Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

livin' on leavin'




Μπήκε ο Μάρτης που στο ημερολόγιο έχει ήδη δύο μουτζούρες που σημαδεύουν ισάριθμες ευκαιρίες προς τέρψην και παραμυθίαν.
Είχε και ακόμη μια, αυτή της επικείμενης κυκλοφορία του νέου δίσκου των The You And What Army Faction κάτω από τον τίτλο Glum, αλλά αυτή πήρε αναβολή για Απρίλη.

Η δεύτερη στη σειρά είναι η προσεχής συναυλία του Ντίνου Σαδίκη και της μπάντας του στις 28 του μήνα στο Eightball όπου φυσικά και θα ακουστούν back from the grave και τα τραγούδια των Εν Πλω, αλλά εφόσον τα είπαμε για αυτούς προσφάτως πάμε στη πρώτη που είναι η συναυλία που διοργανώνεται στις 15/3 πάλι στο Eightball στα πλαίσια της προβολής της ταινίας Εδώ δεν υπάρχει άσυλο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω καμία από τις συμμετέχουσες μπάντες παλιές και καινούργιες, τις οποίες όλες τιμώ και αρκετές ακούω και μ’ αρέσουν πολύ, ο βασικός λόγος που λέω να παραβρεθώ μαζί με τους φίλους μου τους μαθουσάλες απ’ το καπί είναι η εμφάνιση των Stained Veil, που εκτός αν έχω χάσει επεισόδια θα πρέπει να είναι η πρώτη έπειτα από το 1987 που διέλυσαν.

Κάπου εκεί τους είχα δει κι εγώ τελευταίες φορές επί σκηνής, Μάης του ’87 γράφει ένα παλιόχαρτο που βρήκα ψάχνοντας στον σκουπιδότοπο της μνήμης μου, σαν support στους Green on Red και τους Wipers.
Και τώρα που το σκέφτομαι, αν είχαν προλάβει να ηχογραφήσουν τη διασκευή τους στο Window Shop for Love που έπαιξαν τότε μάλλον θα ήταν η πρώτη μπάντα παγκόσμια που έκανε κάτι τέτοιο σε τραγούδι των Wipers. Ή για να μη κάνω τον πολύξερο, αν κάποιος έχει στο νου του διασκευή που να έχει κυκλοφορήσει εκείνα τα χρόνια ας στείλει και από εδώ ένα μειλ να με διαφωτίσει. 

Livinon leavin’…ένας τίτλος από μόνος του ικανός να σε κάνει ν’ αγαπήσεις έναν δίσκο.
Κι αν δεν αρκούσε αυτό, υπήρχαν-υπάρχουν πάντα και τα τραγούδια, εφτά τον αριθμό όπου ο μετά-Punk απόηχος, ακόμη νωπός τότε ειδικά στη χώρα μας, αναδυόταν θορυβωδώς μέσα από τ’ αυλάκια του δίσκου· υπήρχε όμως και κάτι άλλο, η μακριά –όπως αποδείχτηκε λίγο αργότερα- υπόγεια σκιά του Greg Sage και των Wipers που ήδη από τότε έπεφτε βαριά στα μέρη μας…
Αλλά αυτές ήταν μόνο οι αναφορές, η μουσική τους είχε αποκλειστικά και μόνο τη δική της ισχυρή προσωπικότητα, αυτή των Stained Veil -καταπληκτικοί μουσικοί όλοι τους-, οπότε ήταν μάλλον φυσικό επακόλουθο το Livin' on Leavin' να αποτελέσει έναν από τους δυνατότερους εγχώριας παραγωγής δίσκους εκείνης της δεκαετίας αλλά γιατί όχι κι έπειτα.

