Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα George Cessna. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα George Cessna. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

Ο θησαυρός της Σιέρα Μάδρε



Αυτά με την άδεια. Αν τη βγάλεις οι ληστές θα σου πάρουν το χρυσάφι σου. Αν δε τη βγάλεις και σε μυριστεί το κράτος, σου παίρνει το μισό σου κομπόδεμα ή κι ολόκληρο ακόμα, για τιμωρία.
Κι από πάνω βρίσκεσαι ολομόναχος κι αβοήθητος μέσα στην απέραντη ερημιά του δάσους.
Μα δεν είναι μόνο αυτό. Απ τη στιγμή που αποκτάς κάτι, βλέπεις τον κόσμο διαφορετικά.
Όπως και να χει το πράμα, απ τη στιγμή εκείνη αρχίζεις να ανήκεις στη μειοψηφία, κι όλοι οι άλλοι που δεν έχουν τίποτα, ή έχουν λιγότερα από σένα, γίνονται θανάσιμοι εχθροί σου.
Από εκείνη τη στιγμή πρέπει να έχεις διαρκώς τα μάτια σου τέσσερα. Πάντα θα υπάρχει κάτι να σε κρατάει σ επιφυλακή. Όσο δεν έχεις τίποτα είσαι σκλάβος του άδειου σου στομαχιού κι οποιουδήποτε μπορεί να σ το γεμίσει. Και μόλις αποκτήσεις κάτι, γίνεσαι σκλάβος της ιδιοκτησίας σου.
...

Το χρυσάφι που φορά η όμορφη κυρία κι ο βασιλιάς στην κορόνα του, έχει περάσει από παράξενα χέρια κι έχει πλυθεί πολλές φορές με αίμα, όπως πλένεται τώρα με νερό και σαπούνι.
Ένα στεφάνι από λουλούδια ή από τα φύλλα κάποιου δέντρου, έχει πιο ευγενική καταγωγή, και παρόλο που το χρυσάφι αντέχει περισσότερο, το πλεονέκτημά του είναι τελείως σχετικό.

text: B. Traven – The Treasure Of The Sierra Madre (1927), στα ελληνικά «Ο θησαυρός της Σιέρα Μάδρε», μετάφραση Γιάννης Ευαγγελίδης, εκδόσεις Γράμματα 1986.
music: Snakes – Instrumental, No More Songs About Wildflowers CD, Grimoire Records 2018.


Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Snakes



Το νέο δημιούργημα του George Cessna (υιού του Slim), ο οποίος μετά την διάλυση των Sterling Sisters και το καταπληκτικό περσινό προσωπικό του άλμπουμ Sincerely Yours, επανέρχεται από την Βαλτιμόρη με την ομώνυμη πρώτη (digital και κασέτα) κυκλοφορία των Snakes.
Αμερικανιά όμορφη και σκοτεινή, λες και την άγγιξε το χέρι του φαντάσματος του Edgar Allan Poe που είναι θαμμένος εκεί κοντά. 

bandcamp 

Πρώτη δημοσίευση στη συλλογική στήλη "Κάτι καλό να ακούσω" του mic.gr 



SNAKES ~ YOUNG AMERICAN from corey hughes on Vimeo.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

George Cessna - Sincerely Yours

Self Release
2014

O George, γόνος της γνωστής οικογενείας των Cessna, και ειδικότερα γιός του Slim που την μπάντα του Auto Club από το Denver δεν υπάρχει περίπτωση να μη την γνωρίζουν όσοι ασχολούνται έστω και ελάχιστα σοβαρά με την σκοτεινή πλευρά της country, αλλά και συνοδοιπόρος (μιλάμε για τον πατήρ πάντα) του David Eugene Edwards από πολύ παλιά, αφού τους βρίσκουμε μαζί στην πρώτη δισκογραφική εμφάνιση του Eugene, το τετρατράγουδο επτάϊντσο Come, Faithful and True των εφήμερων Bloodflower εκεί πίσω στα 1987, όπως επίσης τους συναντάμε πάλι αμφότερους αλλά σε διαφορετικές περιόδους, στην σύνθεση των Denver Gentlemen...

