Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Βαλπαράιζο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Βαλπαράιζο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Ο Βαλπαράιζο (IV)




Κεφάλαιο IV


Ε λοιπόν, την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, πέρασε και με πήρε με το σαραβαλάκι του ο Λα Τους, και πήγαμε καρφί, με σπασμένα τα φρένα, για την αναγνώριση του Βαλπαραϊζούχου χεριού.
Και όπως ακριβώς είχα περιγράψει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες χθες στον Λα Τους, μέσα σε κείνο το ψυγείο ήταν το χέρι του Βαλπαράιζο, κοσμημένο με το γνωστό τατουάζ, στο ίδιο ακριβώς σημείο, με τις ίδιες ακριβώς ατέλειες στο χτύπημά του, τη φθορά του χρόνου, αλλά και δίχως το τατουάζ, ένα ήταν σίγουρο... ήταν το χέρι του διάολε! δεν χωρούσε καμιά αμφιβολία, το είδε με τα ίδια του τα μάτια κι ο Λα Τους και δεν μπόρεσε παρά να πνίξει έναν λυγμό, γνέφοντας καταφατικά.

Το είδαν στα μάτια μας και ο νεκροτόμος που μας άνοιξε το ψυγείο, το είδαν και οι μπάτσοι που μας πήραν έπειτα για κατάθεση, αλλά αφού τόσα-όσα ξέραμε τόσα τους είπαμε, τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο, και εφόσον δεν έδειχναν να χολοσκάνε ιδιαίτερα για την τύχη του υπόλοιπου μέρους του ιδιοκτήτη του χεριού, μας ξεφορτωθήκανε γρήγορα, αφήνοντάς μας να φύγουμε, πράγμα που κάναμε δίχως δεύτερη κουβέντα, και αφού πρώτα εφοδιαστήκαμε με ένα μικρό σένιο φερετράκι από τις Funeral Services Baboulas & Son, παραλάβαμε το χέρι, το βάλαμε μέσα, μπήκαμε στο αμάξι και να ’μαστε τώρα, αργά το απόγευμα, στο ερειπωμένο νεκροταφείο της Άνω Πουτσουνάρας, μόνοι κι έρημοι ο Λα Τους κι εγώ, μπροστά σε έναν σκαμμένο λάκκο, δίχως γυναίκες, χήρες κι ορφανά, συντετριμμένους συγγενείς και λοιπές μαυροφορεμένες και αναμαλλιασμένες δυνάμεις, δίχως παπά, μανουάλια και πετραχήλια, να κάνουμε την κηδεία του Βαλπαράιζο... ή τουλάχιστον ότι απέμεινε από δαύτονε...

Αποτελούσαμε σίγουρα μια θλιβερή σκηνή, εντελώς αντάξια του μύθου του Βαλπαράιζο έτσι όπως τον είχαμε πλασμένο στο μυαλό μας, αλλά και πάλι, μήπως αυτή ακριβώς η σκηνή, στην αυλαία μιας πορείας ενός ανθρώπου, όπου υπήρξαν πάμπολλες φορές και στιγμές που θα έκαναν ακόμη κι έναν άγιο να βλαστημήσει, δεν έδινε άραγε ένα απόλυτα ταιριαστό μέσα στην ταπεινότητά του, τέλος;

Αυτή ακριβώς η ερημιά, τα απύθμενα, σκοτεινά βάθη της θάλασσας όπου αναπαυόταν ως την αιωνιότητα το υπόλοιπο σώμα του φίλου μας, και η εδώ εκκωφαντική σιγή που την διέκοπταν μόνο τα σποραδικά κρωξίματα των καλιακούδων, οι σκιές μας που τρεμόπαιζαν στις τελευταίες αχτίδες του ήλιου σαν το στάρι στον λειμώνα, ο αέρας που έφερνε και έπαιρνε μακριά αχνούς, απροσδιόριστους ήχους, την πανταχού παρούσα σκόνη, την μνήμη, στο τέλος-τέλος τις ζωές μας τις ίδιες, μήπως όλα αυτά τα λίγα τα πολλά, δεν ήταν κάτι μοιραίο, νομοτελειακό, σε μια τέτοια ώρα, στην, έτσι κι αλλιώς από όποια πλευρά και να το δει κανείς, μαζί με την γέννηση, πιο μεγαλειώδη στιγμή κάθε πορείας και ζωής;...

Χάθηκα όμως μέσα στις σκέψεις μου... στα πρακτικά, εγώ είχα αναλάβει να σκάψω την τρύπα και τώρα στεκόμουν καταϊδρωμένος, ανασαίνοντας βαριά, απέναντι, με τον λάκκο και το φερετράκι μέσα του να με χωρίζει από τον Λα Τους, που σαν πιο μορφωμένος είχε  αναλάβει τα περαιτέρω...

Έβηξε για να δοκιμάσει τη φωνή του, κοίταξε ψηλά τον ουρανό, μετά τον ορίζοντα στη δύση, και στο τέλος ξανά κάρφωσε το βλέμμα στο φερετράκι...

«Ποία τοῦ βίου τρυφὴ διαμένει λύπης ἀμέτοχος; Ποία δόξα ἔστηκεν ἐπὶ γῆς ἀμετάθετος; Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα· μία ῥοπή, καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται…»

«Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ. Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει». 

 »Αμήν μαν»

«Αμήν»

Κοιταχτήκαμε στα υγρά μάτια, λες και προσπαθούσαμε να αναπληρώσουμε προς χάριν του τελετουργικού, τους απαρηγόρητους συγγενείς που απουσίαζαν...

«Αυτό ήταν λοιπόν Λα Τους;»

«Αυτό ήταν μαν... πάει... να ’ταν κι άλλος... εδώ που είμαστε ήταν, κι εκεί που πάει, πάμε... και δεν μπορεί κανείς να κάνει κάτι γι’ αυτό... το θέμα είναι μόνο, ως τότε που θα ‘ρθει η ώρα, το θέμα είναι να μη παραδίνεσαι...» δήλωσε σοβαρός και βλοσυρός, σαν Ρωμαίος αυτοκράτορας-φιλόσοφος ο Λα Τους.

«Ωραία τα μοίρασες ρε μαν, σοσιαλιστικά, έβγαλα κάλους εγώ στα χέρια μου να σκάβω, κι εσύ την έβγαλες πούδρας με τέσσερις στίχους» έκανα, για να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα...

