Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Οι πειρατές της ουτοπίας



«Ο Κάπταιν Μίσιον δεν φοβήθηκε τον Πανικό, την ξαφνική, αβάσταχτη γνώση ότι όλα είναι ζωντανά.
Ήταν ο ίδιος ένας απεσταλμένος του Πανικού, της γνώσης ότι ο άνθρωπος πάνω απ’ όλα φοβάται: την αλήθεια της καταγωγής του. Είναι τόσο κοντά. Απλώς σβήστε τις λέξεις και κοιτάξτε».

Από το Ghost of  chance (Μία στις χίλιες) του William S. Burroughs.   



Ένα θαλασσινό παραμύθι με πειρατές και λεμούριους για μεγάλα παιδία, ή ένας επαναστάτης ήρωας και μια επαναστατική κοινότητα που πράγματι υπήρξε;

Ένας ωραίος μύθος για να εμπνέονται κατοπινοί επαναστάτες με ή χωρίς εισαγωγικά (συνήθως με), ή η ιστορία μια επανάστασης με κεντρικό σύνθημα Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, εκεί κάπου στα τέλη του δέκατου έβδομου και τις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, ογδόντα περίπου χρόνια πριν από την Αμερικάνικη (1776), εκατό πριν από την Γαλλική (1793), και πάνω από διακόσια πριν την Ρώσικη (1917) επανάσταση;

Μια ου-τοπία με την έννοια ότι δεν υπήρξε, ότι βρισκόταν ακριβώς στο «πουθενά», ή μια ουτοπία που πήρε έστω και για λίγο, για τον χρόνο της άμμου μιας μικρής παιδικής κλεψύδρας, για ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού, σάρκα και οστά στη δική της μοιραία ακτή;

Μια χούφτα -ίσως λίγο περισσότερο γενναίοι απ’ ότι όλοι οι ναυτικοί- άντρες, ακτινοβόλοι ήρωες, που σάλπαραν σ’ ένα μπάρκο επιχειρώντας το αδύνατο, σάλπαραν για επικίνδυνες θάλασσες σε νεραϊδένιες έρημες χώρες, πρόσω ολοταχώς για μια άγνωστη γη…όχι για τις Δυτικές Ινδίες και την Αμερική, αλλά για μια γη πλασμένη με το υλικό που είναι πλασμένα τα όνειρα, για ένα μικρό αστέρι μέσα σ’ ένα άλλο αστέρι, όπου θα μπορούσαν περήφανοι να αποκαλέσουν…ΠΑΤΡΙΔΑ… σάλπαραν για μια τελευταία ίσως ευκαιρία, στο τελευταίο και μεγαλύτερο ανθρώπινο όνειρο.

Γιατί αυτό και ήταν τελικά…μια μικρή ιστορία που σώθηκε στον χρόνο, και μια μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε για τον κόσμο.

Μια ιστορία που και να μην ήταν αληθινή, κάποιος θα έπρεπε να την εφεύρει και να τη διηγηθεί. Και αυτό το έκανε ο Κάπταιν Τσαρλς Τσόνσον όταν τη συμπεριέλαβε στη Γενική Ιστορία των Πιο Διαβόητων Πειρατών που εκδόθηκε το 1724, και υποτίθεται ότι βασίζεται σε κάποια γαλλικά χειρόγραφα, τα απομνημονεύματα του Μίσιον, που διασώθηκαν από ένα μέλος του πληρώματος και αλλάζοντας πολλά χέρια κατέληξαν στον Τσόνσον για να αποτελέσουν μεταφρασμένα κομμάτι του βιβλίου του.   

Αυτά τα χειρόγραφα λοιπόν μιλούν για τον μικρότερο γιο μιας οικογένειας από την Προβηγκία, που έφυγε από το σπίτι στα δεκαπέντε του για να σπουδάσει στη στρατιωτική ακαδημία κι έπειτα να γίνεται εθελοντής και υπηρετεί στο γαλλικό πολεμικό πλοίο Βικτουάρ που επιτηρεί στη Μεσόγειο. 

Ενώ βρίσκεται με άδεια στην Ρώμη και κατά τη διάρκεια μιας εξομολόγησης, ο Κάπταιν Μίσιον (ή Μισσόν, έτσι κι αλλιώς πρόκειται για το «ναυτικό» και «πολεμικό» του όνομα, το πραγματικό του παραμένει άγνωστο) γνωρίζεται με τον Καρατσιόλι, έναν «ακόλαστο» Δομινικανό ιερέα, που έχει χάσει πια την πίστη του και ψάχνει μια άλλη διέξοδο.

Μοιραζόμενοι κοινές ανησυχίες και όνειρα, συνδέονται αμέσως με βαθιά φιλία και αφού πρώτα ο Καρατσιόλι πετάξει το ράσο του, θα γίνει και αυτός μέλος πληρώματος, όπου με τον καιρό θα προσηλυτίσει ολοκληρωτικά τον Μίσιον στην αθεΐα και τις ελευθεριακές-αναρχικές ιδέες. 

