Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα William S. Burroughs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα William S. Burroughs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

millions of images



Η ανθρωπότητα, που κάποτε για τον Όμηρο ήταν ένα θέαμα για τους ολύμπιους θεούς έγινε θέαμα για τον ίδιο της τον εαυτό. Η αλλοτρίωσή της έχει φτάσει σε τέτοιον βαθμό, που αφήνεται να ζήσει την ίδια της την εξαφάνιση ως ύψιστη αισθητική απόλαυση.

text: Walter Benjamin – Μπένγιαμιν: Εκλογή, μετάφραση Σπύρος Δοντάς, εκδόσεις Στιγμή, σειρά Στοχασμοί, 2014.
music: William S. Burroughs & Gus Van Sant – Millions Of Images, The Elvis Of Letters 12” Vinyl, Tim/Kerr Records 1985. 



Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Οι πειρατές της ουτοπίας



«Ο Κάπταιν Μίσιον δεν φοβήθηκε τον Πανικό, την ξαφνική, αβάσταχτη γνώση ότι όλα είναι ζωντανά.
Ήταν ο ίδιος ένας απεσταλμένος του Πανικού, της γνώσης ότι ο άνθρωπος πάνω απ’ όλα φοβάται: την αλήθεια της καταγωγής του. Είναι τόσο κοντά. Απλώς σβήστε τις λέξεις και κοιτάξτε».

Από το Ghost of  chance (Μία στις χίλιες) του William S. Burroughs.   



Ένα θαλασσινό παραμύθι με πειρατές και λεμούριους για μεγάλα παιδία, ή ένας επαναστάτης ήρωας και μια επαναστατική κοινότητα που πράγματι υπήρξε;

Ένας ωραίος μύθος για να εμπνέονται κατοπινοί επαναστάτες με ή χωρίς εισαγωγικά (συνήθως με), ή η ιστορία μια επανάστασης με κεντρικό σύνθημα Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, εκεί κάπου στα τέλη του δέκατου έβδομου και τις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, ογδόντα περίπου χρόνια πριν από την Αμερικάνικη (1776), εκατό πριν από την Γαλλική (1793), και πάνω από διακόσια πριν την Ρώσικη (1917) επανάσταση;

Μια ου-τοπία με την έννοια ότι δεν υπήρξε, ότι βρισκόταν ακριβώς στο «πουθενά», ή μια ουτοπία που πήρε έστω και για λίγο, για τον χρόνο της άμμου μιας μικρής παιδικής κλεψύδρας, για ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού, σάρκα και οστά στη δική της μοιραία ακτή;

Μια χούφτα -ίσως λίγο περισσότερο γενναίοι απ’ ότι όλοι οι ναυτικοί- άντρες, ακτινοβόλοι ήρωες, που σάλπαραν σ’ ένα μπάρκο επιχειρώντας το αδύνατο, σάλπαραν για επικίνδυνες θάλασσες σε νεραϊδένιες έρημες χώρες, πρόσω ολοταχώς για μια άγνωστη γη…όχι για τις Δυτικές Ινδίες και την Αμερική, αλλά για μια γη πλασμένη με το υλικό που είναι πλασμένα τα όνειρα, για ένα μικρό αστέρι μέσα σ’ ένα άλλο αστέρι, όπου θα μπορούσαν περήφανοι να αποκαλέσουν…ΠΑΤΡΙΔΑ… σάλπαραν για μια τελευταία ίσως ευκαιρία, στο τελευταίο και μεγαλύτερο ανθρώπινο όνειρο.

Γιατί αυτό και ήταν τελικά…μια μικρή ιστορία που σώθηκε στον χρόνο, και μια μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε για τον κόσμο.

Μια ιστορία που και να μην ήταν αληθινή, κάποιος θα έπρεπε να την εφεύρει και να τη διηγηθεί. Και αυτό το έκανε ο Κάπταιν Τσαρλς Τσόνσον όταν τη συμπεριέλαβε στη Γενική Ιστορία των Πιο Διαβόητων Πειρατών που εκδόθηκε το 1724, και υποτίθεται ότι βασίζεται σε κάποια γαλλικά χειρόγραφα, τα απομνημονεύματα του Μίσιον, που διασώθηκαν από ένα μέλος του πληρώματος και αλλάζοντας πολλά χέρια κατέληξαν στον Τσόνσον για να αποτελέσουν μεταφρασμένα κομμάτι του βιβλίου του.   

