυ-Σάρον, που όταν συνειδητοποίησε ότι η σωτήρια, στα όρια του θεϊκού, πίπα, που ο αιδεσιμότατος της είχε χαρίσει και βιντεοσκοπήσει επίσης, ενόσω αυτή γονάτιζε πάνω στο κασόνι του άμβωνα, ήταν για αυτόν, τον αιδεσιμότατο και αποκλειστικά δικό της, όπως τόσο λαθεμένα νόμιζε, αχ! η καψερή,  Σωτήρα, και παρά τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, λόγια της πίστης και αφοσίωσης του πούστη άντρα πανάθεμά τον, που της τα είπε ω! ποτίζοντάς την ω! τώρα το έβλεπε καθαρά, στερνή μου γνώση, με το σιχαμένο του το γάλα, και ω! τι ηλίθια που ήταν! τώρα το καταλάβαινε, τι βλαμμένη! είχε στεναχωρηθεί, είχε νιώσει ένοχη που τις ξέφυγε λίγο και λέρωσε την ρόμπα του, ήταν λοιπόν αυτά τα λόγια, αυτή η πίπα, όπως όλα όπως όλοι μας, απλά σκόνη στον άνεμο τελικά, ένα παλάτι χτισμένο στην άμμο, μια κάλπικη λύρα, μια μεγάλη χίμαιρα, ήταν... ένα προφυλακτικό πεταμένο στον υπόνομο... ήταν γαμώτο, για Αυτόν, ένα ακόμη χύσιμο του Σαββατόβραδου!

Όταν πλέον, μέσα από ποταμούς δακρύων που θα έκαναν ακόμη και τον Ιορδάνη ποταμό να μοιάζει με ρυάκι, το επεξεργάστηκε επαρκώς, όταν το συνειδητοποίησε σε όλη του την τρομαχτική έκταση, κι η καρδιά της έσπασε σε χίλια κι ένα κομμάτια, ε τότε, μεταλλάχθηκε από χαζοκόριτσο, αχ μικρή μου Μπέτυ, Μπέτυ-Σάρον, από κομπολογάκι για να περνάς την ώρα σου κύριε αιδεσιμότατε, σε αληθινή Μαινάδα! 
Το νου σου λοιπόν κύριε αιδεσιμότατε... πίσω έχει η αχλάδα την ουρά... το νου σου...

Τα είχα μάθει όλα αυτά, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, από την ίδια την Μπέτυ-Σάρον που μου είχε τηλεφωνήσει και ακουγόταν σε κατάσταση έξαλλη, γιατί «ο Σωτήρας» που πλέον είχε γίνει στα προδομένα χείλη της απλά «Ο Μαλάκας», δεν απαντούσε στις απανωτές κλήσεις της, και πως να απαντήσει σκέφτηκα, αφού εκείνη την ώρα απ’ όσο ήξερα, έκανε πράξη μαζί με τον Αληλούια τον ψαρά, τον Ψείρα και τον Σοφό από τους φίλους μας τους χασικλίδες, την ονειρεμένη παρτούζα του κοινοβίου του Yahowa με την φανέλα 13, χειροτονώντας δυο φοιτήτριες των καλών τεχνών που συγκατοικούσαν στον έκτο, και που για χάρη τους τον τελευταίο μήνα είχαν διοργανωθεί αρκετές πρωινές συνεδρίες-λειτουργίες, όπου οι ενδιαφερόμενες, είχαν εντυπωσιαστεί από όλο αυτό το καλλιτεχνικό, θρησκευτικό χάπενινγκ, που με μεγάλη επιτυχία και ακαταμάχητη γοητεία, όπως θα έχετε καταλάβει, παρουσίαζε ο αιδεσιμότατος.

Και είχαν εντυπωσιαστεί φυσικά, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, από την βαθιά ωριμότητα, τις άπειρες γνώσεις, τους κοσμοπολίτικους τρόπους, το λεπτό χιούμορ, την απαράμιλλη ευφράδεια, το εκλεπτυσμένο γούστο, και την φανταχτερή γκαρνταρόμπα του. 
Με είχε προσκαλέσει και μένα στο συμβάν, αλλά εγώ, να κατουρήσω δεν μπορώ με παρέα, που να πλησιάσω τα ανδραγαθήματα του Yahowa... οπότε...

Τα είχα μάθει λοιπόν τα νέα, και με το που έκλεισε η Μαινάδα την γραμμή, αψήφισα με αυτοθυσία και ηρωισμό τον πόνο των αυτιών μου, επακόλουθο της μανιασμένης συνομιλίας, και άρχισα να του τηλεφωνώ κι εγώ ξανά και ξανά και ξανά, δίχως καμία απάντηση φυσικά.
Θα είχε βγάλει το τηλεφωνικό καλώδιο, όπως συνήθιζε όταν ήθελε να δηλώσει ορθά κοφτά το «μην ενοχλείτε», εκείνες τις στιγμές που επικοινωνούσε με το Θείο, σκέφτηκα και σίγουρα, δεν είχα πέσει καθόλου έξω.

Όταν έφτασα στην πολυκατοικία του, ανέβηκα με το ασανσέρ στον έβδομο όπου μέχρις εκεί ακουγόταν οι λαρυγγισμοί του Fever, κι έπειτα με τις σκάλες, έφτασα στην είσοδο του δώματος, όπου χτύπησα το κουδούνι, βρόντηξα την πόρτα, χτύπησα ξανά το κουδούνι, κλότσησα την πόρτα, έριξα μπουνιά στο κουδούνι, έφτυσα στο κλειστό παντζούρι του παραθύρου, φώναξα δυνατά, απείλησα θεούς και δαίμονες, μα η μόνη απάντηση που πήρα, πέρα από τους λαρυγγισμούς του Έλβις, ήταν τα βογγητά της τελετής μύησης του αιδεσιμότατου, των ψαράδων, των χασικλίδων και των καλλιτεχνών, κάπου από το μέσα δωμάτιο.