Αν και το μετέπειτα σύνθημα των εξεγερμένων «Για τον Θεό και την Ελευθερία» μάλλον σαν θεϊσμός ακούγεται παρά σαν αθεΐα, αλλά στο περιβάλλον των αρχών του 18ου αιώνα αυτοί οι όροι μπορούσαν εύκολα να εναλλαγούν όπως σωστά σημειώνει ο Peter Lamborn Wilson.

Σε μια μάχη με κάποιο αγγλικό πλοίο ο πλοίαρχος και οι αξιωματικοί του Βικτουάρ σκοτώνονται και τότε το πλήρωμα παίρνει την τύχη του καραβιού στα χέρια του, και με την προτροπή του Καρατσίολι προτείνει τον Μίσιον για την θέση του πλοιάρχου, πρόταση που γίνεται αποδεκτή παμψηφεί, ενώ η νεκροκεφαλή του Χαμογελαστού Ρότζερ (Jolly Roger) απορρίπτεται ως σύμβολο, μιας που αυτοί «δεν ήταν πειρατές, αλλά άνθρωποι αποφασισμένοι να κάνουν πράξη την ελευθερία που τους έδωσε ο θεός και η φύση» κατά τα λόγια του Καρατσιόλι, για να υψωθεί τελικά ένα λευκό λάβαρο με την λέξη «Ελευθερία» (ή κατά άλλους «Για τον Θεό και την Ελευθερία» όπως ανέφερα και πιο πάνω).

Τα υπάρχοντα του πλοίου -όπως και η λεία κάθε πειρατείας από εδώ και πέρα- μοιράζονται σε όλους σε ίσα μέρη, στρίβουν το τιμόνι και ξεκινούν για το νέο τους μεγάλο ταξίδι, στη ρότα του οποίου όπως τους προειδοποίησε ο Μίσιον, θα έβρισκαν ελάχιστους φίλους.

Αν και η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι ναυτικοί των πλοίων που θα κούρσευαν στο μέλλον θα ερχόταν στο πλευρό τους. Όπως και οι έγχρωμοι δούλοι που πολλές φορές αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου τους. Όπως και ο εγγλέζος πειρατής Κάπταιν Τιού –το μόνο αδιαμφισβήτητα, ιστορικό πρόσωπο της ιστορίας- μαζί με τους άνδρες του, που συνάντησαν κάπου στη διαδρομή και συνέχισαν μαζί.

Όλοι αυτοί θα πιάσουν λιμάνι στο βορειότερο άκρο της Μαδαγασκάρης, κοντά στο Ντιέγκο Σουάρεζ ή Αντσιράνα (κοντά σε μέρη που από χρόνια διάφορα πειρατικά πλοία έβρισκαν καταφύγιο και μαζί ορμητήριο), εκεί όπου μια καινούργια πατρίδα, μια ουτοπία γεννιέται και το όνομα αυτής: Λιμπερτάτια (Libertatia). 

Οι πειρατές απαρνούνται τις προηγούμενες -Αγγλικές, Γαλλικές, Ολλανδικές, κ.ο.κ.-εθνικότητες, και παίρνουν το όνομα Λίμπεροι (Ελεύθεροι).
Το πρόταγμα αφορά όλους, είναι απλό και δυνατό: «Προσφέρουμε καταφύγιο σ’ όλους εκείνους που υποφέρουν στον κόσμο από την τυραννία των κυβερνήσεων, έλα σε μας και ζήσε σύμφωνα με τα Άρθρα,» ή πιο απλά: γίνε Έναρθρος. 

Τα Άρθρα τυπώνονται, μοιράζονται, και ορίζουν ανάμεσα στ’ άλλα: ψηφοφορία για όλες τις αποφάσεις που αφορούν την κοινότητα, κατάργηση της δουλείας για οποιονδήποτε λόγο ακόμη και για χρέος (…), κατάργηση της θανατικής ποινής, την ελευθερία να ακολουθούν οποιαδήποτε θρησκευτική πίστη ή λατρεία, χωρίς διάκριση έθνους ή χρώματος.

Οι Έναρθροι ζευγαρώνουν με ιθαγενείς γυναίκες, παιδιά γεννιούνται, μαζί γεννιέται και μια νέα γλώσσα, ένα μίγμα γαλλικών, αγγλικών, ολλανδικών, πορτογαλικών, τοπικών διαλέκτων, και όποιας άλλη γλώσσας μιλιέται στην κοινότητα.   

Η ατομική ιδιοκτησία καταργείται, ο πλούτος φυλάσσεται σε ένα κοινό θησαυροφυλάκιο, τα αγροτεμάχια δεν έχουν σύνορο, χτίζονται αποβάθρες και οχυρά, κατασκευάζονται δύο νέα πλοία, η Παιδική Ηλικία και η Ελευθερία.
Οι διαφωνίες υπάρχουν αλλά λύνονται. Κάποιοι αποχωρούν για να ιδρύσουν μια ακόμη πιο «άναρχη» κοινότητα. 

Ο χρόνος κυλά, καινούργιες πειρατείες επιτυγχάνονται, μάχες με τα πλοία του «νόμου» δίνονται και κερδίζονται, ο παλιός κόσμος όμως, και οι συνήθειές του αντιστέκονται. 