«Ψηλάκι μου άσε τη μίρλα... ειλικρινά σου λέω, θα ήθελα κάποιος από μας να ξέρει να παίζει μπαντονεόν, ή έστω ακορντεόν, ή έστω να τραγουδάει λίγο υποφερτά, ή τουλάχιστον να θυμόμουν όλους τους στίχους, και να τραγουδούσαμε μαζί εκείνο το τραγούδι, έτσι, ακαπέλα, αγγαλιασμένοι, όπως το τελευταίο βράδυ που είδαμε τον Βαλπαράιζο πριν φύγει ξανά και για πάντα όπως αποδείχτηκε, το βράδυ που με το μικρό του μπαντονεόν που το είχε μάθει και φέρει από την Αργεντινή, μας το τραγούδησε και μεις σιγοντάραμε στο ρεφρέν, θυμάσαι;… δυστυχώς εγώ πλέον θυμάμαι μόνο τους τελευταίους δύο στίχους αυτού του ρεφρέν» αποκρίθηκε πάντα ετοιμόλογος ο Λα Τους και αμέσως συντονιστήκαμε και πιάσαμε μαζί και τραγουδήσαμε με τις αγριοφωνάρες μας πέντε-έξη φορές απανωτά εκείνο το δίστιχο του παλιού ναυτικού και τυχοδιωκτικού τραγουδιού...

There's plenty of gold, so I am told
On the banks of Sacramento

Μας φάνηκε λίγο, και σπεύσαμε να το συμπληρώσουμε με ακόμη μια επαναλαμβανόμενη εξάδα από το πρώτο τετράστιχο, το μόνο που ξέραμε, του τραγουδιού που είχαμε μάθει μέσα στο Νησί των θησαυρών του Στίβενσον...

Fifteen men on a dead man's chest
Yo ho ho and a bottle of rum
Drink and the devil had done for the rest
Yo ho ho and a bottle of rum

Ξαναμμένοι απ’ το τραγούδι, αφού ρίξαμε από μια χεριά χώμα στο κοφινάκι, εγώ έφτυσα τις χούφτες μου κι έπιασα με το φτυάρι γρήγορα κι αγκομαχώντας να σκεπάζω την αποτρόπαια τρύπα, κι ο Λα Τους ετοίμασε έναν τσίλικο ξύλινο σταυρό από κλαδιά λεύκας, και όταν τέλειωσα με τα χώματα, τον καρφώσαμε πάνω στο φρεσκοστρωμένο χώμα... πλέον πραγματικά δεν έμενε τίποτε άλλο να κάνουμε πια... το σκουλήκι ως είθισται θα αναλάμβανε τα υπόλοιπα...

Κάτσαμε ανάμεσα στα κυπαρίσσια, στο παγκάκι της άκρης του νεκροταφείου, που έβλεπε την Κάτω Πουτσουνάρα πανοραμικά.
Η μέρα έφτανε στο τέλος της αργά και ήσυχα, δίχως κορυφώσεις και δράματα, δίχως τυμπανοκρουσίες και παράτες, όπως ακριβώς η μικρή ιστορία που σας αφηγήθηκα.

Ο Λα Τους άναψε ακόμη ένα από τα φαραωνικά τσιγάρα του, ρούφηξε τον καπνό μέσα λαίμαργα και βαθιά, και μέτρησε φωναχτά τα λιγοστά φώτα που είχαν ήδη ανάψει στην Κάτω Πουτσουνάρα. Εφτά τον αριθμό.

«Ρε τον Βαλπαράιζο... τι να τριγυρνούσε όλη την ώρα στην κούτρα του τελικά, δεν θα το μάθουμε ποτέ...» μίλησα κι εγώ με την σειρά μου με βαθύ φιλοσοφικό ύφος.

«Μιας που το ’φερε η κουβέντα στον Βαλπαράιζο ψηλέ μου» ξεκίνησε ο Λα Τους με ύφος, κάτι μεταξύ αν όχι χιλίων, τουλάχιστον κάποιων εκατοντάδων καρδιναλίων και ενός πολύ πονηρού βλάχου «μιας που το ’φερε η κουβέντα και όσο έχει φως ακόμη, θέλω να σου δείξω κάτι...» είπε, κι έπιασε αργά να βγάζει έναν φάκελο από την εσωτερική τσέπη του σακακιού.
Μέσα από τον φάκελο, που είχε τυπωμένη πάνω του την γνωστή μας πια, σφραγίδα των ταχυδρομείων της Χιλής, και αποστολέα το όνομα Εμιλιάνο Μαγγελάνες, έβγαλε μια κάρτα, που πάνω της είχε κολλημένη, μια φωτογραφία...
Εκεί με φόντο ένα φάρο και τον κυματισμένο Ειρηνικό προφανώς, διακρινόταν μακριά μεν καθαρά δε, και ως συνήθως χαμογελαστοί, ο Εμιλιάνο και ο Κουζ Μουνή...

«Πότε σου την στείλανε αυτή ρε Λα Τους;» τον ρώτησα...

«Σήμερα το πρωί την βρήκα στο ταχυδρομικό κουτί μαν μου» συνέχισε πάντα με το καρδιναλιοβλάχικο χαμόγελο κολλημένο στο στόμα ο Λα Τους.

«Γράφει τίποτα από πίσω;»

Γυρίσε την κάρτα όπου απ’ όσο μπορούσα να δω, ήταν ορνιθοσκαλισμένα σε άπταιστα ελληνικά, όσο άπταιστα μπορούν να είναι τα γράμματα με τον γραφικό χαρακτήρα κάποιου που μόλις ξεκίνησε να μαθαίνει την ελληνική γραφή, όπως ο Εμιλιάνο Μαγγελάνες, ή... και τον γραφικό χαρακτήρα ενός δεξιόχειρα που προσπαθεί να γράψει με το αριστερό, συμπλήρωσε ο Λα Τους διαβάζοντας ξανά την σκέψη μου... γύρισε την κάρτα λοιπόν, και διάβασε, καρδιναλιοβλάχικα πάντα, Λατουσικά και φωναχτά:

«Από την Άνω Πουτσουνάρα ως τον φάρο της άκρης του κόσμου, ήταν μεγάλο το ταξίδι, μόχθος, όνειρο και πάλι μόχθος και πάντα στο τέλος ξόδι, αλλά άξιζε... Θεός σχωρέστον και μη φοβού!».

«Ποιητικότατο! λες και το έγραψε ο ίδιος ο Βαλπαράιζο» σχολίασα...

«Θα μπορούσε ψηλέ μου, τα πάντα θα μπορούσαν...» έκανε δυσοίωνα, μέσα απ’ τα δόντια του ο Λα Τους, και ξαναγύρισε την κάρτα στη μεριά της φωτογραφίας...

«Για να ’χουμε καλό ρώτημα ρε ψηλέ... δε βλέπεις τίποτε περίεργο στη φωτογραφία;»

Συνοφρυώθηκα και κοίταξα ώρα και με προσοχή.

«Είναι και μακρινή η λήψη Λα Τους, τι να δω... ο φάρος σαν να θέλει ένα βαψιματάκι ε;...»