Επίμονο μπάσο, βαθιά τύμπανα, συνεχή κιθαριστικά ξεσπάσματα, παθιασμένη ερμηνεία…Μ’ αυτά και με κείνα, ήταν φυσιολογικό το ότι δεν είχε υπάρξει φίλος να ακούσουμε μαζί μουσική και να παίξει το –άγνωστο σ’ αυτόν ως τότε- Without Them All δίχως να ρωτήσει εκστασιασμένος «τι είναι αυτό ρε μαλάκα?».
Έτσι, μαζί με το ομότιτλο και το Lost, είχε καθιερωθεί να μπαίνουν σχεδόν πάντα στις διάφορες κασέτες-συλλογές που έγραφα για φίλους και γνωστούς για μια μεγάλη περίοδο.

Πριν κάποια χρόνια βγήκε από τη κρύπτη πολύ ετεροχρονισμένα και ο δεύτερος χαμένος δίσκος τους, το Endless Hours που δεν έκανε τίποτε άλλο από να επιβεβαιώσει εκκωφαντικά όλα αυτά, και ακόμη περισσότερα, μιας που η μπάντα φαίνεται να προχωρούσε αναζητώντας νέους δρόμους στον ήχο της.

Αν έχουν έστω και στο μισό, τον δυναμισμό και την ένταση που έβγαζαν πάνω στη σκηνή όπως τους θυμάμαι, τότε αγαπητοί μου φίλοι από το καπί που θα με συνοδεύσετε, εφοδιαστείτε από πριν με πολλά υπογλώσσια για ν’ αντέξουμε…



Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

The Benders - Can't Tame Me


Ο γνωστός και μη εξαιρετέος κύριος κύριος Raggedy man με πρόλαβε και με κάλυψε απόλυτα με όσα έγραψε για την κυκλοφορία του ένατου και δέκατου μέρους τις θρυλικής σειράς Back From The Grave, οπότε εγώ για να τιμήσω το γεγονός θα αρκεστώ να μνημονεύσω την μικρή και κοινή σε όλες τις παρόμοιες μπάντες ιστορία και μοίρα ενός τραγουδιού που έμαθα μαζί με μπόλικα άλλα από τις συλλογές του Tim Warren
Ή μάλλον όχι ακριβώς…αλλά ας τα πάρουμε τα πράματα από το τέλος… 

Ήταν, ενθυμούμαι και δακρύζω, στα 1993 όταν έπεσε στα χέρια μου το βινύλιο του πέμπτου μέρους μιας άλλης κλασσικής πλέον σειράς, που κάτω από την αιγίδα της Music Maniac και με τον γενικό τίτλο Teen Trash μας παρουσίαζε δίσκους διαφόρων σύγχρονων –τότε, και μόνο κατ’ όνομα φυσικά- συγκροτημάτων που ήταν όλα τους μέλη της μεγάλης Εκκλησίας του Fuzz, και ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές ότι εμπνέονταν αποκλειστικά πέραν της μπύρας και των ψυχεδελικών ναρκωτικών –ανάλογα τη περίσταση- από συλλογές αναλόγου ύφους και ήθους με αυτές της Crypt Records που έβγαζε τα Back From The Grave.  

Το αμέσως προηγούμενο νούμερο της Teen Trash, το Vol.4 ήταν αυτό με τους Fuzztones ενώ λίγους μήνες αργότερα και αφού το μέτρημα είχε φτάσει στο Vol.14 θα έβγαινε και ο καλύτερος με διαφορά δίσκος της σειράς, που δεν ήταν άλλος από αυτόν των «δικών μας» Sound Explosion.  
Αλλά ας επανέρθω στο Vol.5 των Double Naught Spys το οποίο δεν ήταν τίποτε άλλο βασικά, από την επανακυκλοφορία του πρώτου και μοναδικού όπως αποδείχτηκε δίσκου της μπάντας Going Nowhere With…(συν δύο bonus κομμάτια) που είχε βγεί έναν χρόνο νωρίτερα, το 1992 από τη Rockadelic. 
Οι λεγάμενοι ήταν αμερικάνοι με ηγέτη τον Mike Markesich και όπως φάνηκε και στον δίσκο αλλά και αργότερα το κατείχε καλά το αντικείμενο, αφού από τότε τον βρίσκουμε ανακατεμένο σε διάφορους ρόλους σε ένα μάτσο –τι άλλο?- συλλογές  από τα Sixties Rebellion μέχρι το 2131 South Michigan Avenue 

