Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Lydia Lunch & Cypress Grove - A Fistful Of Desert Blues

Rustblade
2014


Ένα Desert Blues από τη λάθος πλευρά:

Είχε πια μεσημεριάσει, ο ήλιος στο πιο ψηλό του σημείο, πυρπολούσε ανελέητα την έρημο…την ερημιά ολόγυρα. Ο καυτός άνεμος έλιωνε τα κόκαλα, μοναδική παρέα μου, μαζί και σκιά μέσα στο λιοπύρι, ήταν τα όρνεα που πετούσαν από πάνω και κάλυπταν με τα φτερά τους για λίγες στιγμές τον ήλιο.
Όμως εγώ συνέχιζα καταϊδρωμένος μα απτόητος το σκάψιμο…είχα προλάβει και είχα θάψει πολύ παραπάνω από μια χούφτα νότες, πολλές νότες, κι άλλες νότες να φαν του κάτω κόσμου οι κότες, όταν εμφανίστηκαν στον ορίζοντα οι δύο μαυροντυμένες φιγούρες. 
Αν ήταν σκοτάδι θα μπορούσα να ισχυριστώ στον εαυτό μου ότι είναι πλάσματα της φαντασίας, νυχτερινά παιχνίδια του μυαλού και των σκιών, όμως όχι, ήταν η ώρα η πιο σκληρή, η καλοκαιριάτικη η μεσημεριανή, η γεμάτη απανθρωπιά και κατάθλιψη, πιο μαύρη ακόμη και από αυτή του μεσονυκτίου, και τόσο αληθινή.
Έκανα ασυναίσθητα να πιάσω το όπλο μου, μα έφτασε μόνο το γρύλισμα της γυναίκας όπως μπορούσα να δω καθαρά τώρα που είχαν πλησιάσει, για να μείνω ακίνητος και σκυθρωπός, σαν τ’ αγάλματα στο νεκροταφείο που συναντά κανείς εκεί μακριά, στα σύνορα της ερήμου με τον έξω κόσμο.
Ο αρσενικός συνοδός της δεν έβγαλε άχνα. Ούτε καν γύρισε να με κοιτάξει. Έβλεπε μόνο μακριά, όσο το δυνατόν πιο μακριά, για πάντα στον ορίζοντα. 
Το -άγριο- θηλυκό όμως, σταμάτησε μπροστά μου, τράβηξε το πιστόλι μου απ’ τη θήκη, έβγαλε τις σφαίρες, τις έβαλε στη πίσω τσέπη του παντελονιού της και πέταξε το όπλο μακριά. Έπειτα πήρε το παγούρι μου το άδειασε μέχρι τελευταία σταγόνα στην άμμο, έφτυσε πάνω στην εφήμερη βρώμικη λιμνούλα που σχηματίστηκε, και άρχισε να απομακρύνεται, ταχύνοντας λίγο το βήμα της για να προλάβει τον αμίλητο συνοδοιπόρο της. 
Έχοντας γυρισμένη την πλάτη και δίχως να σταματήσει, με μια απότομη κίνηση πέταξε προς τα πίσω κάτι που έσκασε ακριβώς μπροστά στα πόδια μου.
Το φως και ο ιδρώτας που έπεφταν στα μάτια με τύφλωναν, και μη μπορώντας να διακρίνω τι ακριβώς ήταν αυτό, έσκυψα για να το δω από κοντά.  
Μια χούφτα από έρημο, ίδια με αυτήν που απλωνόταν για χιλιάδες μίλια, χωρίς τίποτε να τη διασπά, σε όλες τις κατευθύνσεις του ορίζοντα.   
Ακόμη και οι δύο σκιές τους, όταν σήκωσα τα μάτια μου δεν φαινόταν πουθενά. 
Μόνο μια χούφτα έρημος και μια πλάση ερημιά. 

Και λίγα λόγια από τη σωστή πλευρά:

Δώδεκα τραγούδια της απώλειας, της απελπισίας, τις α…γενικά, δώδεκα blues της ερήμου και της ερημιάς, από τον Cypress Grove και την Lydia Lunch, οι οποίοι στην περιπλάνησή τους, στο δικό τους χρονικό των μοτέλ, είχαν για συνοδεία τις μουσικές και τα τραγούδια του Ry Cooder, του Townes Van Zandt και του Jeffrey Lee Pierce φυσικά, την σύνθεση St. Marks Place του οποίου που την είχαμε πρωτακούσει από τη φωνή της Lydia στο πρώτο Jeffrey Lee Pierce Sessions φροντίζουν να τη συμπεριλάβουν και εδώ…το T.B. Streets του –πρωίμου- Van Morrison και το Revolver του Mark Lanegan από το Ballad of Broken Seas με την Isobel Campbell είναι οι άλλες δύο διασκευές- εμφανείς αναφορές του δίσκου, ενώ εκτός από τον Mick Cozens που συμμετέχει με κιθάρες και μαντολίνα, ένα πέρασμα από το στούντιο κάνει και ο Gallon Drunk και παλιός φίλος της Lydia, James Johnston (στο Jericho)…τι στην έρημο τι στην κόλαση, πάντα θα έχει χώρο για άλλους, όλοι καλοί και κακοί χωράνε…

Συμπέρασμα: Όχι μόνο ότι καλύτερο άκουσα εδώ και πολύ καιρό, αλλά μάλλον ο μόνος καινούργιος δίσκος που γλύτωσε από τον κάδο των αχρήστων, και μπήκε μάλιστα στον φάκελο με τα άκρως απαραίτητα για αυτό το καλοκαίρι…και βάλε.