Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Jeremy Gluck & Robert Coyne - Memory Deluxe: I Knew Buffalo Bill 2


Την εκτίμηση μου προς τον κύριο Jeremy Gluck την έχω εκφράσει αρκετές φορές, όπου σταθώ κι όπου βρεθώ, γραπτώς και προφορικώς, ενώ και ο αγαπημένος δίσκος-ορόσημο I Knew Buffalo Bill, έχει μνημονευθεί πολλάκις στις σελίδες του ιστολογίου μου, άσε που βρήκε χώρο και τρύπωσε ακόμη και στις γραμμές του βιβλίου μου, σε μια ιστορία όπου ένας χαρούμενος νέος που πιστεύει ότι έχει βρεθεί στον Rock παράδεισο και περιφέρεται με ανοιχτό το στόμα θαυμάζοντας τα τεκταινόμενα, σε κάποια φάση: "Είδε από μακριά το πηγαδάκι των Nikki Sudden, Epic Soundtracks, Jeffrey Lee Pierce, και Rowland S. Howard, όπου αναρωτιόντουσαν ψιθυριστά πώς τη γλίτωσε η κουφάλα ο Jeremy Gluck...".
Η παράγραφος αναφέρεται φυσικά στους συντελεστές του I Knew Buffalo Bill, αυτή την ωραία συμμορία από την οποία μόνον ο -θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε και "επιζών"- Gluck είναι σήμερα ζωντανός. Οι υπόλοιποι ένας-ένας χρόνο με τον χρόνο, αποδημήσαν εις Κύριον. 

Μέσα στον Οκτώβρη, είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια από τότε (1987) που είδε το φως εκείνος ο δίσκος του "first indie supergroup" όπως έχει χαρακτηριστεί, και στην ίδια εταιρία, ο Jeremy Gluck κυκλοφορεί το Memory Deluxe: I Knew Buffalo Bill 2, παρέα μόνο με τον Robert Coyne αυτήν τη φορά (γιο του Kevin, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και επιπόλαιος αν σκεφτεί κανείς την τύχη των συμμετεχόντων στο πρώτο εγχείρημα).
Φυσικά από την αρχή πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι δεν τίθεται θέμα σύγκρισης ανάμεσα στα δύο άλμπουμ, γιατί πέραν του ότι οι πλειονότητα των συντελεστών του πρώτου είναι απόντες όπως είπαμε, μιλάμε και για δύο εντελώς διαφορετικές εποχές, οπότε θα καταδικάζαμε πριν καν ακούσουμε το Memory Deluxe. 

Ο οποίος είναι ένας δίσκος ενδοσκοπικός, απολογητικός, συναισθηματικός και φορτισμένος, με λιτή ενορχήστρωση και πολύ καλή δουλειά στις -ακουστικές και ηλεκτρικές- κιθάρες, και τη φωνή του Gluck σημάδι αναφοράς για όσους τουλάχιστον μεγάλωσαν μαζί της.
Ένας ατμοσφαιρικός, ταξιδιάρικος δίσκος προς το εσώτερο όμως διάστημα, που όπως κυλάνε τα δεκατρία καινούργια συν μια επανεκτέλεση του Episode in a Town από τις μέρες του '87, σε τυλίγει γλυκά μα και πικρά μαζί, στον ιστό που υφαίνουν οι αναμνήσεις αλλά και τα όνειρα του δημιουργού του. "I'm the future of my own past" τραγουδάει ο Gluck στο εισαγωγικό ομότιτλο του άλμπουμ κομμάτι και δεν μπορώ παρά να τον σιγοντάρω με την άτσαλη φωνή μου. 

"To rock n roll τον καλύτερών μας χρόνων, μια αλυσίδα καμωμένη από χαμένους κρίκους σαν τους Radio Birdman, τους New Christs, τον Nikki Sudden τον Roland S. Howard, τον Jeffrey Lee Pierce, τον Epic Soundtracks, τον Marc Jeffrey και τους Band of Outsiders, τον Mick Harvey, τον Tony Cohen, τους Fortunate sons... και ανάμεσα σε όλους αυτούς ο Jeremy Gluck και οι Barracudas. Μια αδέσποτη σανίδα του σερφ που θα γλιστράει ακόμη και πάνω στο νεκρό δέρμα μας".

