Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

make way for the ocean floor to fall to the surface





Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

The Deliverance of Marlowe Billings: A False Memoir by Dan Stuart

Cadiz Music
2014



Well you know, let's see if some of us, some of us here tonight still fuckin' remember έφτυνε στο μικρόφωνο ο Joey Ramone προλογίζοντας το Do You Remember Rock and Roll Radio? στο Loco Live... 

Λοιπόν πόσοι από μας εδώ μέσα θυμόμαστε όχι τις μέρες του κρασιού και των λουλουδιών, ποτέ δεν υπήρξαν τέτοιες στ' αλήθεια, αλλά έστω τις μέρες του φτηνού κρασιού της αγνής ανυπόκριτης φιλίας και μιας ακατάπαυστης ανησυχίας. Τις μέρες που περνούσαμε παρέα ακούγοντας κάποια από τα ομορφότερα rock τραγούδια κάθε εποχής με τίτλους όπως Black Night, Cheap Wine, Sixteen Ways, The Drifter, Time Ain't Nothing... τραγούδια που έγραφε μια από της πιο ταλαντούχες αμερικάνικες rock μπάντες των 80's και όχι μόνο.
Ήμασταν μάλιστα τόσο τυχεροί να την δούμε ακόμη και ζωντανά στη σκηνή της Contrast λίγο πριν για λόγους που μπορείτε να διαβάσετε στο βιβλίο αποχωρήσουν τα 3/5 της και δεν είναι ποτέ η ίδια από κει και πέρα.
Αλλά η ιστορία συνέχισε να γράφει, ακόμη και αν η αθωότητα, αν κάποτε υπήρξε, χάθηκε για πάντα. 

Let me try to explain my generation in a way like Fitzgerald did...

Ο Dan Stuart, ένας αμετανόητος μποέμ - χωρίς να το υψώνει σε σημαία ευκαιρίας όπως κάποιοι άλλοι για να πουλήσει λίγο περισσότερο - και μαζί ένας από τους πιο εμπνευσμένους τραγουδοποιούς της γενιάς του, από το Μεξικό όπου έχει βρει καταφύγιο εδώ και αρκετά χρόνια, πληκτρολογεί τις απατηλές μνήμες του με τρόπο μινιμαλιστικά κινηματογραφικό, η νοητή κάμερα σπάνια ζουμάρει στη σκηνή όπου οι Green on Red ιδρώνουν από την ένταση και τα ναρκωτικά παίζοντας τα τραγούδια τους.
Προτιμά σε κάθε κεφάλαιο να τραβάει λίγο την κουρτίνα και να μας αφήνει να πάρουμε κλεφτές και γρήγορες ματιές από την περιπλάνησή του πίσω και μακριά απ' τα φώτα, σε εφηβικά δωμάτια που μυρίζουν χόρτο και αντηχούν από φάλτσες νότες φτηνών μουσικών οργάνων, σε σκονισμένους αυτοκινητόδρομους και κακόφημα αστικά δρομάκια της Αμερικής αλλά και της Ευρώπης κι ακόμη πιο πέρα φτάνοντας ως την Αθήνα αλλά και το Τόκυο, σε φημισμένα στούντιο και δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων, στον δρόμο γενικά αναζητώντας πάντα Gas Food and Lodging όπως ήταν ο τίτλος του καλύτερού τους δίσκου, και ενός από τους δέκα αγαπημένους εκείνης της δεκαετίας.

Αναζητώντας και κάτι ακόμη που μάλλον δεν το βρήκαν ή απλά δε μπορούσαν να το δουν, δεν το είδε, δε το βρήκε ποτέ και ο ίδιος ο Dan.