Αυτά τα χειρόγραφα λοιπόν μιλούν για τον μικρότερο γιο μιας οικογένειας από την Προβηγκία, που έφυγε από το σπίτι στα δεκαπέντε του για να σπουδάσει στη στρατιωτική ακαδημία κι έπειτα να γίνεται εθελοντής και υπηρετεί στο γαλλικό πολεμικό πλοίο Βικτουάρ που επιτηρεί στη Μεσόγειο. 

Ενώ βρίσκεται με άδεια στην Ρώμη και κατά τη διάρκεια μιας εξομολόγησης, ο Κάπταιν Μίσιον (ή Μισσόν, έτσι κι αλλιώς πρόκειται για το «ναυτικό» και «πολεμικό» του όνομα, το πραγματικό του παραμένει άγνωστο) γνωρίζεται με τον Καρατσιόλι, έναν «ακόλαστο» Δομινικανό ιερέα, που έχει χάσει πια την πίστη του και ψάχνει μια άλλη διέξοδο.

Μοιραζόμενοι κοινές ανησυχίες και όνειρα, συνδέονται αμέσως με βαθιά φιλία και αφού πρώτα ο Καρατσιόλι πετάξει το ράσο του, θα γίνει και αυτός μέλος πληρώματος, όπου με τον καιρό θα προσηλυτίσει ολοκληρωτικά τον Μίσιον στην αθεΐα και τις ελευθεριακές-αναρχικές ιδέες. 

Αν και το μετέπειτα σύνθημα των εξεγερμένων «Για τον Θεό και την Ελευθερία» μάλλον σαν θεϊσμός ακούγεται παρά σαν αθεΐα, αλλά στο περιβάλλον των αρχών του 18ου αιώνα αυτοί οι όροι μπορούσαν εύκολα να εναλλαγούν όπως σωστά σημειώνει ο Peter Lamborn Wilson.

Σε μια μάχη με κάποιο αγγλικό πλοίο ο πλοίαρχος και οι αξιωματικοί του Βικτουάρ σκοτώνονται και τότε το πλήρωμα παίρνει την τύχη του καραβιού στα χέρια του, και με την προτροπή του Καρατσίολι προτείνει τον Μίσιον για την θέση του πλοιάρχου, πρόταση που γίνεται αποδεκτή παμψηφεί, ενώ η νεκροκεφαλή του Χαμογελαστού Ρότζερ (Jolly Roger) απορρίπτεται ως σύμβολο, μιας που αυτοί «δεν ήταν πειρατές, αλλά άνθρωποι αποφασισμένοι να κάνουν πράξη την ελευθερία που τους έδωσε ο θεός και η φύση» κατά τα λόγια του Καρατσιόλι, για να υψωθεί τελικά ένα λευκό λάβαρο με την λέξη «Ελευθερία» (ή κατά άλλους «Για τον Θεό και την Ελευθερία» όπως ανέφερα και πιο πάνω).

Τα υπάρχοντα του πλοίου -όπως και η λεία κάθε πειρατείας από εδώ και πέρα- μοιράζονται σε όλους σε ίσα μέρη, στρίβουν το τιμόνι και ξεκινούν για το νέο τους μεγάλο ταξίδι, στη ρότα του οποίου όπως τους προειδοποίησε ο Μίσιον, θα έβρισκαν ελάχιστους φίλους.

Αν και η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι ναυτικοί των πλοίων που θα κούρσευαν στο μέλλον θα ερχόταν στο πλευρό τους. Όπως και οι έγχρωμοι δούλοι που πολλές φορές αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου τους. Όπως και ο εγγλέζος πειρατής Κάπταιν Τιού –το μόνο αδιαμφισβήτητα, ιστορικό πρόσωπο της ιστορίας- μαζί με τους άνδρες του, που συνάντησαν κάπου στη διαδρομή και συνέχισαν μαζί.

Όλοι αυτοί θα πιάσουν λιμάνι στο βορειότερο άκρο της Μαδαγασκάρης, κοντά στο Ντιέγκο Σουάρεζ ή Αντσιράνα (κοντά σε μέρη που από χρόνια διάφορα πειρατικά πλοία έβρισκαν καταφύγιο και μαζί ορμητήριο), εκεί όπου μια καινούργια πατρίδα, μια ουτοπία γεννιέται και το όνομα αυτής: Λιμπερτάτια (Libertatia). 