Η διολίσθηση σε μεθόδους όπως η θανατική ποινή, το χρήμα, την ιδιωτική περιουσία, τη μισθωτή εργασία και εν τέλει την ολοκληρωτική (;) παρακμή σταματάει απότομα την βραδιά που μια φυλή ιθαγενών - ανάμεσά της ποιος ξέρει, ίσως να υπήρχαν και τέως δούλοι που είχαν ελευθερωθεί από τον Μίσιον και τους συντρόφους του- επιτίθεται στην Λιμπερτάτια, και καθώς λόγο της απουσίας στη θάλασσα πολλών εκ των πολεμιστών της τελευταίας οι επιτιθέμενοι διαθέτουν ισχυρή υπεροπλία, κατασφάζουν άνδρες, γυναίκες και παιδιά, και την ισοπεδώνουν.

Όσοι από τους Λιμπερτατιανούς καταφέρνουν υποχωρώντας μαχόμενοι -σαράντα έξι μαζί με τον Μίσιον- να επιζήσουν, φορτώνουν όσα από τα λάφυρα μπορούν και προλαβαίνουν να πάρουν μαζί τους, επιβιβάζονται στα πλοία και ανοίγονται στη θάλασσα.

Έπειτα από αρκετές βδομάδες θα συναντήσουν τον Τιού ο οποίος τις μέρες της καταστροφής βρισκόταν εν πλω με προορισμό την έταιρη φίλη πειρατική κοινότητα, κοντά στο λιμάνι της οποίας αφού πρώτα βούλιαξε σε μια θάλασσα από ρούμι μαζί με τους άνδρες του, έχασε και το πλοίο του, το ιστορικό Βικτουάρ, αύτανδρο στα κύματα μιας καταιγίδας. Αυτός θα προτείνει στον Μίσιον να πάνε στην Αμερική όπου ήταν άγνωστος και να ζήσουν ειρηνικά και ανώνυμα.

Ο Κάπταιν Μίσιον όμως («ο ηπιότερος άνθρωπος/ απ’ όσους βύθισαν ποτέ πλοίο ή έκοψαν λαρύγγι», κατά τον Λόρδο Μπάιρον) απογοητευμένος από τον άδοξο τέλος του μεγάλου ονείρου, αποφασίζει να γυρίσει στη γενέτειρα του, να επισκεφτεί την οικογένεια του και να αποσυρθεί απ’ τον κόσμο. 

Σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής, θα πέσουν μέσα σε άγριο τυφώνα, και το πλοίο το Μίσιον θα χαθεί αύτανδρο και αυτό στα κύματα, με τον Τιού και τους υπόλοιπους επιζήσαντες να παρακολουθούν το ναυάγιο από μακριά, από το δικό τους πλοίο, ανήμποροι να βοηθήσουν.

Ο Τιού θα φτάσει τελικά στο Ροντ Άιλαντ και θα ζήσει εκεί ήρεμα μακριά από τη θάλασσα πολλά χρόνια. Θα σκοτωθεί στη Ερυθρά θάλασσα, από μια οβίδα εκτοξευμένη από πλοίο του Μεγάλου Μογγόλου, όπου με το πειρατικό του ο Τιού έκανε επίθεση, αφού δεν άντεξε και συναίνεσε τελικά στις παραινέσεις κάποιων εκ των παλιών του ναυτών, για ένα ακόμη τελευταίο ταξίδι.

Ο γέρο-Μπίλ Μπάροουζ και πάλι, από κάπου μακριά, εκεί στων πόλεων τις κόκκινης νύχτας την άκρη, περπατώντας σε λιθόστρωτους δρόμους εκφωνεί το κατευόδιο: 

«Το δικαίωμα σου να ζεις όπου θέλεις εσύ, με συντρόφους που τους διάλεξες ο ίδιος, και με νόμους με τους οποίους συμφωνείς, πέθανε το δέκατο όγδοο αιώνα  μαζί με τον Κάπταιν Μίσιον. Μόνο ένα θαύμα ή μια καταστροφή θα μπορούσε να το αναστήσει.»

Πηγές: 
- Οι πειρατές της ουτοπίας του Larry Law, μετάφραση Νίκος Σ. Αλεξίου, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
- Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας του William S. Burroughs, μετάφραση Νίκος Ρέγκας-Δημήτρης Κουμανιώτης, εκδόσεις Απόπειρα.
- Μια στις χίλιες του William S. Burroughs, μετάφραση Ορέστης Δαβιάς, εκδόσειςΟξύ. 
- Πειρατικές ουτοπίες του Peter Lamborn Wilson, μετάφραση Ιουλία Ραλλίδη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια. 
- A General History of the Robberies & Murders of the Most Notorious Pirates (1726) του Captain Charles Johnson, Lyons Press. 

text: saunterer – Οι πειρατές της ουτοπίας για τη στήλη “Παραμυθία” του πέμπτου, καλύτερου και τελευταίου τεύχους, του περιοδικού Straw Dogs που βγήκε τον Φεβρουάριο του 2015.
music: Couleur Locale – Azer, Live @ 6th Houdetsi Festival 2015.