Για τον αναγνώστη που γνωρίζει λίγα πράγματα γύρω απ' τη μπάντα, το αρχικό ξάφνιασμα από τη χρήση ψευδωνύμων για όλους τους πρωταγωνιστές συμπεριλαμβανομένου και του συγγραφέα, θα το ακολουθήσει το διασκεδαστικό παιχνίδι του να ταιριάξει τα ονόματα των ηρώων του βιβλίου με τους πραγματικούς... ενόχους της ιστορίας.
Αν και για τους πιο προσεκτικούς και με καλή μνήμη, τα παρατσούκλια που χρησιμοποιούνται θα τους είναι σίγουρα γνωστά από κάποια οπισθόφυλλα της των δίσκων τους. Επίσης μη περιμένετε πουθενά να δείτε τυπωμένο το όνομα των Green on Red. 

Όπως όμως η αληθινή ιστορία γράφεται κυρίως πίσω απ' τη σκηνή, έτσι και εδώ υπάρχει πίσω απ' τις γραμμές. 

Από τις πρώτες μέρες της punk αλητείας στη Tucson με τον κολλητό του Van Christian (έπειτα στους Naked Prey) και τους Serfers, στη προσχώρηση του Cacavas και των πλήκτρων του που θα σφραγίσουν μια για πάντα τον ήχο τους, στη δοκιμαστική σελίδα εκτύπωσης που αποτέλεσε το εξώφυλλο του Two Bibles, της πρώτης κυκλοφορίας δηλαδή κάτω από το όνομα Green On Red, στις ένδοξες λαμπερές και αισιόδοξες μέρες του LA, στο βανάκι και τον δρόμο που μαζί με τη προσθήκη του Chuck Prophet και τον μαύρο ποταμό διεύρυνε και άλλαξε τον ήχο τους στο Gas Food Lodging βουτώντας ακόμη πιο πίσω στις ρίζες του rock, στο blues τη folk και τη country, τις γκρούπισες και όλους τους τρελούς τύπους που συνάντησαν καθ'οδόν, το ταξίδι στο νότο που θεμελίωσε αυτή τους την στροφή, τον Jim Dickinson, το άδειασμα της υπόλοιπης μπάντας από τον Stuart, τα λεφτά που άρχισαν να έρχονται έστω κι αν ήταν πια αργά, τη πρέζα τη παρακμή, το τέλος. 


Records are like sins...
You gotta go way back to find the first one.


Μακριά από το αυτολιβάνισμα και τα "κοιτάχτε ρε τι μάγκας που ήμουνα εγώ" που βρίσκουμε συνήθως σε ανάλογα βιβλία διάσημων rock αστέρων, ο Stuart γράφει με μια γλώσσα γρήγορη, κοφτή και κοφτερή σαν μαχαίρι, λιτή και ακατέργαστη με το χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό, τη πικρή πολλές φορές αλήθεια και φυσικά τους δαίμονές του, να είναι από τη πρώτη ως τη τελευταία σελίδα παρόντες. 

Ain't no pictures in my book, the dirty pages take a look...

Τέλος και επιτέλους να κι ένα βιβλίο για όλους εμάς που μας αρέσει ο Kerouac αλλά δεν πολυγουστάρουμε τη Jazz. Αναγνωρίζουμε βέβαια στη τελευταία την ανωτερότητά της από καθαρό και μόνο σεβασμό, αλλά προτιμούμε σαφώς τα τρία ακόρντα του Rock 'n' Roll μαζί και τη τραχύτητα την αμεσότητα και τις βαθιές του ρίζες.
Έτσι και με αυτό το βιβλίο, δεν θα τολμούσα φυσικά να το συγκρίνω με το On The Road αλλά τουλάχιστον αυτή την ώρα και μόνο για σήμερα προτιμώ να βολτάρω ανάμεσα στις γραμμές του, σε μια αντίστοιχη περιπλάνηση κάτω από τον μεγάλο αμερικάνικο ουρανό και όλους τους άλλους, με μικρούς ήρωες αλήτες και αγίους ή και το ανάποδο, και με συνοδεία τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας, των χαρακτηριστικών τους πλήκτρων και βέβαια της αγκάθινης φωνής και γραφής του Dan the man Stuart. 