Ξεκίνησα όμως να σας λέω για τον γιό και το έχασα στην πορεία…

Το ότι ο George λοιπόν δεν είναι ένα ακόμη παιδί που όμορφα και απλά κληρονομεί μια καλή δουλειά απ’ τον πατέρα του σαν να ήτανε μπακάλικο ή σούπερ μάρκετ, άλλα άξιος μαθητής που ξεπερνάει φορές και τον δάσκαλο, το έχει αποδείξει ήδη με τους Sterling Sisters των οποίων ηγείται παρέα φυσικά με την Scout Paré-Phillips.

Άρα χαλαρός και άνετος μπορεί και ηχογραφεί τα δέκα τραγούδια του Sincerely Yours σαν να παίζει πίνοντας μπύρες στη βεράντα του σπιτιού εκεί στη Βαλτιμόρη ένα καλοκαιρινό σούρουπο, δίχως να παραλείπει όμως να μας υπενθυμίσει τι είναι ικανός να κάνει όταν το πράμα ζορίζει, σε κομμάτια όπως το Leave Me Alone και το Calling Out The Law…έτσι δεν θα οφείλεται μόνο σε πατρική αβρότητα αν ο Slim την επόμενη φορά που θα βρεθούνε του πει: Well done my son, well done


Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

The Sterling Sisters



Ο ήλιος κόντευε να χαθεί πίσω απ’ τα βουνά. Στον ουρανό μόνο ένα κόκκινο ξεφτισμένο σύννεφο, ίδιο ματωμένο κουρέλι έγνεφε στη νύχτα. Tα δέντρα πια δεν ήταν σκληροί ξύλινοι κορμοί, μα άυλες σκιές που όπως τα τύλιγε η χαμηλή ομίχλη, νόμιζες ότι είναι άνθρωποι ή φαντάσματα που κινιόντουσαν αργά μέσα στο δάσος. Εδώ που βρισκόμασταν, το δεύτερο θα ήταν πιο πιθανό.
Είχαμε κάνει έναν κύκλο γύρω από την τρύπα, κρατώντας όλοι τα καπέλα μας και με τα δύο χέρια, και κοιτούσαμε σιωπηλοί και ασάλευτοι το μαύρο χώμα.
Ο παπάς, δηλαδή αυτός που κάποτε ήταν παπάς, αλλά από συνήθειο έτσι εξακολουθούσαμε να τον φωνάζουμε, είχε παρατήσει το κήρυγμα ένα βράδυ που μέθυσε με φτηνό ουίσκι τόσο πολύ, που συνομίλησε –ή έστω έτσι νόμιζε- με τ’ αστέρια, κι εκείνα του είπαν ότι τους φαίνεται πολύ αστείο το ότι κηρύττει την αιώνια ζωή για τον άνθρωπο την στιγμή που κι αυτά τα ίδια, τα αρχαία, δεν μπορούν και δεν είναι φυσικό να ζήσουν για πάντα, ο παπάς λοιπόν, που από τότε όταν έλεγε την λέξη άνθρωπος πάντα συμπλήρωνε μετά την φράση «αυτή η βρωμερή αμπούλα», δέχτηκε μετά από πολλά παρακάλια να πει λίγες λέξεις.
Δεν έψαξε την Βίβλο του, έτσι κι αλλιώς ήταν πλέον άχρηστη όχι μόνο σ’ αυτόν μα σε οποιονδήποτε δοκίμαζε να την ανοίξει, μιας που η σελίδες της ήταν κομμένες έτσι ώστε να χωράνε το πιστόλι του κατόχου της.
«Μακάριος ος αφέθησαν αυτού αι ανομίαι, ος αι αμαρτίαι αυτού ιλεώθησαν» έσπασαν την σιωπή τα λόγια του. Μετά ξανά η σιγαλιά. Έσκυψε, μάζεψε λίγο χώμα στη χούφτα του και το έριξε στην τρύπα. Ένας, ένας ακολουθήσαμε, για να πιάσουμε μετά τα φτυάρια. Αυτό ήταν, σε λίγη ώρα η τελετή είχε τελειώσει.

