Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Orphan Drugs#18 (a Johnsong for) Robert Johnson


The blues
is a low-down shakin' chill

Σ΄ ένα χαμένο σταυροδρόμι, κάτω στου βάλτου τα χωριά, κει δίπλα στο μαύρο ποτάμι που αρχαίο σαν το φίδι κυλάει, μ’ έβρισκε πολλές φορές το μεσονύχτι, κάτω απ’ το φτηνό φως ενός φτωχού και μόνου φεγγαριού, κάθιδρος να περιμένω.
Μα δεν μ’ έβρισκε άλλο τίποτα και άλλος κανείς.
Για να μου κουρδίσει το μυαλό, και να μου μάθει σε λίγα μέσα λεπτά την τέχνη του γραψίματος, η της κιθάρας της μοναδικής, να γίνω της γυναικείας καρδιάς κατακτητής, ο βασιλιάς του Δέλτα έστω για μια νύχτα, και γιατί όχι την τέχνη αυτή της ίδιας της ζωής.
«Πάψε ανόητε, αυτά είναι πράγματα που δώρο δεν σου τα δίνουν, μήτε μπορείς να τ’ αγοράσεις. Αυτά μόνος σου θα πρέπει να τα μάθεις, τις γέφυρες όταν θα τις καις πριν ακόμη να τις περάσεις.»
Μάταια αγωνιούσα, ξόρκια κόντρα στον άνεμο πετούσα, κατάρες κι ευχές μουρμούριζα σε μια φωτιά μπροστά, ομοίωμα μικρό της κόλασης, γρύλιζα και τραγουδούσα.
Μέχρι το πρώτο χάραμα, κι ύστερα σαν γάτος γέρικος και βρεγμένος, έσμιγα με της πρωινές σκιές, γινόμουν ένα με το μούχρωμα, στο άθλιο σπίτι μου καθώς γυρνούσα.
Άλλη μια χαμένη μέρα, ακόμη μια χαμένη νύχτα…λοιπόν.
Ήταν αβάσταχτη η σκέψη αυτή, ότι μαζί με της μέρας τα στοιχειά, με είχαν ξεχάσει ολοκληρωτικά και οι πλάνητες της νύχτας.
Κρυβόμουν στο λαγούμι μου, μακριά από ήλιου και ανθρώπου μάτι, την μαύρη καρδιά μου γυμνή, κανείς, ευγνώμων ας είναι για αυτό, να μη μπορέσει να δει, κρυμμένη να είναι στους αιώνες σε δάσος σκοτεινό, άκουγα τα λιγοστά, μια χούφτα τα τραγούδια του, και ξανασχεδίαζα τον μυστικό μου χάρτη.  
Ήμουνα έτοιμος από καιρό, μια τρικυμία στο μυαλό, τα πάντα όσα είχα να πουλήσω, αν και πολλά δεν ήταν, δε τα λες, μια ψυχή κι αυτή παντέρμη λειψή, το μόνο που είχα στον έμπορο να δείξω. Μα τούτος ο αγοραστής ήταν πονηρός, αλίμονο και αλίμονο μου.
Κόλπα μαγικά και υπομονή έχει πολλά, και τους άσσους πολλούς κριμένους στην μυτερή ουρά του. 12 οι ώρες είναι συχνές μα μόνο μια η δικιά του. Κι όλα τα  σταυροδρόμια γρήγορα η αργά ,περιμένουν την καταραμένη ώρα αυτήν, την ώρα την δική του.
Μαζί και άνθρωποι πολλοί, μεγάλοι και μικροί, πλούσιοι ή φτωχοί, νομίζουν πονηροί, που βιάζονται γρήγορα το φως το θεϊκό να δουν, όσο-όσο για αυτό να ‘ρθουν, σε μια συμφωνία νυχτερινή, μαζί του.
Μια τέτοια νύχτα, μια τέτοιαν ώρα, έχει χρόνια πολλά, που ήρθε τελικά και στο σταυροδρόμι το δικό μου.
Δεν ξέρω τι αγόρασα, μα σίγουρα όχι τραγούδια 29, αφού είχα περάσει προ πολλού τα χρόνια τα 27, και το δηλητήριο δεν με πιάνει πια, δεν είδα δε άκουσα ήταν σκοτάδι πηχτό, και η σιγή του απολύτου.
Μόνο ξέρω τι πούλησα, το ξέρω καλά, ο θεός να σώσει την ψυχή μου. 

Ψυχή του ανθρώπου πως μοιάζεις στο νερό, μοίρα του ανθρώπου πως μοιάζεις στον άνεμο.