Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

burning a world away



Καμιά φορά τυχαίνει, νομίζω σε πολλούς, αλλά πάλι δεν είμαι και σίγουρος, μπορεί όμως να τυχαίνει, να δεις μια εικόνα, κάτι, οτιδήποτε, οπουδήποτε, να σου θυμίσει ένα τραγούδι, μετά ένα πρόσωπο, έναν άλλον χρόνο, πίσω η μπροστά, τον εαυτό σου μια εικόνα ιδωμένη από μακριά, όπου κάποιον σου θυμίζει αυτός ο άγνωστος.
Κι ύστερα η παλίρροια, η παλίρροια του μυαλού συνεχίζει ν’ ανεβαίνει, σαν να έχεις καταπιεί κάτι ψυχεδελικό και νιώθεις τα κύματα, ένα ρεύμα ασυγκράτητο ορμητικό που κυλάει απ’ το κεφάλι σου ίσα με τον Κρόνο, και ψάχνεις τρομαγμένος κάπου να πιαστείς, να μη παρασυρθείς στην ανοιχτή θάλασσα του διαστήματος απ’ όπου δεν υπάρχει επιστροφή…

Το σκίτσο, παρμένο από το βιβλίο Χαιρετίσματα από την Σερβία, αποτυπώνει  κάποιες σκέψεις του Aleksandar Zograf, όπως κοιτούσε τον πόλεμο έξω απ’ το παράθυρό του, τις βόμβες να σκάνε λίγα μέτρα από την αυλή του.
Την ίδια περίπου εποχή, λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, σε μια άλλη πόλη της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ένας ακόμη άντρας, ξένος σε έναν τόπο που ήταν κάποτε μια χώρα, κοιτούσε κι αυτός τον πόλεμο μέσα από το σπασμένο παράθυρο ενός ξενοδοχείου, και όντας μουσικός, έγραφε ένα τραγούδι, για την νεογέννητη τότε μπάντα του που έδινε τις πρώτες της συναυλίες εκεί. Αυτός ο άνδρας ήταν ο Bruno Adams, η μπάντα οι Fatal Shore, και το τραγούδι ήταν το World Away.

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί απόψε, σκίτσο και τραγούδι, και τα δύο, μου φαίνονται τόσο οικία όπως κοιτάζω έξω απ’ το δικό μου σπασμένο παράθυρο, την πόλη μου, έξω, μα δεν μπορώ να δω τον πόλεμο, κι ο αέρας φέρνει την βροχή, βροχή σκληρή που είναι να πέσει, βροχή που πέφτει, κάθε μικρή σταγόνα κι ένα φιλί, ένα φλογερό φιλί, φωτιά, φωτιά, βροχή, φιλί, κι ένας κόσμος που πέφτει, το σύμπαν σε ελεύθερη πτώση, μακριά, εδώ, ένα φιλί, που καίει αυτόν τον κόσμο, τον μακρινό, τον ψεύτικο, και νιώθω αποσυνδεμένος, σαν το τελευταίο router μιας κατεστραμμένης πόλης, κι απλά δεν ξέρω, αλλά, εγώ, τώρα, θα σκότωνα, στ’ αλήθεια, για ένα κομμάτι, ένα τόσο δα κομμάτι, ενός κόσμου στ’ αλήθεια, αληθινού, μα πιο άπιαστου κι απ’ την άμμο, περίμενε άλλη μια μέρα, ένα χάδι της τύχης, γάμα τα, όπως και να ‘χει…

Τι σας δείχνω, τι σας παίζω και τι σας γράφω τσαμπαντάν ρε πούστη μου….αχάριστοι ε αχάριστοι…