Απομακρυνθήκαμε αργά και μαζευτήκαμε όλοι γύρω απ’ τη φωτιά. Από την μεριά των νεοφερμένων που είχανε και μια γυναίκα μαζί τους, ίδια μάγισσα, κανείς δεν ήθελε να την κοιτάξει στα μάτια, κι όταν τύχαινε να γίνει τα χαμήλωνε αμέσως, ακούστηκε ο ήχος του μπάντζο που κούρδιζε, για να ακολουθήσει η κιθάρα, ένα στρίγγλισα του βιολιού, το κράτημα του ρυθμού με τα χέρια πάνω στα κούτσουρα, κι ύστερα οι φωνές της ψαλμωδίας, άντρας και γυναίκα μαζί. Φωνές δυνατές και κάποιες στιγμές αυθάδικες. Φωνές σαν του ιεροκήρυκα που έχοντας τελειώσει μια μακριά σειρά από εξομολογήσεις, για άλλη μια μέρα, ψέλνει ηττημένος στο σούρουπο, την άσβεστη δίψα του να είναι αυτός και μόνο ο αμαρτωλός που έχει διαπράξει όλες αυτές τις αμαρτίες που άκουσε αυτήν και όλες τις άλλες μεγάλες μέρες που είχαν περάσει από πάνω του σαν τραίνα. Κι ας μην ξημερώσει γι’ αυτόν ποτέ ξανά.
Φωνές σίγουρες, ότι η γητειά έδεσε γερά, ότι πατάνε γερά πια…πάνω στο χώμα του νεκρού που μόλις είχαμε θάψει. Σίγουρες ότι παίρνουν άξια την θέση του στην «οικογένεια» όπως αποκαλούσαμε -όχι δίχως θυμηδία- αυτή την τυχοδιωκτική μάζωξη της ανάγκης, και γιατί όχι, σίγουρες ότι σε λίγο καιρό η μνήμη μας δεν θα χωρά και δεν θα θυμάται άλλη φωνή και άλλο τραγούδι απ’ το δικό τους.
Ο γέρος στη γωνιά, κουνούσε το κεφάλι του πάνω κάτω, τους κοίταγε και χαμογελούσε.
Με το γκριζαρισμένο, θλιμμένο βλέμμα και το πικρό σαν κατακάθι χαμόγελο της πείρας.

Το τραγούδι όμως, όσο και να ήθελαν να το τραβήξουν παραπάνω οι νέοι, και μάλλον αρκετοί από μας άσχετα αν κανείς δεν ήθελε να το ομολογήσει, σταμάτησε νωρίς. Η φωτιά κόντευε πια να σβήσει, και ο καθένας κουλουριάστηκε μέσα στο ξεφτισμένο του παλτό να κοιμηθεί. Με το ξημέρωμα έπρεπε να κινήσουμε και πάλι. Δυτικά. Όλο δυτικά.
Άνοιξα τα μάτια μου λίγο πριν το χάραμα. Στον ουρανό ο αυγερινός, μόνος και έρημος, έλαμπε ακόμη. Στον λόφο απέναντι, πάνω από τον τάφο διέκρινα μια σκιά σαν δένδρο μονάχο. Σηκώθηκα προσεκτικά, προσπαθώντας να μη κάνω θόρυβο. Ξεκίνησα νυχοπατώντας για κει. Όταν πλησίασα αρκετά, διέκρινα πια τον γέρο να στέκει και να κοιτάζει το μνήμα.
Μόλις είχε τελειώσει το κάρφωμα ενός σταυρού. Πάνω του, με έναν σουγιά είχε χαράξει το όνομα. David Eugene Edwards. 

bandcamp