«Ναι, και τα μαγαζιά του Κουζ Μουνή είναι ξεκούμπωτα! Ψηλέ μου όσο κι αν σ’ αρέσει ο Μάρλοου, για ντετέκτιβ δεν κάνεις... και τώρα που το καλοσκέφτομαι δεν μπορώ να βρω και τίποτα που να κάνειςτελικά», με καταχέρισε βλάχικα κι αμείλικτα...

»Το μανίκι του πουκαμίσου που ανεμίζει σαν απολειφάδι μαύρης πολυκαιρισμένης σημαίας, το μανίκι, εκεί στην άκρη της φωτογραφίας που κόβεται και μας κρύβει το υπόλοιπο σώμα, εκεί ντε! μπροστά από τα κύματα που έρχονται και σμίγουν από δύο ωκεανούς, αυτό το ορφανό, σακάτικο μανίκι που ψάχνει το ταίρι του, που ψάχνει το χέρι του, δεν το βλέπεις;».

ΤΕΛΟΣ







Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Ο Βαλπαράιζο (ΙΙΙ)



Κεφάλαιο ΙΙΙ


Ο Βαλπαράιζο, δεν ήταν ούτε όμορφος ούτε κι άσχημος, ούτε ψηλός ούτε κοντός, μονάχα λεπτός, ξερακιανός, με μια μύτη γαμψή σαν ινδιάνος chief, δεν ήταν χριστιανός, μήτε μωαμεθανός, ούτε και ανήκε κανενός, όλους ίδιους έβρισκε τους ανθρώπους, σ’ όσους κι αν πήγε τόπους, είχε πάντα εκείνη τη λάμψη στα μάτια του, και κάπου-κάπου, δηλαδή εδώ που τα λέμε, μεταξύ μας, συχνά-πυκνά, στα μάτια των άλλων, πέρναγε για τρελός...

Με τον Βαλπαράιζο λοιπόν, γνωριζόμασταν κι ήμασταν φίλοι από μικρά παιδιά, από τη πρώτη δημοτικού, όταν είχε έρθει στο σχολείο μας στο χωριό, στην Κάτω Πουτσουνάρα. Αυτός ήταν από την Άνω που έστεκε σκαρφαλωμένη και σχεδόν ερημωμένη μετά τον εμφύλιο πάνω στο βουνό, και όπου δεν υπήρχε σχολείο.
Πατέρα δεν είχε γνωρίσει, λεχώνα ήταν η μάνα του όταν τον πλάκωσε το τραχτέρ στο χωράφι, κι έτσι έμεινε μοναχοπαίδι, και μαζί με δύο δίδυμες και ένα αγόρι, γειτονάκι του, τα μοναδικά παιδιά του χωριού.

Μέτριος μαθητής, μέτριος κοριτσοκατακτητής, αλλά πρώτος στις κοπάνες και στις παιδικές διαβολιές, ατρόμητος σε όλα και... «ίσως αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό του, να ήταν το μόνο που προμήνυε ότι κάποτε θα γινόταν εξέχον, και μπορούμε να πούμε σημαίνον μέλος, της απανταχού και διαχρονικής αδελφότητας των τυχοδιωκτών παραμυθάδων, στης οποίας τον λόγο είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις που τελειώνει η αλήθεια και που αρχίζει το ψέμα, και το ανάποδο φυσικά» πετάχτηκε από την γωνιά του μονολογώντας ο Λα Τους λες και διάβαζε τις σκέψεις μου.

Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και τρία ποτήρια είχαν κάνει επίσης ως δια μαγείας την εμφάνισή τους στο τραπέζι.
«Ψηλέ... άιντε... αιωνία του η μνήμη του Βαλπαράιζο, ζωή σε λόγου μας» έκανε την πρόποση ο Λα Τους χύνοντας παράλληλα το περιεχόμενου του τρίτου, ορφανού ποτηριού, στο πάτωμα.

«Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε Λα Τους... υγεία και σε σας Δον Ταρκίνιο και Φιοντόρ Τιμοφέιτς», ύψωσα το ποτήρι μου στη μεριά των γάτων του Λα Τους που στο μεταξύ, επιστρέφοντας από την απογευματινή τους κεραμιδότσαρκα, είχαν κάνει την εμφάνισή τους μέσα στο δωμάτιο...

«Ψηλέ... μάζεψε τα σέα μας και πάμε να κάτσουμε μπαλκόνι, τώρα που πέφτει ο ήλιος και θα βγάλει αεράκι... έλα κι εσύ Δον Ταρκίνιο, κι εσύ Φιοντόρ Τιμοφέιτς... ελάτε παιδιά μου, όλοι μαζί... ας υψώσουμε τα ποτήρια μας ανάμεσα στα ερείπια... ας τα υψώσουμε όχι προς το μέλλον, μα προς το παρελθόν!» είπε ο Λα Τους , έχοντας πάρει το ύφος εν έκσταση ποιητή...

Ο ήλιος έδυε ματώνοντας τα σύννεφα, τις μούρες μας και την άσπρη ποδιά του Δον Ταρκίνιο που έκατσε στο χαλάκι παρέα με το φιλαράκι του τον Φιοντόρ, και με μισόκλειστα μάτια κοιτούσαν εκστατικά, σαν Αιγυπτιακές Σφίγγες, τον πορφυρό δίσκο να χάνεται στον ορίζοντα.

Ένας θόλος από φώτα, μηχανικούς θορύβους και ανθρώπινους ήχους αιωρούνταν πάνω από την πόλη.

Εμείς όμως τον αγνοούσαμε επιδεικτικά, και αγναντεύαμε  σκεφτικοί και σιωπηλοί προς τη Δύση, εκεί που μίλια μακριά φώλιαζε σαν ξεπουπουλιασμένο κοράκι, ανάμεσα στους δίδυμους λόφους, υφασμένη με τον ιστό της αράχνης, η έρημη εδώ και χρόνια Άνω Πουτσουνάρα.

Μια φιδίσια γλώσσα καπνού αναδυόταν από το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο του ο Λα Τους, που είχε ξαναπιάσει να μονολογεί κάτι δικά του, ακατάλυπτα, μα μέσα από τις φράσεις του, όπως κάτω από το μολύβι του σκιτσογράφου, έπαιρνε σάρκα και οστά, όλο και πιο καθαρά η μορφή του Βαλπαράιζο...

Του μικρού Μήτσου, να πηδάει ουρλιάζοντας σαν αγρίμι, ενδεδυμένος μόνο το σώβρακο του, από την ύψους δέκα μέτρων και βάλε, γέφυρα του ποταμού, μέσα στα θολά νερά του. Πριν τον ακολουθήσουμε κι εμείς, εγώ κι ο Λα Τους, στο πρώτο μας καλοκαιρινό μπάνιο... Τετάρτη του δημοτικού θα ήταν...