"Nowhere is where I'm from" ακούγεται να λέει κάπου αλλού, και μπορεί να είναι αλήθεια για όλους μας, αλλά ακόμη και σ' αυτό το πουθενά υπάρχουν ίχνη αν πάρεις τον δρόμο προς τα πίσω, μα και ο ορίζοντας -ακόμη- μπροστά. 

"Το ρολόι μπορεί να συνεχίζει να μετράει δίχως οίκτο, δεν είναι ούτε το 1965 ξανά, ούτε το '75, μήτε το '85, ο Gluck όμως μαζί με το alter ego του τον γραφιά Ralph Traitor, φορώντας ανελλιπώς το καπελάκι τους, εκτός τόπου και χρόνου από την αρχή και για πάντα, ήρωες σε ένα παραμύθι με ιπτάμενες κιθάρες και νότες αντί για χαλιά, ακατέργαστη και ανόθευτη δύναμη να τις ωθεί, πηγαίο ένστικτο της μελωδίας, και όσο για την φωνή του παραμυθά... καύσιμο όπως αυτή του Joey Ramone, για να φλέγονται δρόμοι, να φωτίζονται δωμάτια και να ζεσταίνονται παρέες, καίγοντας μαζί και τα (πολλά) γραμμάρια της μιζέριας που τους αναλογούν. Και έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει και πολύ έδαφος να καλύψει, πολύ καύσιμο μαζί και μιζέρια να κάψει".

Για τον αρχισυντάκτη αλλά και όλους όσους ίσως αναφωνήσουν αγανακτισμένοι "μα αυτό τώρα το θεωρεί κριτική τούτος?" έχω να απαντήσω: μη περιμένετε κριτική και πόσο μάλλον αντικειμενική, όπως και ανάλογη βαθμολογία από μένα για τον Jeremy Gluck. Έναν από τους δημιουργικότερους μουσικούς τις γενιάς του, μα και κάθε γενιάς του rock and roll, που δεν έχει σταματήσει στιγμή να ψάχνει και να πειραματίζεται από τα τέλη της δεκαετίας του '70 μέχρι σήμερα, ξεκινώντας από το Garage Punk και φτάνοντας... δεν έχει φτάσει ακόμη κάπου, αφού συνεχώς δοκιμάζει νέες φόρμες και μίξεις από το rock -φυσικά- μέχρι το Dub και την ηλεκτρονική μουσική. 

Μια ματιά μόνο στη σελίδα του στο bandcamp θα σας πείσει για του λόγου το αληθές.
Το Memory Deluxe πέρα από το βαρύ φορτίο που κουβαλά, είναι απλά μια ακόμη σελίδα στο μεγάλο του δημιουργού του βιβλίο, που όπως και οι περισσότερες από τις προηγούμενες, για μένα έχει ήδη σημειωθεί με μολύβι από την αρχή ως το τέλος, πράγμα που σημαίνει ότι έχει μπει στις αγαπημένες.
Τα σέβη μου Mister Gluck.

*Τα εντός εισαγωγικών και με πλάγια γράμματα αποσπάσματα είναι το πρώτο στην σειρά μέσα από το βιβλίο μου "Από τη λάθος πλευρά", ενώ τα δύο επόμενα από ένα κείμενο που είχα γράψει παλιότερα για τον Jeremy Gluck και υπάρχει αναρτημένο στο orphan-drugs.