Οι πειρατές απαρνούνται τις προηγούμενες -Αγγλικές, Γαλλικές, Ολλανδικές, κ.ο.κ.-εθνικότητες, και παίρνουν το όνομα Λίμπεροι (Ελεύθεροι).
Το πρόταγμα αφορά όλους, είναι απλό και δυνατό: «Προσφέρουμε καταφύγιο σ’ όλους εκείνους που υποφέρουν στον κόσμο από την τυραννία των κυβερνήσεων, έλα σε μας και ζήσε σύμφωνα με τα Άρθρα,» ή πιο απλά: γίνε Έναρθρος. 

Τα Άρθρα τυπώνονται, μοιράζονται, και ορίζουν ανάμεσα στ’ άλλα: ψηφοφορία για όλες τις αποφάσεις που αφορούν την κοινότητα, κατάργηση της δουλείας για οποιονδήποτε λόγο ακόμη και για χρέος (…), κατάργηση της θανατικής ποινής, την ελευθερία να ακολουθούν οποιαδήποτε θρησκευτική πίστη ή λατρεία, χωρίς διάκριση έθνους ή χρώματος.

Οι Έναρθροι ζευγαρώνουν με ιθαγενείς γυναίκες, παιδιά γεννιούνται, μαζί γεννιέται και μια νέα γλώσσα, ένα μίγμα γαλλικών, αγγλικών, ολλανδικών, πορτογαλικών, τοπικών διαλέκτων, και όποιας άλλη γλώσσας μιλιέται στην κοινότητα.   

Η ατομική ιδιοκτησία καταργείται, ο πλούτος φυλάσσεται σε ένα κοινό θησαυροφυλάκιο, τα αγροτεμάχια δεν έχουν σύνορο, χτίζονται αποβάθρες και οχυρά, κατασκευάζονται δύο νέα πλοία, η Παιδική Ηλικία και η Ελευθερία.
Οι διαφωνίες υπάρχουν αλλά λύνονται. Κάποιοι αποχωρούν για να ιδρύσουν μια ακόμη πιο «άναρχη» κοινότητα. 

Ο χρόνος κυλά, καινούργιες πειρατείες επιτυγχάνονται, μάχες με τα πλοία του «νόμου» δίνονται και κερδίζονται, ο παλιός κόσμος όμως, και οι συνήθειές του αντιστέκονται. 

Η διολίσθηση σε μεθόδους όπως η θανατική ποινή, το χρήμα, την ιδιωτική περιουσία, τη μισθωτή εργασία και εν τέλει την ολοκληρωτική (;) παρακμή σταματάει απότομα την βραδιά που μια φυλή ιθαγενών - ανάμεσά της ποιος ξέρει, ίσως να υπήρχαν και τέως δούλοι που είχαν ελευθερωθεί από τον Μίσιον και τους συντρόφους του- επιτίθεται στην Λιμπερτάτια, και καθώς λόγο της απουσίας στη θάλασσα πολλών εκ των πολεμιστών της τελευταίας οι επιτιθέμενοι διαθέτουν ισχυρή υπεροπλία, κατασφάζουν άνδρες, γυναίκες και παιδιά, και την ισοπεδώνουν.

Όσοι από τους Λιμπερτατιανούς καταφέρνουν υποχωρώντας μαχόμενοι -σαράντα έξι μαζί με τον Μίσιον- να επιζήσουν, φορτώνουν όσα από τα λάφυρα μπορούν και προλαβαίνουν να πάρουν μαζί τους, επιβιβάζονται στα πλοία και ανοίγονται στη θάλασσα.

Έπειτα από αρκετές βδομάδες θα συναντήσουν τον Τιού ο οποίος τις μέρες της καταστροφής βρισκόταν εν πλω με προορισμό την έταιρη φίλη πειρατική κοινότητα, κοντά στο λιμάνι της οποίας αφού πρώτα βούλιαξε σε μια θάλασσα από ρούμι μαζί με τους άνδρες του, έχασε και το πλοίο του, το ιστορικό Βικτουάρ, αύτανδρο στα κύματα μιας καταιγίδας. Αυτός θα προτείνει στον Μίσιον να πάνε στην Αμερική όπου ήταν άγνωστος και να ζήσουν ειρηνικά και ανώνυμα.