Του Μήτσου που χάζευε με τις ώρες μέσα στην τάξη τον Μέγα Άτλα, τον παγκόσμιο χάρτη που ήταν κρεμασμένος στον τοίχο της πρώτης γυμνασίου. Ίσως γι’ αυτό να έμεινε μετεξεταστέος εκείνη τη χρονιά.

Από εκείνον τον χάρτη του κόλλησε και το να πάει κάποτε, «όταν μεγαλώσει» όχι στο Βαλπαραΐσο όπως ήταν το σωστό, μα στο Βαλπαράιζο όπως συνήθιζε να το προφέρει... τον γήτεψε το όνομα, κάτι έλεγε τον καλούσε από κει μακριά, η εμμονή του με τον καιρό έγινε σχεδόν μυστικιστική ... και όπως όλοι θα πρέπει να ξέρουμε πια, οι ιδέες μοιάζουν πολύ με τις ψείρες... άμα σου κολλήσουν... καλά ξεμπερδέματα... στην καλύτερη περίπτωση σου μένει αμανάτι ένα, μπορεί και νόστιμο, παρατσούκλι. Στη χειρότερη... βρίσκουν το χέρι σου να κολυμπάει μόνο του...

Στο γυμνάσιο όμως είχαμε μείνει... με τον Μήτσο χάρτες να χαζεύει, αλλά και να τραγουδάει, "Walkin' through the city lookin' oh so pretty I've just got to find my way", με χάλια προφορά είναι αλήθεια, προφορά Άνω Πουτσουνάρας θα μπορούσαμε να πούμε αν ήμασταν κακεντρεχείς, αλλά όπως και να ‘χει... μαγκάκι στους δρόμους της πόλης, στην πρώτη μας κοπάνα... οι τρεις μας μαζί με το γυφτάκι τον Ζαμπέλο... καλή του ώρα όπου κι αν κλωθογυρίζει...

Έπειτα, λίγο αργότερα, και με τη βούλα εφηβεία πια, να σπαταλάει μαζί μας σε ένα βράδυ, σε μια Παρασκευή, κάθε Παρασκευή, κερνώντας ρακές και φαγητά και μετά πάλι ποτά, όλο το βδομαδιάτικο που έπαιρνε από το ξυλουργείο όπου δούλευε... αυτός τα παράτησε τα γράμματα στο λύκειο... εγώ κι ο Λα Τους συνεχίζαμε και εις ανώτερα...

Και λίγο αργότερα, λίγο πριν τα εικοστά του γενέθλια, να μας χαιρετάει δήθεν μελοδραματικά από μακριά, κουνώντας στον αέρα σαν μαντίλι, το ναυτικό του φυλλάδιο, και να περνάει την είσοδο του λιμανιού τρεκλίζοντας από το ποτό, ψάχνοντας να βρει τον σωστό ντόκο, για να ξεκινήσει το πρώτο του ταξίδι.

Η πρώτη κάρτα από το Ριο Ντε Τζανέιρο η δεύτερη από το Πούντα Αρένας και η τρίτη από που αλλού... από το Βαλπαραΐσο... ακολούθησαν πολλές, σχεδόν από κάθε άκρη, κάθε θάλασσα και κάθε λιμάνι του κόσμου... από το Βλαδιβοστόκ μέχρι την Τουαράνγκα, από το Κέιπ Τάουν μέχρι το Μόλντε κι από το Βανκούβερ μέχρι το Κάμπο Ντε Όρνος...

Είναι και οι ιστορίες, οι περιγραφές του απ’ το ναυάγιο, το κολύμπι όλη νύχτα ανάμεσα στα πτερύγια των καρχαριών, στο τέλος ο μόνος επιζών, να κοιτάζει σαν χαμένος, μαγεμένος, ωσάν ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο, από την ακροθαλασσιά την ανατολή, πάνω σε ένα μικροσκοπικό, κοραλλιογενές νησί του Ειρηνικού όπου τον ξέβρασαν τα κύματα, μέσα από την καλύβα του ναυαγού, μια καλύβα φτιαγμένη με σκελετό από παΐδια φάλαινας...

Κι ύστερα πάλι, αλλού... ένα άλλο φεγγάρι, για κάποια φεγγάρια, κουρέας, νεκροθάφτης κι οδοντίατρος στο νησί του Πάσχα, στο μαγαζάκι που στέγαζε αυτές και κάμποσες ακόμη, ανομοιογενείς θα λέγαμε, δραστηριότητες, παρέα και συνέταιροι με τον ιθαγενή, τον Κουζ Μουνή, τον άνθρωπο που τον είχε σώσει απ’το ερημονήσι... η σκούφια του κρατούσε από τον Χαβανέζο πάλε ποτέ αρχηγό, Τιρριομπού Μουνή, που εκεί πίσω στα 1779 είχε την τύχη να δοκιμάσει ξεροψημένο, λίγο από το κρέας του θρυλικού θαλασσοπόρου κάπτεν Τζέιμς Κούκ, κι από τότε μέσα στην φυλή του οι απόγονοι του θεωρούνταν αν όχι ημίθεοι, τουλάχιστον εις τον αιώνα ευλογημένοι... έλεγε ο Βαλπαράιζο...

Αλλά του Βαλπαράιζο το πεπρωμένο ήταν ο δρόμος και τα κύματα... πάλευε μαζί τους, και πάλευε θαρρείς να δει, να βρει, μέσα σ’ αυτόν τον απέραντο καθρέφτη τη θάλασσας, τον εαυτό του... έτρεχε συνέχεια μπροστά, σαν να ήθελε να πιάσει τον ορίζοντα, σαν να τον έσπρωχνε ένας κακός άνεμος, ίσως ένας παγωμένος pampero…

Kανείς δεν ξέρει πως και γιατί, έπειτα από λίγο βρέθηκε στην άκρη άλλου ωκεανού, στο Τριστάν Ντα Κούνια της Αγίας Ελένης, να σερβίρει ποτά στο μπαρ Albatross, πριν μπαρκάρει πάλι ξαφνικά, αφού είχε αποκτήσει και το δεύτερο πιο χαρακτηριστικό τατουάζ –η γοργόνα κοντά στην καρδιά που είχε χτυπήσει στο πλοίο, είναι τόσο κλασσική που κανονικά δεν θα έπρεπε καν να την αναφέρω ούτε σε παρένθεση όπως κάνω τώρα- στην πλάτη του αυτή τη φορά, ένα δικέφαλο άλμπατρος με τις φτερούγες απλωμένες σε στάση πτήσης, που συναγωνίζονταν στα ίσα τις φαραωνικές διαστάσεις των τσιγάρων του Λα Τους.