Εν κατακλείδι:

Too much fun, not enough time, the party's over and I'm feeling fine...

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr



Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

House Of Light - Nervous Systems

Kasumuen records
2014

Οι House of Light είναι το βερολινέζικο γέννημα του -βαδίζοντος στα χνάρια πολλών γνωστών και άγνωστων συμπατριωτών του στο παρελθόν- αυστραλού τραγουδοποιού Justine De Vries, με τα υπόλοιπα μέλη της σύνθεσής τους να αλλάζουν κατά καιρούς εκτός από την Valentina Veil που μετά το 2010 αποτελεί το έτερο σταθερό μέλος της μπάντας.
Μετά το πρώτο τους άλμπουμ Come Into My Night το 2010, την παραπάνω θεμελιώδη προσθήκη της Veil στα πλήκτρα και τα φωνητικά, και μια περιπλάνηση στις αμερικάνικες μεγαλουπόλεις επέστρεψε προσωρινά στα πάτρια της Μελβούρνης απ' όπου μας στέλνει αυτό το δεύτερο άλμπουμ τους...

Ο De Vries σε αντίθεση με τους περισσότερους αυστραλούς που τουλάχιστον εγώ ακούω φαίνεται να έχει μεγαλώσει ακούγοντας και αγαπόντας τον αγγλικό ήχο των αρχών της δεκαετίας του '80 και όχι μόνο, ενώ η έλευση της Veil και η αναβάθμιση του ρόλου των keyboards έκανε ακόμη πιο εμφανείς αυτές τις επιρροές στον ήχο τους, δίνοντας ταυτόχρονα μια περισσότερο "υγρή" νυχτερινή αίσθηση.

Συνθετικά τώρα, μπορεί κομμάτια σαν το House of Love, το Radiate και το Naked In A Dream από τον προηγούμενο τους δίσκο να φαντάζουν σε μένα αξεπέραστα, μιας που δεν είναι μόνο ότι μιλάμε για μικρά indie rock αριστουργήματα που θα ξεχωρίζουν πάντα από τον σωρό τον ανάλογων κυκλοφοριών όσα χρόνια κι αν περάσουν και δεν είμαι καθόλου υπερβολικός, αλλά συμβαίνει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με κάτι ωραίες και ξένοιαστες βόλτες στη δεύτερη πατρίδα του Justin το Βερολίνο, όπου κάποια στιγμή εκείνη την εποχή ήπιαμε και μερικές μπύρες μαζί. Αυτό το τελευταίο μάλλον δεν σας αφορά, σας αφορά όμως το ότι ανάλογα δείγματα που έστω, πλησιάζουν το επίπεδο εκείνων των τραγουδιών βρίσκουμε και στο Nervous Systems.

Τέτοια είναι το πιασάρικο εναρκτήριο It's All Around, το ατμοσφαιρικό και μελαγχολικό This Fading Hour ή το δυναμικό Crossfire (κι ας με χαλάει το ρεφρέν του), με κορυφαίο πάντως το Last Dance, ένα τραγούδι που άνετα αφήνω παραγγελία στους φίλους και τις φίλες μου να ρίξουν μια γυροβολιά υπό τους ήχους του μετά την κηδεία μου, όπως θα τους πετάνε αντί για λουλούδια, κόλλυβα.

Συμπέρασμα... ένας καλός δίσκος που στέκεται σαφώς ψηλότερα από τα λογιών λογιών γνωστά και άγνωστα indie σκουπίδια που καταφθάνουν με φρενήρεις ρυθμούς στ' αυτιά μας, που όμως επειδή ο δημιουργός του έβαλε τον πήχη ψηλά με τον πρώτο του μόλις δίσκο, πιστεύω ότι θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι πολύ καλύτερος. Και σ' αυτό είμαι σίγουρος ότι θα συμφωνούσε και ο ίδιος. 

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr

bandcamp

more orphan HOL I

more orphan HOL II