Ο Κάπταιν Μίσιον όμως («ο ηπιότερος άνθρωπος/ απ’ όσους βύθισαν ποτέ πλοίο ή έκοψαν λαρύγγι», κατά τον Λόρδο Μπάιρον) απογοητευμένος από τον άδοξο τέλος του μεγάλου ονείρου, αποφασίζει να γυρίσει στη γενέτειρα του, να επισκεφτεί την οικογένεια του και να αποσυρθεί απ’ τον κόσμο. 

Σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής, θα πέσουν μέσα σε άγριο τυφώνα, και το πλοίο το Μίσιον θα χαθεί αύτανδρο και αυτό στα κύματα, με τον Τιού και τους υπόλοιπους επιζήσαντες να παρακολουθούν το ναυάγιο από μακριά, από το δικό τους πλοίο, ανήμποροι να βοηθήσουν.

Ο Τιού θα φτάσει τελικά στο Ροντ Άιλαντ και θα ζήσει εκεί ήρεμα μακριά από τη θάλασσα πολλά χρόνια. Θα σκοτωθεί στη Ερυθρά θάλασσα, από μια οβίδα εκτοξευμένη από πλοίο του Μεγάλου Μογγόλου, όπου με το πειρατικό του ο Τιού έκανε επίθεση, αφού δεν άντεξε και συναίνεσε τελικά στις παραινέσεις κάποιων εκ των παλιών του ναυτών, για ένα ακόμη τελευταίο ταξίδι.

Ο γέρο-Μπίλ Μπάροουζ και πάλι, από κάπου μακριά, εκεί στων πόλεων τις κόκκινης νύχτας την άκρη, περπατώντας σε λιθόστρωτους δρόμους εκφωνεί το κατευόδιο: 

«Το δικαίωμα σου να ζεις όπου θέλεις εσύ, με συντρόφους που τους διάλεξες ο ίδιος, και με νόμους με τους οποίους συμφωνείς, πέθανε το δέκατο όγδοο αιώνα  μαζί με τον Κάπταιν Μίσιον. Μόνο ένα θαύμα ή μια καταστροφή θα μπορούσε να το αναστήσει.»

Πηγές: 
- Οι πειρατές της ουτοπίας του Larry Law, μετάφραση Νίκος Σ. Αλεξίου, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
- Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας του William S. Burroughs, μετάφραση Νίκος Ρέγκας-Δημήτρης Κουμανιώτης, εκδόσεις Απόπειρα.
- Μια στις χίλιες του William S. Burroughs, μετάφραση Ορέστης Δαβιάς, εκδόσειςΟξύ. 
- Πειρατικές ουτοπίες του Peter Lamborn Wilson, μετάφραση Ιουλία Ραλλίδη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια. 
- A General History of the Robberies & Murders of the Most Notorious Pirates (1726) του Captain Charles Johnson, Lyons Press. 

text: saunterer – Οι πειρατές της ουτοπίας για τη στήλη “Παραμυθία” του πέμπτου, καλύτερου και τελευταίου τεύχους, του περιοδικού Straw Dogs που βγήκε τον Φεβρουάριο του 2015.
music: Couleur Locale – Azer, Live @ 6th Houdetsi Festival 2015.



Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Sebastian Melmoth - In Ruins

Belaten
2014

Μπορεί να έχουν ήδη ένα νέο EP (το Felix Culpa) στη κυκλοφορία, αλλά η πρόταση ακρόασης αφορά τη περσινή κασέτα με τίτλο In Ruins, αυτής της Λονδρέζικης μπάντας που η σύνθεσή της εκτός από το βασικό τρίο αλλάζει σχήμα από δίσκο σε δίσκο σαν πετρελαιοκηλίδα, που έχει πάρει το όνομά της από το ψευδώνυμο του Oscar Wilde, που ξεκινάει το άλμπουμ μελοποιώντας μια συνομιλία του William S. Burroughs από τη Nova Convention (1978), το αφιερώνει στον Sickcat Sisyphus, και μόνο η γενική ετικέτα experimental ίσως μπορεί να καλύψει το ηλεκτρονικό-art-kraut-space-trip-hop-post-punk-rock (!?) που βγαίνει από τα ηχεία, και που νιώθει την ανάγκη στο τέλος να μας εξομολογηθεί ότι: 
Sebastian Melmoth are not a one-trick pony, but a revolving group of freedom fighters. On this recording: Andreas Baader, Ulrike Meinhof and Jan-Carl Raspe… Sebastian Melmoth wish to thank no one i particular. 
Συμπέρασμα: Πολύ ωραίος δίσκος…

