Ενόσω ετοιμάζομαι για το liveτων Oscillation, και για να κρατήσω όσο το
δυνατόν μακρύτερα την απειλή της διάθεσης που υποδηλώνει ο τίτλος της ανάρτησης,
κάνω ένα ευχάριστο μουσικό διάλλειμα έχοντας πάντα στο μυαλό ότι είναι μεγάλο
προσόν η αίσθηση του χιούμορ, θείο χάρισμα κανονικά, και στους μουσικούς
φυσικά, αλλά βέβαια αυτό ισχύει όταν συνυπάρχει και μια μικρή λεπτομέρεια που
οι περισσότεροι σκόπιμα φροντίζουν να παραλείπουν…τον πρώτο που δεν παίρνεις
πολύ πολύ στα σοβαρά είναι τον εαυτό σου…κυρίως αυτόν.
Συνηθίζω σε ανάλογες περιπτώσεις να βάζω και την αρχική εκτέλεση,
αλλά σήμερα λέω να την παραλείψω, μιας που τα παιδιά εκείνο το βράδυ έκαναν το
κομμάτι απόλυτα δικό τους που λέμε, και εξαφάνισαν μια και καλή και δια παντός,
και το παραμικρό ίχνος του πρωτότυπου.
Όταν μιλάμε για διασκευή…από τους UnknownPassageκαι
ένα –ιστορικό όπως αφήνει να εννοηθεί η όλη ηχογράφηση- liveστο BabelClub, Πτολεμαΐδα 1998.
Η ιστορία για τους RickRivets (κιθάρα), ArthurKane
(ρυθμική), και StuWylder(φωνή-τύμπανα) ξεκινάει σε ένα γκαράζ - τι άλλο- της Νέας
Υόρκης πίσω στα 1966 με μια μπάντα που άκουγε στο όνομα LondonFoggκαι
δημιουργήθηκε όπως και χιλιάδες άλλες εκείνη την εποχή, για ν’ αντιγράψει τη
μουσική, και αν είναι δυνατόν να κλέψει λίγη από την δόξα τον Βρετανών
εισβολέων που ως γνωστόν άκουγαν σε ονόματα όπως Kinks, Yardbirds, RollingStonesetcetc.
Μετά από ένα όχι και τόσο ένδοξο τελικά τέλος των Fogg, συνεχίζει, η ιστορία
μαζί με δύο από τους τρεις, τον Kaneκαι τον Rivets,
για να συναντήσει αρχές του 1971 στην ίδια πόλη, τον JohnnyThundersκαι
τον BillyMurciaμια πρώιμη μορφή δηλαδή τον NewYorkDolls, χωρίς όμως για ακόμη
μια φορά ένα ένδοξο τέλος τουλάχιστον για τους ομιχλώδεις τύπους που μας
απασχολούν εδώ.
Δεν πτοούνται όμως ούτε αυτοί ούτε η ιστορία, που συνεχίζει
με τους TheBrats,
για να φτάσει την άνοιξη του 1977 στους CorpseGrinders(τ’ όνομά τους το χρωστάνε στο
ομότιτλο film), όπου
για (πολύ) λίγο ξαναβρίσκουμε τους τρεις κομπανιέρος της αρχής και πάλι
ενωμένους να βγάζουν την λέξη garageμπροστά από το punkτης
μουσικής τους και να το αφήνουν αυτό, το punk, νέτο σκέτο μόνο του, άντε με την λέξη rockίσως ν’
ακολουθεί, μπόλικη b-movieαισθητική που τόσο μου αρέσει, και όλα τα παρελκόμενα
των πέριξ του CBGB, για
ν’ ακολουθήσουν με την σειρά τους χίλιες μύριες αλλαγές μελών, φύγε εσύ έλα
εσύ, όσες δεν μπορεί να διαβάσει, πόσο μάλλον ν’ απομνημονεύσει και ο πιο
καλοπροαίρετος και φανατικός οπαδός τους, και αλίμονο σ’ αυτόν που θα τολμήσει
να ξεκινήσει να φτιάχνει το γενεαλογικό τους δένδρο, για να φτάσει, η ιστορία
πάντοτε, κάπως έτσι ίσα με τις μέρες μας.
Εμείς εδώ θα αφήσουμε πίσω το πρώτο τους ιστορικό σαρανταπεντάρι,
το Rites 4, Whites/MentalMoron του 1978 στην Whiplash, (που οι πληροφορίες μου λένε
ότι λίγο έλειψε η β’ πλευρά του, το MentalMoronδηλαδή, να βαφτίσει και τους δικούς
μας Hydesόταν αυτοί στις αρχές έψαχναν για όνομα), δεν θα κοιτάξουμε
ούτε ευθεία μπροστά, αλλά θα μείνουμε κάπου στη
μέση, στα 1984 και στον δεύτερο δίσκο του γκρουπ – ο πρώτος ένα χρόνο
πριν με τίτλο TheLegendofCorpseGrinders
ήταν μια συλλογή από τα κομμάτια του single, ακυκλοφόρητο υλικό εκείνης της εποχής και κάποια νέα τραγούδια- στον δεύτερο δίσκο όμως έλεγα,
στην Γαλλική NewRose,
που είχε τον τίτλο ValleyofFear.
