Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

Τόποι λατρείας: μείον ένας, και δεν έχουν μείνει πολλοί…





Ο λόγος για το βιβλιοπωλείο του Ραγιά που έπειτα από αρκετούς μήνες εκποίησης κλείνει οριστικά αυτές τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη.
Για το βιβλιοπωλείο που δεν απέκτησε ποτέ την όψη σούπερ μάρκετ  των «μεγάλων» αλλά ούτε και μασκαρεύτηκε σε κακέκτυπη εκδοχή του παρισινού Shakespeare όπως συνηθίζουν τα τελευταία χρόνια σχεδόν όλα τα μικρότερα.

Ναι, ήταν μια ακόμη επιχείρηση που έπεσε έξω, μπορείς να πεις ότι δεν προσαρμόστηκε στις νέες απαιτήσεις, δεν το πάλεψε αρκετά, αλλά τουλάχιστον ποτέ δεν μας πούλησε αλυσίδες πολιτισμού για μεταξωτές κορδέλες όπως επιβάλουν τα μοντέρνα ήθη των περισσότερων βιβλιοπωλών, κι ούτε μας φλόμωσε κουλτουριάρικες μπαρούφες και μεγαλοστομίες όπως οι περισσότεροι «εναλλακτικοί χώροι» κι εκδότες, αυτοί που δεν πηγαίνουν ούτε στο περίπτερο να πάρουν τσιγάρα του μπάρμπα τους δίχως να απομυζήσουν κάποιο κέρδος.

Ένα βιβλιοπωλείο που όταν περνούσες την είσοδό του παλιότερα στη Τσιμισκή, και όταν κατέβαινες τα σκαλιά του μετά το 1993 στην Ερμού, ήταν σαν να βουτούσες  σε έναν ωκεανό τυπωμένου χαρτιού…τελευταία μαζί και σκόνης.
Έχοντας περάσει αμέτρητες ώρες της ζωής μου εκεί μέσα ψαχουλεύοντας τα ράφια του, έχοντας γεμίσει τα ράφια του σπιτιού μου κατά ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό με βιβλία που αγόρασα από εκεί, αφιερώνω αυτή τη μικρή ανάρτηση έτσι σαν ένα αντίο σε έναν προσωπικό τόπο λατρείας.

Υ.Γ. Η ιστορία πίσω στα 80’s λέει ότι όταν κάποιοι νεαροί διέρρηξαν νύχτα το βιβλιοπωλείο και σήκωσαν ένα κάρο βιβλία, την επόμενη μέρα ο ιδιοκτήτης κύριος Παναγιώτης Ραγιάς είπε ότι αφού έκλεψαν από τη δίψα τους να διαβάσουν, χαλάλι τους.
Ο μύθος θέλει επίσης τον έναν εκ των νεαρών λίγο αργότερα να γίνεται υπάλληλος του βιβλιοπωλείου όπου και παρέμεινε για πολλά χρόνια.
Αυτήν ήταν και η χρυσή για μένα εποχή του.