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr 


Σάββατο 23 Μαΐου 2015

natural enemy


«Αποδοκιμάζω την κτηνωδία», έλεγε: «Δεν φέρνει αποτέλεσμα. Αντιθέτως η παρατεταμένη κακομεταχείριση, χωρίς τη χρήση βίας, συντελεί, εφόσον αυτή ασκείται επιδέξια, στη δημιουργία άγχους και ενός ιδιότυπου αισθήματος ενοχής. Βεβαίως θα πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου ορισμένους κανόνες, κάποιες κατευθυντήριες αρχές. Το άτομο δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να αντιληφθεί ότι η κακομεταχείρισις του είναι μια εσκεμμένη επίθεση ενός εχθρού του ανθρώπινου είδους με στόχο τη δική του προσωπικότητα.
Θα πρέπει αντιθέτως να τον κάνουμε να αισθανθεί ότι οποιαδήποτε μεταχείρισις ή αγωγή του επιβάλλεται είναι προς όφελός του μια και κάτι (αυτό ουδέποτε το διευκρινίζουμε) τρομερά σοβαρό του συμβαίνει.
Η ασυγκάλυπτη ανάγκη των ελεγχομανών θα πρέπει προσεκτικά να καλυφθεί κάτω από μια αυθαίρετη και δαιδαλώδη γραφειοκρατία ώστε να μην έλθει ποτέ το υποκείμενο σε άμεση επαφή με τον εχθρό του». 

text: Williams S. Burroughs, Naked Lunch, στα ελληνικά: Γυμνό γεύμα, μετάφραση Νίκος Γούτας, εκδόσεις Απόπειρα. 
music: Tiger by the Tail – Natural Enemy, Tiger By The Tail LP, Bang! records 2006.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Dub Spencer & Trance Hill - William S. Burroughs In Dub

Echo Beach
2014

Όταν πρωτόπιασα στα χέρια μου τον δίσκο -έφτασε εκεί σαν δώρο, και δίχως πριν να γνωρίζω την ύπαρξή του- και παρά τη Burroughsmania που με διακατέχει, στάθηκα για λίγο επιφυλακτικός τόσο για την ποιότητα, όσο και για τη χρησιμότητα του.

Όμως άρκεσαν τα λειψά οκτώ λεπτά του εισαγωγικού Burroughs Called The Law για να πειστώ ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη αρπαχτή που προσπαθεί κι αυτή να εκμεταλλευτεί το όνομα του "παππού όλων μας". 

Η επικοινωνία αμέσως μετά τη πρώτη ακρόαση με τον ειδικό Μπαροουζολόγο της πόλης, κύριο Ελάιτζα, που τυχαίνει να είναι και φίλος μου, ήρθε απλά να επικυρώσει με το παραπάνω αυτή την εντύπωση. 

Οι Dub Spencer & Trance Hill είναι φανερό ότι έκαναν αυτή την ηχογράφηση από καθαρή αγάπη και εκτίμηση στο έργο του Burroughs, και ότι δούλεψαν με αφοσίωση τη μουσική πάνω στις παλιές ηχογραφήσεις της φωνής, σαν να ήταν και ο ίδιος μέσα στο στούντιο να απάγγελνε και να τους καθοδηγούσε εκείνη τη στιγμή. 