Τον επόμενο χρόνο η σφραγίδα του ταχυδρομείου μαζί και το χνάρι του Βαλπαράιζο είχε το όνομα του Κούσκο στο Περού, όπου έκανε εξορύξεις λέει σε ένα παράνομο χρυσωρυχείο, και να ετοιμαζόμαστε για χοντρά φράγκα, του παραχρόνου όμως έφτασε ένα γράμμα από το Σάο Πάολο, απ’ όπου μας ανακοίνωνε ότι μόλις τελείωσε την εκμάθηση και ξεκινάει να δουλεύει σαν δάσκαλος Βραζιλιάνικου Ζίου Ζίτσου, και μετά από ακόμη έναν χρόνο, οι κάρτες ερχόταν κατευθείαν από την πόλη του πεπρωμένου του ξανά, το Βαλπαραΐσο, εκεί έλεγε φούνταρε την άγκυρα, από εκεί έρχονταν τα γράμματα που έγραφαν για μεγάλες δουλειές, και μεγάλη ζωή, γυναίκες, Ινδιάνες, αραπίνες και λευκές, λάγνες ερωτιάρες, ποτά, χορτάρια και γούστα ακριβά, ντόπιους ναρκέμπορους που πετούσαν τους εχθρούς τους από ελικόπτερα τις νύχτες στον ωκεανό, άπληστους gringos που καλό θα ήταν να γυρίσουν γρήγορα σπίτι τους, Ρώσους μαφιόζους που μέσα τους κυλούσε βότκα αντί για αίμα, τι να θυμηθείς τι να ξεχάσεις, τι πιστέψεις και τι να πετάξεις... το μόνο σίγουρο είναι ότι όλα του τα γράμματα άρχιζαν με ένα απόλυτα σοβαροφανές «Αγαπητοί και εντιμότατοι φίλοι μου» και τέλειωναν με τους στίχους ενός από τα πιο αγαπημένα του τραγούδια... μαζί με τα ισπανικά, το ‘χε μάθει πια φαρσί και το αγγλικό:

"All the lonely people, Where do they all come from? All the lonely people, Where do they all belong?" για να τους επισφραγίσει και πάλι κάθε φορά, έτσι σαν παρασύνθημα, με μια λακωνική, αλλά μεγαλοπρεπή, βιβλική παρένεση προς εμένα και τον Λα Τους: “Μη φοβού!”

Στο μεταξύ εμείς, ο Λα Τους κι εγώ, μεγαλώναμε σαν όλα τα κανονικά παιδιά, ήμασταν μόνο λίγο ρεμάλια αλλά και τι μ’ αυτό; στο μεταξύ η μάνα του Μήτσου ύστερα από έναν ποταμό δακρύων πήγε και πέθανε, συχωρέθηκε, όπως κάνουν αργά ή γρήγορα όλες οι μανάδες, στο μεταξύ η Κάτω Πουτσουνάρα ερήμωνε από νέους κι αυτή, μας τραβούσαν τα φώτα της πόλης όπως μια τρίχα σέρνει καράβι στο βουνό, στο μεταξύ οι επιστροφές του Λύκου, έστω για λίγο στα πάτρια, με τον καιρό έγιναν ακόμη λιγότερες, ούτε που θυμάμαι πια πότε ήταν η πιο πρόσφατη, ίσως επτά-οκτώ χρόνια πίσω, ο Λα Τους σίγουρα θα θυμόταν ακριβώς χρονιά, μήνα, ώρα μέχρι και λεπτά, αλλά δεν ήθελα να διακόψω την συνομιλία του με τα πνεύματα, στο μεταξύ τηλέφωνα και ιμέιλ ο Βαλπαράιζο δεν τα γούσταρε, τα απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι, και το ταχυδρομείο λύση ανάγκης ήταν έλεγε, θα προτιμούσε σήματα καπνού και ταχυδρομικά περιστέρια, έστω έναν τηλέγραφο ρε παιδί μου, όμως στο μεταξύ και οι κάρτες και τα γράμματα αραίωσαν, το τελευταίο θα έχει δύο με τρία χρόνια, άραγε τι μπορεί να είχε μεσολαβήσει από τότε; που αλλού, σε ποιο λιμάνι σε ποια κακόφημη γωνιά, θα μπορούσε να τον έχει ρίξει το μεγάλο κύμα του χρόνου, τις μέρες που κύλισαν από εκείνο το γλυκό πρωινό που αποθανατίστηκε στη φωτογραφία που μας είχε στείλει τότε, και όπου φαινόταν να ποζάρει χαμογελαστός και ευτυχισμένος ξενύχτης, ανάμεσα στους φοίνικες του Βαλπαραΐσο μαζί με το νέο του συνεταιράκι, όπως λακωνικά έγραφε στο πίσω μέρος, τον Εμιλιάνο Μαγγελάνες, μια ινδιανόφατσα σαν δρεπανηφόρο δεξί μπακ του παλιού καλού καιρού, αγνώστων λοιπών στοιχείων, τι θα μπορούσε να έχει μεσολαβήσει λοιπόν, έτσι ώστε να βρεθεί το χέρι του εκεί όπου βρέθηκε;… όμως και πάλι, στο μεταξύ το σκοτάδι μας είχε τυλίξει σαν την μπέρτα του Κόμη Δράκουλα... στο μεταξύ ο Φιοντόρ Τιμοφέιτς νιαούρισε με παράπονο... τον ακολούθησε πάραυτα κι ο Δον Ταρκίνιο... αυτή η νιαουριστική συμφωνία έδειχνε ξεκάθαρα ότι ήταν η ώρα του φαγητού... και στο μεταξύ έπρεπε με τον Λα Τους να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε το επόμενο πρωινό... να πάμε τελικά ή μήπως όχι στην αστυνομία και το νεκροτομείο , για να αναγνωρίσουμε από κοντά το Βαλπαραϊζούχο χέρι;

Συνεχίζεται...





Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Ο Βαλπαράιζο (ΙΙ)



 
Κεφάλαιο ΙΙ

Τα μάτια του Λα Τους είχαν γίνει σαν κουμπότρυπες, τ’ αυτιά του είχαν τραβηχτεί πίσω, σαν άλογο έτοιμο να δαγκώσει... αναδεύονταν νευρικά στην καρέκλα του...
 
«Τι μου λες ρε δηλαδή ρε ψηλέ!; Ότι ο Βαλπαράιζο, που τον είχαμε χαμένο κάπου στα βάθη της Λατινικής Αμερικής, αυτός ο βγαλμένος από τον μύθο τυχοδιώκτης, ο... σε λάθος καιρούς, κυνηγός του αιώνιου Ελντοράντο βρέθηκε εδώ!... έστω το χέρι του... να επιπλέει ανάμεσα στα σκατά του Θερμαΐκού; να το τσιμπολογάνε τα μαυροσκατουλένια ψάρια; ο Βαλπαράιζο; αυτός! που έκαιγε τις γέφυρες πίσω του σαν ένας Κορτές; γιατί μόνο σαν είσαι από τέτοιο σινάφι μπορείς και βάζεις παρόμοιες φωτιές... αυτός! σε τέτοια κατάσταση;… είσαι σίγουρος ότι είναι το χέρι του ρε φίλε; μπας και βλέπεις φαντάσματα;».