Πρώτη δημοσιεύση στο mic.gr


Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

songlines, rivers of tears



Οραματίζομαι ότι τα Μονοπάτια των Τραγουδιών απλώνονται πάνω σε ηπείρους και αιώνες·  όπου βάδισαν άνθρωποι άφησαν το χνάρι ενός τραγουδιού (που την ηχώ του τη διακρίνουμε πότε-πότε)· κι ότι τούτα τα χνάρια πρέπει να φτάνουν πίσω στον τόπο και τον χρόνο, σε κάποια απομονωμένη κοιλάδα της αφρικάνικης σαβάννας, όπου ανοίγοντας το στόμα του ο Πρώτος Άνθρωπος, παρά τους τρόμους που τον περικύκλωναν, φώναξε την πρώτη στροφή από το Παγκόσμιο Τραγούδι, «ΕΙΜΑΙ!»...
...«Η μουσική», είπε ο Αρκάντυ, «είναι μια τράπεζα μνήμης, για να βρίσκει κανείς τον δρόμο του μέσα στον κόσμο». 

image: Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης –Franklin Press 1987- του “The Songlines”.
text: Bruce Chatwin – The Songlines, στα ελληνικά, «Τα Μονοπάτια των Τραγουδιών», μετάφραση Σοφία Φιλέρη, εκδόσεις Χατζηνικολή 1990.
music: Kev Carmody – River Of Tears, Eulogy (For A Black Person) CD, Festival records 1991.


Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Sonny Vincent & Spite - Spiteful

Still Unbeatable Records
2014




O Sonny Vincent δεν θα έπρεπε να χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις, μα επειδή ο κόσμος που ζούμε μάλλον δεν είναι και ο δικαιότερος για τέτοιους μουσικούς και όχι μόνο, ας γραφτούν σαν εισαγωγή τουλάχιστον τα βασικά.
Τα οποία λένε ότι όντας γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης, υπήρξε ο ιδρυτής, τραγουδιστής, κιθαρίστας και συνθέτης των Testors, μιας μπάντας που μεσουράνησε στα…υπόγεια της πόλης για μια πενταετία, από το 1975 ως το 1980, άφησε τον ιδρώτα της στις ίδιες σκηνές με τους Dead Boys τους Suicide τους Cramps και άλλους που μπορείτε να φανταστείτε, αλλά σε αντίθεση με τους περισσότερους από αυτούς, η μόνη επίσημη κυκλοφορία που είδε το φως όσο η μπάντα ήταν ενεργή είναι το επτάιντσο Time Is Mine / Together, λίγο πριν διαλύσει.

Έτσι, τραγούδια σαν το Bad Attitude, το You Don’t Break My Heart το It’s Only Death για να αναφέρω μόνο μερικά, τραγούδια που θα έπρεπε να έχουν μείνει κλασσικά δίπλα σε παντοτινά punk rock άσματα όπως το Ain’t It Fun το Ghost Rider το Chinese Rock ή το Born To Lose, έμελε να ακουστούν όχι από το ευρύ κοινό μα τουλάχιστον από τους φανατικούς εκείνης της σκηνής, δεκαετίες αργότερα όταν και κυκλοφόρησαν κάποιες συλλογές με τις ηχογραφήσεις της μπάντας.

Ο Sonny βέβαια όλο αυτό το διάστημα δεν έχανε τον καιρό του μοιρολογώντας, αλλά κάτω από διάφορα ονόματα συγκροτημάτων όπως Sonny Vincent and the Extreme, Model Prisoners, Shotgun Rationale, Rat Race, και συνθέσεις που περιλάμβαναν μουσικούς σαν τους Scott και Ron Asheton των Stooges, Cheetah Chrome των Rocket From the Tombs και Dead Boys, Greg Norton των Husker Du, Captain Sensible των Damned, Richard Hell, Moe Tucker των Velvet Underground και σταματώ εδώ, για τα υπόλοιπα όσοι πιστοί ανατρέξετε στον κύριο…Γκούγκλε που λέει και ο φερόμενος ως πρωθυπουργός μας, o Sonny λοιπόν, ηχογραφούσε και περιόδευε με όλα αυτά τα καλά παιδιά ασταμάτητα, κάτι που –για να φτάσουμε και στο ζητούμενο- συνεχίζει ως τις μέρες μας. Κι ας μην γνώρισε ποτέ του την μεγάλη ή έστω την μικρή επιτυχία, κι ας μην έλυσε με καμιά από τις παραπάνω προσπάθειες το οικονομικό του πρόβλημα.