Κόβοντας και ράβοντας μέσα από κλασσικές κυκλοφορίες του Burroughs όπως το Nothing Here But The Recordings, το Break Through In Grey Room και το Call Me Burroughs, αλλά και κάποιες από τις ηχογραφήσεις του John Giorno, οι ίδιοι αντιλαμβανόμενοι φυσικά τη δύναμή των λέξεων που είχαν στα χέρια τους, αρκέστηκαν στο να δημιουργήσουν τη κατάλληλη ρυθμική-υπνωτική υπόκρουση όπως εύγλωττα διαλαλεί και ο τίτλος, αφήνοντας σε πρώτο πλάνο τη ραδιενεργή (με την έννοια ότι το υλικό της είναι και θα παραμείνει ανιχνεύσιμο και ενεργό για πολλά χρόνια αφότου ο γράφων και οι αναγνώστες θα έχουμε γίνει όλοι σκόνη) φωνή του γέρο-Bill, που ακόμη και όσο ο ίδιος ήταν ζωντανός έμοιαζε να έρχεται από άλλους κόσμους, να μας στέλνει μηνύματά από τις Δυτικές Χώρες και τις Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας. 

Εγώ έτσι κι αλλιώς βάζω τις αυθεντικές "spoken word" ηχογραφήσεις συχνά πυκνά και τις ακούω... με ηρεμεί (όπως και τη γάτα μου που κάθεται δίπλα στο ηχείο και ακούει προσεκτικά) η φωνή του, αν θέλετε η "ερμηνεία του", που κατά ομολογία του ίδιου σε συνεντεύξεις του, πρόβαρε και πειραματιζόταν στον τρόπο εκφοράς για ώρες ολόκληρες, μ' αρέσει να ψάχνω έπειτα στα βιβλία του για να βρω πως μεταφράστηκαν αυτά που ακούω, και ναι όλα αυτά κάνουν και το βραδυπόρο μυαλό μου καμιά φορά να σκέφτεται. 

Και τώρα που το κάνω αυτό -δηλαδή να σκέφτομαι- καταλήγω σε ένα ακόμη συμπέρασμα, στο ότι δε νομίζω να έχω ακούσει πιο χαρακτηριστική φωνή από αυτή του παππού. Υπάρχει περίπτωση κάποιος που την έχει ακούσει έστω και μια φορά να τη μπερδέψει ή να μη την αναγνωρίσει?

Για να επανέρθω όμως στον δίσκο και να κλείσω, να σας πω ότι εκτός από τα αποσπάσματα που ανέφερα λίγο πιο πάνω, ακούγονται και κομμάτια μέσα από τα Nova Express, Naked Lunch, και The Cat Inside, ενώ το παίξιμο των μουσικών ξεκινάει μεν απ' το Dub αλλά μπορεί και φτάνει...παντού. Γιατί πώς να χαρακτηρίσεις κομμάτια σαν το Last Words of Hassan I Sabbah εκεί προς το τέλος? Dubopsychedelia?! 

Το σίγουρο είναι πάντως ότι φωνή και νότες κολλάνε (σ)το μυαλό ακριβώς σαν ιός απ' το διάστημα... Oiga Amigos!

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

no place to go



There's no place to go except up. And out.

text: From William S. Burroughs interview by Jurgen Ploog. Conducted in Berlin May 9, 1986. Unpublished. 
music: The Oscillation – No Place To Go, From Tomorrow CD, All Time Low 2013.
 

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

cozy and nostalgic


Και με τι θα μοιάζει το μέλλον αν τέτοιες ομάδες υπάρχουν στην πραγματικότητα και αν συνεργαστούν και αναλάβουν τα ηνία;
Ένα παγκόσμιο κράτος των εκλεκτών πολύ κοντά σ’ αυτό που πήγαν να χαράξουν οι ναζί.
Στην κορυφή θα είναι μια θεοκρατία εκπαιδευμένη σε ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΨΥΧΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΣΥΣΚΕΥΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΘΙΣΤΟΥΝ ΑΔΥΝΑΤΗ ΚΑΘΕ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΟΣΟ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΟΣΟ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ.
Η είσοδος σ’ αυτή την προνομιούχα τάξη θα επιτρέπεται μόνο σε αυτούς των οποίων η αφοσίωση στο παγκόσμιο κράτος υπήρξε απόλυτη και αδιαμφισβήτητη.
Με λίγα λόγια δεν μπαίνεις εκεί μέσα με την αξία ή τις ικανότητές σου, αλλά με το να είσαι ΑΠ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΛΕΥΡΕΣ 100% ΣΚΑΤΟ.
Κάτω από τον έλεγχο αυτών των εθισμένων στην εξουσία θα βρίσκεται μια ανώνυμη συλλογική υπηρεσία διαχειριστών, μάνατζερ και γραφειοκρατών. Και κάτω από αυτούς οι εργάτες σκλάβοι. Δεν θα υπάρχει χώρος για διαφωνία ή ανεξάρτητη έρευνα. Ο ενοχλητικός καλλιτέχνης θα πρέπει να εξαλειφθεί ή να απορροφηθεί.
Η ελίτ ζει καλύτερα από ποτέ στην κορυφή ενός κράτους ελέγχου που κάνει το 1984 να μοιάζει ευχάριστο και νοσταλγικό. 

