Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

THE BEVELs


Ένας από τους λόγους, ο βασικότερος μάλλον, που συνέχεια αναβάλω να κλείσω τούτο το blog, είναι το ότι θα πάψω να μοιράζομαι με λίγο περισσότερους ανθρώπους απ’ ότι ο στενός φιλικός κύκλος που δεν χάνω ευκαιρία να του τα πρήξω με τις καινούργιες μου μουσικές αγάπες, θα πάψω να μοιράζομαι έλεγα,  τον ενθουσιασμό που με κυριεύει –όλο και λιγότερες φορές όσο περνάει ο καιρός- στο πρώτο άκουσμα συγκροτημάτων όπως οι The Bevels.

Ένα Garage Punk συγκρότημα με όλη τη σημασία αυτών των δύο λέξεων –γιατί κι αυτές, οι λέξεις, έχουν χάσει πια το νόημά τους έτσι επιπόλαια που τις ξερνάμε απ’ το στόμα μας κάθε τρεις και λίγο- που ιδρώνει τις Dead Moon φανέλες του γρατζουνώντας και ουρλιάζοντας πάνω στους πανάρχαιους γρασοποτισμένους ύμνους της μεγάλης υγρής κρύπτης.
Και πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, όταν στη σύνθεσή, του έχοντας μάλιστα αναλάβει και τα φωνητικά εκτός από το μπάσο βρίσκουμε τον Σάκη Γιάντση, μπασίστα του καλύτερα κρυμμένου γκαραζοθυσαυρού της χώρας, τους θρυλικούς –τουλάχιστον στο δικό μου, και μερικών άλλων που ξέρω, μυαλό-  και αδικοχαμένους Unknown Passage.

Τύμπανα του σπηλαιανθρώπου, μονομανές παίξιμο στις κιθάρες και το μπάσο, εκτροχιασμένα πωρωμένα και ναΐφ φωνητικά, απολαυστικά, βάλσαμο για τη βασανισμένη γκαραζοψυχή μας ουρλιαχτά, ο παράδεισος επί της γης για τους φονταμενταλιστές πιστούς της Εκκλησίας του Γκαράζ.
Garage, Garage, Garage, το γράφω ξανά και ξανά να το ευχαριστηθώ αφού τελευταία η επαφή μου με τα νέα ανάλογα σχήματα, με είχε κάνει να χασμουριέμαι στο άκουσμα αυτής της λέξης.

Πωρώθηκα τώρα...κάτι τέτοιες μπάντες με κάνουν ακόμη να υπερασπίζομαι με νύχια και με δόντια μπρος στον ιεροεξεταστή εαυτό μου, το ότι πέρασα πολλά από τα χρόνια μου ακούγοντας πέρα από τα πουλιά, τις κόρνες των αυτοκινήτων και τις φωνές των ανθρώπων, αποκλειστικά αυτό το ταλαιπωρημένο μουσικό είδος που ονομάζεται Garage Punk.

Ας αφήσω όμως πίσω για την ώρα τη γεροντική μίρλα…

Από τα μοναδικά άγρια και όμορφα βάθη της δυτικομακεδονικής γης, το Αμύνταιο και τις πόλεις και τα χωριά της ευρύτερης περιοχής, εκεί που κάποια βράδια οι ασθενείς της Garage Disease ιδρώνουν πάνω και κάτω από σκηνές μπαρ με ονόματα όπως “Στου Θωμά», «Ψύλλος», «Μανδρακούκος», οι Bevels…σύντομα με τον πρώτο τους δίσκο στα ράφια από το Magnetic Fidelity  Studio. 



Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Shane Warren Hicks - Acoustic Versions


Τσιγκούνικη η συνεισφορά μου αυτό τον μήνα θα έλεγε κανείς, μιας που η πρότασή μου σχετικά με το κάτι καλό που θ’ ακούσετε, έχει να κάνει με ένα ψηφιακό EP τεσσάρων τραγουδιών, και σαν να μην έφτανε αυτό, στα λιγοστά τραγούδια του θα ακούσει κανείς μόνο φωνή και ακουστική κιθάρα.

«Μόνο» έγραψα; Όταν έχουμε να κάνουμε με την ειλικρινή loner ερμηνεία και τη βραχνή φωνή των (Αυστραλών, τι άλλο;) Blackwater Fever* τα λιτά αυτά συστατικά αποδεικνύονται υπέραρκετά για λειψά δέκα λεπτά εγγυημένης και σκονισμένης απόλαυσης στα μονοπάτια που χάραξε ο Townes Van Zandt. 
 
* Όσοι αγνοείτε ακόμη τους Blackwater Fever, τόσο το χειρότερο για σας… θα πρότεινα να ξεκινήσετε την ακρόαση των δίσκων τους με τη σειρά που τους κυκλοφόρησαν από το 2006 κι έπειτα, και (αν σας λέει κάτι η λέξη Blues) θα αποζημειωθείτε πλουσιοπάροχα.

bandcamp

Πρώτη δημοσίευση στη συλλογική στήλη του mic.gr : "Κάτι καλό να ακούσω".


Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Wolftone - Bring Down The Sun

Nasoni
2016

Συχνά-πυκνά μέσα στον ενθουσιασμό από το άκουσμα ενός πρωτοεμφανιζόμενου και μαζί ωραίου γκρουπ, συνηθίζουμε να υπερβάλουμε σε χαρακτηρισμούς, κοσμητικά επίθετα, και τέλος, στη βαθμολογία του δίσκου.
Εγώ τουλάχιστον το καταλαβαίνω, όταν έπειτα από κάποιους μήνες συνειδητοποιώ ότι δεν προστρέχω σχεδόν ποτέ πια, ν’ αναζητήσω τα τραγούδια του, και όταν το κάνω, αυτό που ακούω δεν είναι σίγουρα αυτό που λέμε «άνθρακες ο θησαυρός» αλλά ούτε και η δισκάρα που ωρυόμουν ότι άκουγα πριν καιρό.

Ολόκληρος αυτός ο πρόλογος γίνεται για να σας τονίσω ότι έχοντας σώας τας φρένας και το γνώθι σαυτόν, έχω επίσης την τιμή, να σας παρουσιάσω ένα συγκρότημα που μη κάνοντας τίποτα φοβερό και τρομερό, παρά μόνο παίζοντας τα αυτονόητα αλλά παίζοντας τα καλά - πράγμα όχι και τόσο...αυτονόητο στην εποχή μας- καταλήγει να ακούγεται σαν μια από της δυνατότερες rock and roll μπάντες που υπάρχουν αυτή την στιγμή στην Ευρώπη...τουλάχιστον.  Υπερβολές και πάλι σίγουρα αλλά...

Έρχονται με φόρα από την Ολλανδία –καιρός ήταν να βρούμε ακόμη ένα αγαπημένο γκρουπ, από μια χώρα που παρά το μικρό της μέγεθος στο μάτι, έχει βγάλει αρκετά τέτοια, από τους Outsiders μέχρι τους Mecano, και όχι δεν φτάνω σε τέτοιο ιερόσυλο σημείο να τους συγκρίνω, απλά το αναφέρω για περισσότερο σασπενς- και ο παρθενικός τους δίσκος είναι γεμάτος με Garage, Psych, Heavy και Blues ήχους, οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι παίζουν Soul και με την ευρεία έννοια της λέξης μάλλον έχουν δίκιο, κι έχουν επίσης παθιασμένα φωνητικά (και κολλητικά back vocals), φοβερές κιθάρες, rhythm section που επιδίδεται στην ερωτική πράξη, μαζί και δέρνει, κρατώντας παράλληλα και πιο αλάθητα κι απ’ τον Πάπα τον ρυθμό, 3-4 κομμάτια από αυτά που όλο λέμε ότι δεν θα ξαναγραφτούν πια, και άλλα 4-5 που πολλές φτασμένες μπάντες θα παρέβαιναν ευχαρίστως την έβδομη εντολή για να τα συμπεριλάβουν στους δίσκους τους.

Για να παρλάρω ακόμη λίγο, αφού αυτός ο δίσκος μου άνοιξε την όρεξη, να συμπληρώσω στα σχετικά με τα κομμάτια ότι οι τύποι κατορθώνουν να γράψουν ένα συνώνυμο, μα πολλά κιλά ωραιότερο και ανατριχιαστικότερο Christine από αυτό των Dubrovniks, και συνάμα τα In My Room και Bring Down The Sun, που είναι από εκείνη την στόφα των τραγουδιών που μπορούν να σε κρατήσουν καυλωμένο με το rock and roll όλα αυτά τα όχι πάντα όμορφα και ερωτικά χρόνια που μεσολαβούν από την εφηβεία μέχρι την...ωριμότητα.   
Για ακόμη πιο πέρα δεν μπορώ να εγγυηθώ, όχι για τα συγκεκριμένα μόνο, μα για οποιοδήποτε τραγούδια...

Κι επειδή γεωγραφικά είμαστε κοντά στη Σκανδιναβία, θα ήταν εύστοχο νομίζω να παραλληλιστεί αυτός ο δίσκος – και πάλι όχι απαραίτητα σαν αξία αλλά τουλάχιστον σαν την αίσθηση που αφήνει στο άκουσμά του- με το Histamin των αείμνηστων My Midnight Creeps, ή και το All Wrecked Up των Nomads, και αν αφήσουμε κατά μέρος τη γεωγραφική εγγύτητα, ακόμη και με το Hit By Hit των Godfathers ή το  Cinema Verite των Dramarama…τι θυμάμαι κι εγώ καμιά φορά ε; 

Εν κατακλείδι, οι τύποι  παίζουν rock and roll όχι γιατί όπως πολλοί άλλοι, βαρέθηκαν και δεν έχουν τι να κάνουν έτσι τυλιγμένοι που βρέθηκαν με την ασφάλεια και τα φράγκα του μπαμπά, ούτε για να βγάλουν φράγκα ντε και καλά.
Οι λεγάμενοι παίζουν rock and roll γιατί τους την έσπασε η γκόμενα και ίσως βαρέθηκαν να ακούν για φράγκα γενικά, ακόμη και τη καλύτερη γκόμενα με τα φράγκα τη βγάζει κι ο πιο βλάκας, αλλά  η μαγκιά είναι και το ξέρουν ενδόμυχα όλοι, ακόμη και ο φραγκάτος βλάκας, να την βγάζεις με το τίποτα, και βαρέθηκαν να ακούν το ίδιο άκαυλο rock από στυλάτους μπρούκληδες, και τις ίδιες μαλακίες, χαχανητά και κολακείες, και...βασικά ξέρετε τι βαρέθηκαν, ότι έχετε βαρεθεί κι εσείς εδώ γύρω, στην ωραία ατμόσφαιρα του πλανητικού χωριού που ζούμε.  

bandcamp

Πρώτη δημοσίευση: στο mic.gr