Εδώ μέσα από την παλιά παρέα βρίσκουμε μόνο τον Rivetsστην
κιθάρα, στα φωνητικά είναι ο RayJalbertαπό τους Slugs,
ενώ οι άλλοι δύο μουσικοί που αναγράφονται στα creditsστην
ουσία είναι ανύπαρκτοι μιας που εκτός από κάποια πλήκτρα του ενός, και τα
τύμπανα ενός κομματιού από τα 11, μπάσο παίζει ο Rivetsενώ τα
ντραμς τα αναλαμβάνει ο mr.
DrumMachine που τόσο μεγάλη
εκτίμηση έτρεφε στο πρόσωπο του εκείνη την εποχή ο Rivets.
Όλα στραβά και ανάποδα εν ολίγης, badtimingόπως
γράφουν και οι ίδιοι αφηγούμενοι την ιστορία τους, αλλά ακόμη και μέσα σ’ όλα
αυτά, ακόμη και με την συνοδεία του drummachineπου τόσο μου τη σπάει, δεν είναι
δυνατόν ν’ αγνοήσει κανείς κομμάτια σαν το GuessingGamesόπου η
φυσαρμόνικα φέρνει μαζί της κάτι από την παλιά μελωδία του SignedDC, και που πολύ θα ήθελαν να
το έχουν γράψει κάτι τύποι σαν τον Thundersπου λέγαμε παραπάνω προτού παραδώσουν
σώμα και πνεύμα στην αιωνιότητα.
Τέλος…ποια καλή μπάντα θα το διασκευάσει και θα το
ηχογραφήσει με τα τύμπανα που του πρέπουν?
Πολλοί, μαζί τους κι εγώ μπορεί ν’ αναρωτηθούν εύλογα ποιος
ο λόγος ύπαρξης ενός liveδίσκου από τους KillDevilHills, αφού η εμπειρία αλλά και η στατιστική λένε ότι η ιστορία
είναι γεμάτη από ανάλογες προσπάθειες συγκροτημάτων να μεταφέρουν τα της σκηνής
στο σπίτι μας, που καταλήγουν όμως τις περισσότερες φορές απλά αποτυχημένες,
αρκετές άλλες σε φιάσκο, και είναι λίγες εκείνες που πραγματικά νιώθεις το
δωμάτιο ν’ αχνίζει απ’ την ένταση της μπάντας και τον ιδρώτα του κοινού.
Το PastsandFutureGhosts,
μια μικρή αναδρομή στους 3 δίσκους (συν το τελευταίο σινγκλάκι, συν δύο ως τώρα
ακυκλοφόρητα) των Hills,
με δεδομένη και την bluesyφύση της μουσικής τους έθετε απ’ την αρχή σοβαρή
υποψηφιότητα για τις δύο πρώτες κατηγορίες, αλλά όπως τα 9 μόλις κομμάτια αρχίζουν
να διαδέχονται το ένα τ’ άλλο, η φωνή του Humphriesνα ξετυλίγει ιστορίες μέσα από
την καρδιά του, που κι αυτή είναι ένας τόπος φτιαγμένος με εννιά μέρη νερό κι
ένα άμμο, οι κιθάρες, τα τύμπανα τα πλήκτρα και τα βιολιά να συνοδεύουν την αργή
ζύμωση του χαρμανιού, το σκοτάδι έξω να σκεπάζει την βρωμιά της μέρας μαζί με
την ομίχλη, και αφού έχει προηγηθεί νωρίς νωρίς –δεύτερο στη σειρά- η προειδοποιητική
πιστολιά του Gunslinger,
ο δίσκος έχει φτάσει κιόλας στη μέση, έρχεται η εκτέλεση του Ι WonderIfShe’sThinkingOfMeκαι
κάνει το δωμάτιο ν’ αχνίζει σαν καζάνι με εκλεκτό βραστό στη κόλαση, μυρωδιές
ιδρώτα, μπύρας, χόρτων και ούρων από την ανοιχτή πόρτα της τουαλέτας πλανιόνται
στον αέρα, κάποιος γαμώ το σπίτι του πατάει το πόδι μου στην προσπάθεια του να
πάει για κατούρημα παραπατάει πέφτει και ξερνάει, από πίσω ακούγονται κραυγές μεθυσμένων, τα
μαλλιά των μπροστινών κολλάνε στη μούρη μου, συνηθισμένα πράγματα τι να πεις…it’salive!