text: Ο επίλογος από ένα κείμενο με τίτλο Black Magic Mind War του William S. Burroughs που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Crawdaddy τον Ιούλιο του 1976. Απόδοση…saunterer.
music: Voyvoda – Die Gangster Kinder, Bunt EP CD, Self Release 2008.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

we?




...include me out of your “we”.



image: http://thekittencovers.tumblr.com 
text: William S. Burroughs – Last Words: The Final Journals of William S. Burroughs, Grove Press 2001.
music: French Teen Idol – (Un) Told Prejudices, same title CD, 2005.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

William S. Burroughs vs George Orwell (με την ελπίδα να έχει δίκιο ο πρώτος)



«Ο υπερπληθυσμός έχει οδηγήσει σε έναν διαρκώς αυξανόμενο κυβερνητικό έλεγχο πάνω στον απλό πολίτη, όχι πάνω στα πρότυπα της καταπίεσης και της τρομοκρατίας όπως στα αστυνομικά κράτη του παλιού καιρού, αλλά πάνω στις εργασιακές σχέσεις, τις πιστώσεις, την οικιστική πολιτική, τα επιδόματα σύνταξης και την ιατρική περίθαλψη. Υπηρεσίες που μπορούν να καταργηθούν και να ελέγχονται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Αν δεν έχεις καταχωριστεί, αν δεν έχεις νούμερο, δεν δικαιούσαι τίποτε. Εν τούτοις, η κατάσταση αυτή δεν γέννησε τις καλουπωμένες ανθρώπινες μονάδες με τον πλυμένο εγκέφαλο, που θεωρήθηκαν αυταπόδεικτο γεγονός από προφήτες της γραμμικής εξέλιξης, όπως ο Τζώρτζ Όργουελ. 
Αντίθετα, ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού αναγκάστηκε να βγει στο περιθώριο. Πόσο μεγάλο κανείς δεν ξέρει. Δεν υπάρχει νούμερο-δεν έχουν νούμερο».

text: Από το Blade Runner του William S. Burroughs, μετάφραση Γιώργος Γούτας, μέσα από το βιβλίο Σελίδες από το Χάος, εκδόσεις Απόπειρα 2000.
music: Vinny Fazzari - Welcome To The Machine, από το Welcome To The Machine: The Electronic Tribute To Pink Floyd CD, Vitamin records 2002. 

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

bad luck (you can't win, but...)

Υπάρχουν μόνο τρεις βαθμίδες κακοτυχίας- η κακή, η χειρότερη και η χειρότερη όλων.  Όταν φτάσεις στην τελευταία έχεις την ικανοποίηση της γνώσης ότι αν η τύχη σου αλλάξει μπορεί ν’ αλλάξει μόνο προς το καλύτερο.

text: Από το βιβλίο του Jack Black: You Can’t Win (πρώτη έκδοση 1926), εκδόσεις Nabat Books 2001 (με εισαγωγή του William S. Burroughs), μετάφραση…saunterer.
music: Danzing – Thirteen, από το 6:66 Satan’s Child (μπρρρρρρρ) LP, E-Magine Records, 1999.


Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

warning

Δημοσιογράφος: 

Η Μαίρη  Μακ Κάρθυ σας έχει χαρακτηρίσει σαν ένα πικραμένο ουτοπιστή. Αληθεύει αυτό?