Ο αέρας μέσα στο δωμάτιο σαν να είχε γίνει πιο πηχτός... σαν μπιζελόσουπα... ο Λα Τους είχε χλωμιάσει, ανάσαινε με κόπο, σταγόνες ιδρώτα είχαν εμφανιστεί στο μέτωπό του... ζοριζόταν, ήταν φανερό...

«Ηρέμησε Λα Τους, θα πάθεις τίποτα, είμαστε και σε κρίσιμη ηλικία... το χέρι του είναι ρε μαν... λες να μη γνωρίζω το έργο τέχνης που του έχεις βαρέσει εσύ ο ίδιος με το δικό σου λεπτεπίλεπτο βρομόχερο, για τατουάζ;»

«Τι να ηρεμήσω ρε μαν με τα νέα που μου ’φερες... Messenger always brings bad new θα μου πεις... τα χει πει ο Αϊ Γρηγόρης... μεγάλη η χάρη του... και τι λένε; βγάλαν φόρα παρτίδα το χέρι για να συλλέξουν πληροφορίες; παρακαλείται όποιος γνωρίζει κάτι να επικοινωνήσει με το αστυνομικό τμήμα της περιοχής του;»

«Κάπως έτσι...»

«Μαλακίες... αμ αυτή τη φορά μάλλον δεν ήταν τίγρη να την υπνωτίσεις Βαλπαράιζομ... κάτι άλλο πιο άγριο από τίγρη ήτανε... που έφαγε τον Λύκο... »

«Ποια τίγρη και ποιος υπνωτισμός ρε μαν; τι λες; είσαι σε παραλήρημα Λα Τους…»

«Η τίγρη ρε μαλάκα... με τον γκουρού... στην Ινδία... δεν σου το χει πει;»

«Λα Τους ειλικρινά στο λέω ρε μαν... δεν έχω ιδέα για τι πράμα μου μιλάς...»

«Καλά ρε φίλε, είσαι πολύ πίσω... δεν σου χει πει τη φάση, τότε που είχε πάει Ινδία, το ’92 νομίζω ήταν, ή το ’93...»

Οι γέροι σαν να καυλώνουν όταν θυμούνται περασμένες ημερομηνίες, και γενικά τα πάνε μια χαρά μαζί τους, σκέφτηκα ώσπου ο Λα Τους να βρει τη σωστή.

»Όχι το ’91! ναι το ’91 ήταν... το θυμάμαι σαν χθες... είχε πάει πρώτα με τον ΠΑΟΚ στη Γενεύη και λίγο μετά που γύρισε την έκανε για Ινδία... είχε μαζέψει πακέτο χοντρό τότες απ’ τα καράβια, και τα έτρωγε από εδώ κι από κει...
Εκεί λοιπόν, με λίγα λόγια ψηλέ... εκεί στην Ινδία... εκεί που έκανε διαλογισμό στο δάσος μαζί με έναν γκουρού, τους πετάχτηκε μια τίγρη μέσα από τα φυλλώματα λέει, κάνοντας ρρρροοοοοοοαρρρρρ, κι αυτοί ατάραχοι της φυσήξανε τον καπνό από κάτι μυστήρια χορτάρια που καπνίζανε, την κοιτάξανε επίμονα στα μάτια κι η τίγρη λέει σαν να υπνωτίστηκε,  κατέβασε τα μάτια της, τους πλησίασε ντροπαλή κι άρχισε να τρίβεται στα πόδια τους σαν μικρό γατί»

«Είπε κάτι τόσο χοντρό ρε Λα Τους; έφτασε σε τέτοιο ποταπό σημείο; μιλάμε για μεγάλη φαντασία ε... σιγά μην έπινε τσιγάρα και με τον Άγιο Γεράσιμο που έκανε τον λέοντα  ερίφιο... κάπως έτσι θα έχει βγει και το ανέκδοτο με τον κυνηγό που εξιστορούσε σε μια ομήγυρη την πάλη του με μια αρκούδα στο δάσος, και στο σημείο που την είχε γραπώσει λέει, και την κρατούσε με τα δύο πόδια ανοιχτά, κάποιος διέκοψε τη διήγηση του με κάτι άσχετο, κι όταν έπειτα από κανα πεντάλεπτο ρώτησαν τον κυνηγό τι έγινε μετά, αφού της είχε τα πόδια ανοιχτά, αυτός έκλεισε την ιστορία ως εξής: ε τότε της τραβάω κι έναν μπούτσο...»

«Γιατί ρε ψηλέ εσύ είχες πιστέψει τότε, την πρώτη φορά που είχε μπαρκάρει με το καράβι, είχε σπαράξει η μάνα του η χήρα να πούμε όταν της είχε πει μάνα! Θα πάω στα καράβια!, το ’85 ήτανε! το θυμάμαι καλά γιατί είχαμε λάβει το πρώτο γράμμα του τις μέρες που πανηγυρίζαμε το πρωτάθλημα, το πίστεψες λοιπόν, που ύστερ’ από δύο χρόνια που γύρισε μας έλεγε μεταξύ άλλων μυθικών κατορθωμάτων, πως είχανε πιάσει λιμάνι, Μπουένος Άιρες, Αρζεντίνα να πούμε, όπως έλεγε, και το πρώτο βράδυ σε ένα καμπαρέ είχε δει τον Tom Waits, να παίζει μόνος του σ’ ένα πιάνο, ανάμεσα σε πουτάνες και νταβατζήδες, κι αυτός, ο φίλος σου ο Βαλπαράιζο, στο τέλος έκανε παραγγελιά το Innocent when you dream, σήκωσε τo τραπέζι με τα δόντια, το πήγε δαγκωτό στη πίστα, κι έσπασε ένα-ένα, όλα τα ποτήρια μπροστά στα πόδια του Τομ;»

«Του Τομ ε; είχανε γίνει και φιλαράκια... καλούσε ο ένας τον άλλον με το μικρό κι ανταλλάσσανε αβρότητες... ε όχι ρε Λα Τους! σιγά να μη το είχα πιστέψει... τα έλεγε ωραία όμως ο πούστης ε;… έκανε τα ψέματα ν’ ακούγονται στ’ αυτιά σαν γλυκιά μουσική…
Ειδικά με κάτι τέτοιες μουσικές συναντήσεις είχε πάρει ειδικότητα που λέμε!... όπως τότε που τον είχαν πιάσει λέει, για αλητεία στο Μεξικό και με το που μπαίνει στο κρατητήριο να σου φάτσα κάρτα ο Dan Stuart!... τον είχαν μαζέψει λέει, γιατί τα είχε σπάσει σε ένα κωλάδικο... το βράδυ τους έφερε μια κιθάρα ο φύλακας με αντάλαγμα ένα μπουκάλι τεκίλα, και ο Νταν διασκεύασε μεταξύ άλλων και το Folsom Prison Blues και το Chain Gang… κάτι τέτοιες στιγμές έλεγε ο Βαλπαράιζο τις κρατάς μέχρι τον τάφο σου... ελπίζω μόνο να τις κρατούσε στο αριστερό του χέρι...»