Μιας που δεν είναι αυτοί το θέμα μας όμως, και χωρίς να υποτιμώ τα δικά τους τραγούδια που στέκονται περήφανα στα βάθη του τύμβου, πηγαίνω κατευθείαν στο αγαπημένο μου και καλύτερο κομμάτι του δίσκου που –επίσης τι πρωτότυπο?- ήταν μια διασκευή.  
Ένας γκαραζοπάνκικος χείμαρρος λειψού δίλεπτου, που τιμά με το παραπάνω και τα δύο συστατικά του, και το garage punk δηλαδή αλλά και του νέτου σκέτου, άγριου και αλήτικου punk αν θέλετε, όπου ολόκληρη η μπάντα συναγωνίζεται στο ποιος θα παίξει περισσότερο μανιασμένα και γρήγορα, λες και τους κυνηγάει κανένα αποκρουστικό και πεινασμένο για σάρκα και άλλα κόλπα, τέρας. Τα θηρία τα ανήμερα και ανεξημέρωτα όμως είναι μόνο αυτοί, και δεν μπορεί να τους αλλάξει καμιά γκόμενα και καμία αγάπη.  

Έπρεπε να περάσουν τρία χρόνια για να ακούσουμε και εμείς κοινοί και ταπεινοί θνητοί που δεν είχαμε την δυνατότητα να αποκτούμε τόσο σπάνιους δίσκους την original εκτέλεση του τραγουδιού, αυτή των Benders.
Μια μπάντας που σχηματίστηκε το 1965 σε ένα κολλέγιο του Wisconsin, ήθελε και αυτή να μοιάσει των Stones, θα πρέπει να ήταν ενεργή πάνω κάτω για ένα, ενάμιση χρόνο, ηχογράφησε μόνο ένα σαρανταπεντάρι, το Cant Tame Me/Got Me Down στα 1966, το πιο μακρινό live που έδωσε ήταν στα 25 μίλια από τη βάση της και μια ωραία πρωία χάθηκε στη λήθη…

Μέχρι που οι Double Naught Spys διασκεύασαν το Cant Tame Me και η Crypt συμπεριέλαβε το τραγούδι στο τελευταίο μέχρι τη κυκλοφορία των Vol.9 και 10 που σας είπα πιο πάνω, Back From The Grave Vol.8 δηλαδή που είχε βγει το 1996.
Πιο κοινότυπη ιστορία δεν υπάρχει στο garage punk σύμπαν, αλλά πως γίνεται δε ξέρω, οι αμετανόητα πιστοί σαν και του λόγου μου, αρέσκονται συνέχεια να θυμούνται και να ανακαλύπτουν ξανά και ξανά διαφορετικές εκδοχές της όπου μόνο τα ονόματα και οι ήρωες αλλάζουν.





Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

i love to be just what i am

Το μέτωπο λέει ότι είμαι άραβας, το αφεντικό μου λέει ότι είμαι υπηρέτης, το απολυτήριο στρατού λέει ότι είμαι γάλλος, κι εγώ λέω ότι είμαι ένας μαλάκας. 
Γιατί εγώ γαμώ τους Άραβες, τους Γάλλους, τ’ αφεντικά και τους υπηρέτες.
Γαμώ και την Αλγερία όπως γαμώ και τη Γαλλία. Γαμώ και τον τόπο που θα ‘πρεπε να είμαι και δεν είμαι. Δεν είμαι υπέρ κανενός και εναντίον κανενός. Κι αν μου πουν πως είναι εναντίον όταν δεν είμαι υπέρ, ε τότε είμαι εναντίον όλων. Είμαι ένας αληθινός μαλάκας.


text: Από το «Η επιστροφή στην έρημο» του Bernard-Marie Koltes, μετάφραση Γιάννης Θηβαίος, εκδόσεις Μπιλιέτο. 
music: P. Paul Fenech – Home Before Dawn από το The Disease LP, Hellraiser records 1997.