Μπάροουζ:


Όσα λέω κι όσα γράφω θέλω να ερμηνεύονται κατά λέξη, θέλω να ευαισθητοποιήσω τους ανθρώπους, να τους κάνω να νιώσουν την πραγματική εγκληματικότητα των καιρών μας, να ξυπνήσω τα κορόιδα. Ολόκληρο το έργο μου στρέφεται εναντίον όλων αυτών των βλαμμένων, που είτε λόγω ηλιθιότητας ή από κατασκευής τους ετοιμάζονται να τινάξουν τον πλανήτη στον αέρα ή να καταφέρουν να τον κάνουν ακατοίκητο. Ενδιαφέρομαι, όπως οι διαφημιστές, για την ακριβή χειραγώγηση της λέξης και της εικόνας ώστε να δημιουργήσω μια δράση, όχι να τους κάνω να τρέξουν να πιούν μια Κόκα-Κόλα, αλλά να αλλάξω την συνείδηση του αναγνώστη. Ξέρετε, μ’ έχουν ρωτήσει αν θα εξακολουθούσα να έγραφα αν βρισκόμουνα σ’ ένα έρημο νησί και ήξερα πως κανείς δεν επρόκειτο να διαβάσει ποτέ τα όσα έγραφα. Η απάντησή μου είναι ναι, οπωσδήποτε. Θα έγραφα για συντροφιά. Γιατί φτιάχνω πάντα ένα φανταστικό κόσμο στον οποίο θα ήθελα να ζούσα.

text: Από την συνέντευξη του Burroughs στον δημοσιογράφο Conrad Knickerbocker το 1964, όταν μετά από είκοσι χρόνια περιπλανήσεων είχε γυρίσει από την
Ταγγέρη στη γενέτειρα του Σαιν Λούις. Ολόκληρη η συνέντευξη υπάρχει μεταφρασμένη στα ελληνικά, στο παράρτημα του Nova Express, μετάφραση Γιώργος Γούτας, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1986.
music: Mountain Static – Warning Song, από το Research CD, Inertia records 2011.


Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

The Elvis Of Letters



Ήταν την περασμένη Κυριακή που σηκώθηκα πρωί-πρωί και κίνησα για το σπίτι του Ηλία να του μαστορέψω κάτι στο PC. Φίλος με το φ κεφαλαίο όχι μόνο γιατί ακολουθεί την τελεία. Αφού ξεπέταξα λοιπόν εν ριπή οφθαλμού το πρόβλημα του πισίου (χάριν το τονίζω, στο απύθμενο των γνώσεων μου) πιάσαμε τις συνηθισμένες κουβέντες που ξεκινάνε από τον γέροBill και φτάνουνε…όπου τις πάει το εκάστοτε ποτό, δηλαδή η μπύρα στην συγκεκριμένη περίπτωση. Μπύρα την μπύρα και ο παπάς να μην έχει σχολάσει ακόμη την λειτουργία, έπιασε να ανοίγει κάτι μεταλλικά κουτιά με βινύλια, όπου έχει φυλαγμένους σε αεροστεγή αντιπυρηνική συσκευασία, 28 δίσκους του παππού…ανάθεμά με να ο ίδιος ο Burroughs ήξερε ότι έχει βγάλει τόσα…δεν ξέρω τι να σας πω, δεν το ‘ψαξα περισσότερο το θέμα, γιατί από εκείνη την μέρα που έφυγα μεσημέρι τρεκλίζοντας για το σπίτι να πάω να ξυπνήσω τον Μπαντίνι που μου ‘χε κάνει από βραδύς αιφνιδιαστική επιδρομή, το μυαλό μου απασχολεί ένα σαρανταπεντάρι στην Tim/Kerr records που υπήρχε σε κείνο το κουτί, με το μαύρο εξώφυλλο που βλέπετε πιο πάνω, και όπως διαβάζω στην ουσία αποτελεί την Β πλευρά του δωδεκάιντσου The Elvis of Letters που είχε βγει στην ίδια εταιρία το 1985. Το σινγκλάκι είναι έκδοση του 1990, αλλά όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία, σημασία έχουν τα credits στην πίσω πλευρά όπου οι William S. Burroughs και Gus Van Zandt που υπογράφουν σαν δημιουργοί τα δύο κομμάτια ευχαριστούν πρώτο και καλύτερο τον…Greg Sage!


Ο Ηλίας επιμένει πως η κιθάρα στο Million of Images αλλά και στο τέλος του The Hipster Be Bop Junkie είναι αυτή των Beauregard και των Wipers, εγώ πάλι διατηρώ αμφιβολίες...κι αυτό το “word guitar” από τον Doug Cooeyate τι είναι?οι υπόλοιποι πιστοί της αδελφότητας του Αϊ Γρηγόρη τι γνώμη να ‘χουν άραγε?