«Αυτό μπορεί και να ‘γινε ρε φιλέ, γιατί είσαι τόσο καχύποπτος δηλαδή να πούμε;»

«Ναι ρε μαν, σίγουρα έγινε, στο τέλος του έπιασε το και χέρι ο Νταν, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, και του τραγούδησε και την Πασιονάρα... άσε με ρε... ιστορίες για αγρίους... αλλά θα μου πεις... από την άλλη... για να βρεθεί το χέρι σου έτσι όπως βρέθηκε, πολλά μπορεί να έγιναν... μέχρι και σχέσεις με την τρομερή Μπρουχερία μπορεί όντως να είχε όπως έλεγε... που να τον πιάσεις...».

«Μεγάλος ψεύτης ρε ψηλέ ο Βαλπαράιζο, μυθομανής κανονικά, ψυχιατρική περίπτωση... όπως όλοι μας βέβαια... αλλά... πρόσεξε... και μόνο το 1% από αυτά που μας έχει διηγηθεί να είναι αλήθεια, ή έστω να έχουν μια μικρή δόση αλήθειας, και πάλι μιλάμε για μεγάλη μορφή έτσι;»

«Λα Τους, αφού το ξέρεις, και τίποτε να μην είναι αλήθεια, και όλα να επιτρέπονται, μιλάμε για μεγάλη μορφή... μόρφαρο... Τη Μορφή».

Ο αέρας ελάφρυνε κάπως... το πολύ-πολύ να έμοιαζε με κοτόσουπα... δίχως αυγολέμονο φυσικά... ο Λα Τους είχε χαθεί μέσα στους καπνούς του, φαραωνικών διαστάσεων είναι αλήθεια, τσιγάρου του, και μέσα στον λαβύρινθο των σκέψεών του... τον διέκρινα αμυδρά στη γωνιά του, λες και μεσολαβούσε πηχτή, σαν λάσπη ομίχλη... ατένιζε το κενό... έχασκε σαν δέντρο στην άκρη του γκρεμού... έχασκε κάπου μεταξύ των δασών της Ινδίας, των καμπαρέ της Αργεντινής, των φυλακών του Μεξικού και των σκατών του Θερμαϊκού... σώπασα κι εγώ... κάπου προς τα εκεί αρμένιζα... και σκεφτόμουν τον φίλο μας τον Μήτσο τον Λύκο... έτσι ήταν το επίθετό του, χωρίς πλάκα.... σκεφτόμουν τον Βαλπαράιζο...

Συνεχίζεται...



Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Ο Βαλπαράιζο (Ι)



Κεφάλαιο Ι


Είχα δει το ακρωτηριασμένο, απ τον αγκώνα! χέρι με το τατουάζ, σε όλα τα βοθροκάναλα, σε όλα τα τσοντοκάναλα, ήταν εκεί, στις εφημερίδες, σε όλα τα σάιτ ενημερωτικά και ψυχαγωγικά όλα το ίδιο αποβλακωτικά, τα ίδια σκατά, πρώτη μούρη το χέρι... και το τατουάζ! δεν μπορούσα να το πιστέψω, αλλά δεν μπορούσε να ανήκει και σε άλλον, ούτε το σχέδιο, αλλά και άντε πες ότι βρέθηκε ακόμη ένας πυροβολημένος στο σύμπαν, να χτυπήσει τα σαγόνια του M των Morlocks στο ίδιο ακριβώς σημείο, λίγο πάνω απ τον καρπό του δεξιού χεριού, χάριν υποθέσεως ας το δεχτούμε λοιπόν... οι μεθυσμένες γραμμές του σχεδίου όμως; η μελάνη που αλλού είχε χυθεί γενναιόδωρα κι αλλού είχε κιόλας σβηστεί, και έκανε τα άλλοτε τρομερά σαγόνια να μοιάζουν όχι με αυτά ενός νταβραντισμένου και αιμοβόρου βαμπίρ, αλλά με σαπισμένη οδοντοστοιχία κανίς; η όλη προχειρότητα και τσαπατσουλιά που ανέδιδε το έργο τέλος πάντων, έδιναν στεγνά τον καλλιτέχνη, τον άνθρωπο που κράτησε με τρεμάμενα χέρια το πιστόλι, τον τατουέρ με λίγα λόγια... ω! αδύνατον σας λέω, αδύνατον!... το ήξερα αυτό το χέρι, και το τατουάζ! ήξερα και τον καλλιτέχνη, ο θεός να σε φυλάει, που βάρεσε το τατουάζ, ήξερα και τι μέρα, και τι ώρα και ποια χρονιά! τα γνώριζα όλα γιατί πολύ απλά... όταν έγιναν ήμουν μπροστά...

Για ώρες έτρωγα τα μουστάκια μου, έφτυνα τα νύχια μου, κλωθογύριζα, ένα κουβάρι μαζί με τις σκέψεις στο δωμάτιο, άναβα το ένα τσιγάρο από τη γόπα του άλλου... από τη μια γόπα η άλλη... απίστευτο... ρε το χέρι... ρε το τατουάζ...

Στο τέλος, δεν άντεξα άλλο πια! αμάν με τα κουβάρια! πήρα τηλέφωνο τον Λα Τους Μεσιέ... ήταν καλός φίλος, κοινός φίλος, και βέβαια, σωστά μαντέψατε, ήταν αυτός που είχε βαρέσει το επίμαχο τατουάζ!... Λάζαρος Τούσης τ όνομά του, αλλά εμείς οι δυό, εγώ κι εκείνος που άνηκε το χέρι με το τατουάζ, τον φωνάζαμε Λα Τους Μεσιέ, ή πιο συχνά, σκέτο Λα Τους... αποκλείεται να έχει μάθει τα νέα ο Λα Τους σκέφτηκα... τηλεόραση δεν έχει, λεφτά για εφημερίδες ούτε, άσε που γενικά χέστηκε για τα νέα, το κομπιούτερ του είναι σπίτι μου για επισκευή εδώ και πόσους μήνες γιατί τσιγκουνεύεται το ανταλλακτικό, «και ψηλέ στ αρχίδια μου βασικά το ίντερνετ» λέει, κινητό έχει ένα «απλής χρήσης» που λένε, το έχει εδώ και καμιά οκταετία, δουλεύει μια χαρά, οπότε...