Στο Spiteful (με το ωραίο του εξώφυλλο να σημειώσω για να μη το ξεχάσω) η παρέα που συνοδεύει τον Vincent είναι και πάλι μπαρουτοκαπνισμένη και εκλεκτή, αποτελούμενη από τον Steve Mackay (τα πνευμόνια πίσω από το στόμιο του οργιώδους σαξοφώνου στο Funhouse των Stooges για τους απρόσεκτους), τον Rat Scabies (ντράμερ των Damned), και τον Glen Matlock (που έπαιξε –αυτός ήξερε να παίζει- κάποτε μπάσο αλλά και έγραψε ωραία τραγούδια σε ένα συγκρότημα που λεγόταν Sex Pistols).

Και –η παρέα πάντα- δεν προσέρχεται επαναπαυμένη στις αγκάθινες –βεβαίως-  δάφνες της, αλλά καταθέτει ότι έχει και δεν έχει μέσα στο γήπεδο…στο στούντιο έλεγα.
Τι όμως είναι αυτό που έχει; Είναι αυτό που πάντα είχε και έδινε ο Vincent, δηλαδή ατόφιο Punk rock, καλοπαιγμένο με κέφι, τραχύ όπως του πρέπει και μελωδικό όταν χρειάζεται, τσαμπουκαλεμένο, με χαρακτήρα και μυρωδιά δρόμου.
Τόσο απλό…

Από το Sidewalk Cracks που ανοίγει τον δίσκο μέχρι το DTK που τον κλείνει, σε 14 τραγούδια που το μεγαλύτερο φτάνει παρά ένα δευτερόλεπτο τα τρία λεπτά, οι ήχοι της τσιμεντένιας ζούγκλας βουίζουν (και όπου μπαίνει το σαξόφωνο του Mackay, κοχλάζουν πραγματικά) στ’ αυτιά στήνοντας άγριο χορό, με τις απαραίτητες στάσεις-ανάσες κάτω από την παχιά σκιά των μεταλλικών φυλλωμάτων όπου οι ταχύτητες κατεβαίνουν και η μελωδία αναδύεται σαν ατμός από τους υπονόμους, που τον παίρνει και τον στροβιλίζει μαζί με παλιές λεκιασμένες εφημερίδες ο άνεμος. 

Sidewalk Cracks, Bad Superstition, Disinterested και Macon οι προσωπικές μου προτιμήσεις απ’ αυτό το βουητό, όπου οι Stooges συναντούν τους Dead Boys και τον Johnny Thunders κι έπειτα κινούν όλοι μαζί και βρίσκουν τους Testors και τον Sonny Vincent (ξέχασα να γράψω πόσο μου αρέσει η φωνή και ερμηνεία του), ενώ τα Not The Same και Now That I Have You είναι τα πάνκικα καψουροτράγουδα που τόσο μου έχουν λείψει από τα χρόνια που οι Ramones σταμάτησαν να βγάζουν δίσκους, αφού σχεδόν πάντοτε φρόντιζαν να συμπεριλάβουν και από ένα τέτοιο τουλάχιστον στο tracklist.

Μιας και είπα για τους Ramones και για την μυρωδιά του δρόμου πιο πάνω, ε λοιπόν…το σκέφτηκα καλά…αυτός ο δίσκος μου φέρνει στα ρουθούνια την ίδια μυρωδιά που ανέδυε ας πούμε το Halfway To Sanity των Ramones, αυτή την βρώμικη μυρωδιά του πεζοδρομίου, τις αφροδισιακές ιδιότητες της οποίας περιέγραφε ο Noodles (Robert De Niro) στο Once Upon A Time In America κάπως έτσι:

“I like the stink of the streets. It makes me feel good. And I like the smell of it, it opens up my lungs. And it gives me a hard-on.” 

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr  

more orphan vincent

http://www.still-unbeatable-records.de/