Τραβήχτηκα στην άκρη του μπαλκονιού, που στην προκειμένη περίπτωση αποτελούνταν από ολόκληρη την ταράτσα της οικοδομής, κι άναψα τσιγάρο.

Στην τελική στ’ αρχίδια μου εμένα, δεν έτρεχε τίποτα... στο κάτω-κάτω, ένας απλός νεωκόρος, ένα παπαδοπαίδι που κουβαλάει το μανουάλια, ήμουνα... ή ακόμη καλύτερα, ένας ταπεινός καντηλανάφτης, να τι ήμουνα. Ένας γόνος φτωχής κι ανέντιμης οικογένειας... Χε!... Σιγά μη σκάσω...
Άσε τις Μαινάδες να χτυπιούνται και τους άλλους να πηδιούνται αγόρι μου, είπα στον εαυτό μου, κι ένιωσα ωραία με τη ρίμα μου.

Άκουγα το ροκ εν ρολ στο κρεβάτι μέσα απ’ τον ναό, αγνάντευα τον ήλιο που πυρωμένος σαν τους εκκλησιάζοντες μέσα, βούταγε στον Θερμαϊκό, το φεγγάρι που μόλις είχε σκάσει μύτη, λαμπερό κι έτοιμο για την βραδινή γιορτή, κάπνιζα και σιγοντάριζα τον δακρυσμένο Έλβις, στο Blue Moon που είχε τώρα ξεχυθεί από τα ηχεία. 

Το μυαλό μου κάλπαζε επιτέλους ελεύθερο, σαν τη γκαμήλα του βεδουίνου στην έρημο. Γαία πυρί μιχθήτω…

Κοιτώντας κάτω, όπως πέταξα τη γόπα, είδα την Κίκι τη Φρίκη την Κορίνα και αλίμονο! τη Μπέτυ, να πλησιάζουν βιαστικά την εξώπορτα της πολυκατοικίας, και πριν μπουν μέσα, να βγάζουν όλες από τις τσέπες των παλτών τους, φαλτσέτες και μαχαίρια, η Μπέτυ μάλιστα εμφάνισε και κάτι που έμοιαζε με υβρίδιο μπαλτά και γιαταγανιού! ακόμη αναρωτιέμαι καμιά φορά που να το είχε βρει δαύτο.

Με διαφορά δύο λεπτών κατέφθασε ξωπίσω τους, βλοσυρός κι αγριεμένος σαν τον Μπάτμαν που ζητά εκδίκηση, φανερά διψασμένος για αίμα, σαν αληθινή γιγάντια νυχτερίδα του Αμαζονίου, κι ο Νυχτερίδας.
Αυτός κρατούσε στο χέρι το μπιστόλι του γέρου του, που ήταν συνταξιούχος μπάτσος, ενώ πίσω του έτρεχε ασθμαίνοντας, λόγο φανερών περιττών κιλών, να τον προλάβει, ο Τσουλούφης, που πάντα εκτελούσε χρέη ορντινάντσας για τον καλό του φίλο, και ίνδαλμά του.

Το ξέρω... αυτή τη φορά, μάλλον θα έπρεπε να είχα μείνει.
Μα έφυγα.

Κατευθύνθηκα προς τις σκάλες, και παρ’ ότι τώρα έφταναν στ’ αυτιά μου, οι κιθάρες των Last Drive που διασκευάζοντας το Blue Moon, ξεχύνονταν μέσα απ’ τον ανίερο ναό, απειλητικές σαν Κασσάνδρες της έλευσης του επικείμενου ολέθρου, εγώ άρχισα να κατεβαίνω αργά τους ορόφους, σιγοσφυρίζοντας ανέμελος την σεληνιακή μελωδία, σαν να κατηφόριζα μια φεγγαρολουσμένη, κατάσπαρτη από την πιο πράσινη χλόη, ραχούλα.

Στον πέμπτο είδα το ασανσέρ ν’ ανεβαίνει και να με προσπερνά. Περίμενα λίγο στον δεύτερο να ξανακατέβει, και να πάρει τον δρόμο για πάνω πάλι, με τον Νυχτερίδα και τον Τσουλούφη στο κουβούκλιό του.

Στην εξώπορτα της οικοδομής κοντοστάθηκα κι άναψα τσιγάρο. Αφουγκράστηκα... Κλοτσιές σε ξύλο... μια πόρτα γκρεμίστηκε με πάταγο εκεί ψηλά... ακούστηκαν δυνατές φωνές... βρισιές, απειλές και κατάρες... σπασιμάτα γυαλιών... ακολούθησαν ουρλιαχτά και στριγκλιές. 
Έμοιαζαν σαν να έσφαζαν γουρούνια.

Θυμήθηκα τα λόγια του αγαπητού Δόκτορα Λουγκόζι, για τα βαριά περιστατικά. Πάντα εύστοχος ο δόκτορ μου στις υποθέσεις, πάντα εύστοχος... και όπως κι ο Έλβις, προφητικός.

Όταν είχα στρίψει από την γωνιά του περιπτέρου του κυρ-Εμπειρίκου, ακούστηκαν οι πυροβολισμοί.

 
ΤΕΛΟΣ


Κλικ εδώ για το Κεφάλαιο Ι
Εδώ για το Κεφάλαιο ΙΙ
Κι εδώ για το Κεφάλαιο ΙΙΙ