Στο τρίτο κουδούνισμα ο Λα Τους το σήκωσε! σίγουρα έκανε άθλο...τόσο γρήγορα... στη πρώτη κλήση... και ως εκ θαύματος τον συνέχισε... τον άθλο του... θαρρείς και είχε βαλθεί να φτάσει τους δώδεκα! ως νέος Ηρακλής! τον συνέχισε όταν του είπα «έλα ρε μαλάκα Λα Τους, τι γίνεται;» και δίχως δεύτερη ανάσα «πρέπει να σε δω, έχω να σου πω, επείγον! να έρθω από κει;» κι αυτός δίχως δεύτερη σκέψη, πράγμα που καθόλου δε συνήθιζε, μου απάντησε «και δεν έρχεσαι; πάνω στην ώρα! κι ότι βαριόμουνα να βγω για καπνό, φέρε μου! και που σαι θέλω και χαρτάκια, τα ρίζλα τ ασημένια και φιλτράκια του σουάν τα κίτρινα, πάρε και καμιά σοκοφρέτα...» θα μπορούσε να το συνεχίσει έτσι και να με στείλει να του κάνω τα ψώνια της βδομάδας από το σούπερ μάρκετ και στο τέλος να «ξεχάσει» να μου δώσει και τα λεφτά, αλλά εγώ, πονηρός ο βλάχος, παλιά πουτάνα, τον έκοψα... «έγινε Λα Τους μου, ότι πεις εσύ πασά μου, δεν θα προλάβει να σε πιάσει η χαρμάνα της νικοτίνης, η υπογλυκαιμία της τετραϋδροκανναβινόλης, κι εγώ θα είμαι εκεί! φύλακας άγγελος! κοίτα έχω κινήσει, έχει η πλάση κοκκινίσει, άλλος ήλιος έχει βγει...».

«Τι λέει ρε μαν;» ο Λα Τους στέκεται στη πόρτα με το γκρίζο  μούσι να θροΐζει και το ακόμη πιο γκρίζο  μαλλί ν’ ανεμίζει, σε λούκ τρελού επιστήμονα ή λούκ μόλις σηκώθηκα απ’ τον ύπνο, φορώντας μόνο ένα, δε θα το έλεγες και πολύ καθαρό, κάποτε άσπρο, κασκορσέ, στολισμένο μπροστά με πινελιές καρπουζιού, κι ένα ακόμη πιο δυσδιάκριτα καθαρό, ασορτί, με κίτρινες ανταύγειες μπροστά και καφέ πίσω, σώβρακο... χαμογελάει...

Το σπίτι μέσα στα μαύρα σκοτάδια, τα στόρια μέχρι κάτω κλεισμένα, σπηλιά του θηρίου κανονική! ρούχα, παπούτσια, σακούλες, ποτήρια και τασάκια, βιβλία, εργαλεία κι ότι άλλο, ανάκατα, σωροί, κουβάρια, πάλι κουβάρια, παντού αυτά τα κουβάρια! από εδώ κι από κει, λες και μόλις φύγαν οι διαρρήκτες και περιμένει τη σήμανση... μια μελωδία πλανάται σαν μύγα στον αέρα, χμ, γνωστή! μα ζαλισμένη από το ντουμάνι και τη κλεισούρα, για να μη πω την μπόχα, μια μελωδία... χμ...

«Τι ακούς ρε Λα Τους;» του λέω την ώρα που τρέχω και αρχίζω να σηκώνω το μεγάλο στόρι της μπαλκονόπορτας, με τελικό σκοπό ν’ ανοίξω το παράθυρο.
«Κατ’ αρχήν άνοιξε το παράθυρο αφού έχεις τόσο ευαίσθητη μύτη, είσαι κι ευαισθητούλης ψηλέ μου το ξέρω! έτσι είστε οι φλώροι, οι κάλπιδες, οι συγγραφείς... άνοιξέ το, αλλά κατέβασε πάλι και γρήγορα το στόρι!», βρυχάται ο Λα Τους, κι εγώ που ξέρω πόσο ενοχλεί τα μάτια του Λα Τους η αντηλιάρα, υπακούω πάραυτα.

Η μελωδία συνεχίζει να τιτιβίζει, να τρεκλίζει... «τι είν’ αυτό ρε Λα Τους; ψαγμένο σε βρίσκω...».
«Πήγαινε κοίτα στο πικάπ ψηλέ, μη το φοβάσαι, πήγαινε...».
«Set the controls to the heart of the sun; πως ακούγεται έτσι ρε Λα Τους; τι φάση εκτέλεση να πούμε;».
«Κοίτα πιο προσεκτικά τα κουμπιά του πικάπ ψηλέ μου, γίνε σωστός ντετέκτιβ, στάσου στο ύψος των περιστάσεων, στο ύψος του ινδάλματος σου του Μάρλοου! πρόσεξε το στροφόμετρο... άντε ντε!... όλα έτοιμα, όλα στο πιάτο τα θέλει ο ψηλός...», αποκρίνεται ο Λα Τους, και συνεχίζει την καθυστέρηση, έχοντας και μια έκφραση στη λατουσένια φάτσα του λες και σε λίγο, από στιγμή σε στιγμή, πρόκειται ν’ αποκαλύψει την έλευση εξωγήινων στα μπαϊρια απέναντι.

«Πσσσσσς... 45 στροφές!»
«Παρά κάτι ψηλέ μου, παρά κάτι...»
«Ρηξικέλευθος ντι τζέι ο Λα Τους... έτοιμος πάντα να καταπλήξει τα πλήθη... κυρίες και κύριοι... θαυμάστε τον!»...
Αν τον αφήσω να μου απαντήσει, μπορεί ν’ αρχίσει να αγορεύει... κάτι για τις στροφές των πικάπ, για τον ιμάντα, για τους Πινκ Φλόυντ, την ψυχεδέλεια, το σουίνγκιν Λόντον, την καρδιά του ήλιου, την καρδιά του σκότους, για κάτι!... τα σπουδάζει και τα φιλοσοφεί όλα ο Λα Τους! ... αλλά εγώ... είπαμε... παλιά πουτάνα! τον έχω γεννήσει... βράχος... αφήνω στην ησυχία του το πικάπ να γυρνάει όπως γουστάρει ο κύριός του, στρέφομαι γρήγορα ευθεία στη λατουσόφατσα, σημαδεύω, και πυροβολώ.

«Μαλάκα Λα Τους... είδα τον Βαλπαράιζο... βασικά το χέρι του».

Συνεχίζεται...