Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

oh shit!



Ήμασταν στοιβαγμένοι εκεί, κατά εκατοντάδες, μικροί και μεγάλοι μες στην μπόχα και την εξαθλίωσή μας, χωρίς λουλούδια και πουλιά.
Στους μισοσκότεινους διαδρόμους ήταν παντού διάχυτη η μυρωδιά από σκατά και – ακόμα πιο έντονη – η αψιά μυρωδιά του κάτουρου. Η αηδία ήταν αποτυπωμένη στους τοίχους:
Σκατά… Σκατά… με μεγάλα ή με καλλιγραφικά γράμματα και κυρίως στους απόπατους, γραμμένη με την άκρη των δαχτύλων… Σκατά… Σκατά…
Και η αλήθεια είναι ότι ήμασταν ως το λαιμό βουτηγμένοι στα σκατά. Βουλιάζαμε και πνιγόμασταν αργά αργά.
…Τα αποχωρητήρια ήταν όλα αλά τούρκα. Ένας άσος μπαστούνι διακοσμούσε την πόρτα, ένας άσος μπαστούνι ολόιδιος με κείνον που υπήρχε πάνω στο σιδερένιο μας ρολό τον παλιό καλό καιρό, τον καιρό που είχαμε και μεις το σπιτικό μας.
Με τα πόδια στα κάτουρα, έβγαζα τις ξινισμένες τροφές του μπαρμπα-Ζιλ και της κυρίας Ζιλό οι οποίες ήταν κατώτερης ποιότητας.
Τα έβγαζα όλα μες στη βουλωμένη τρύπα.
Σ’ αυτό το μέρος, σ’ αυτούς εκεί τους βόθρους, σ’ αυτά τα τούρκικα αποχωρητήρια ξέρασα μια για πάντα όλες τις ρομαντικές αηδίες του δέκατου ογδόου κεφαλαίου.
Ας τραβήξουμε το καζανάκι. 

text: Henri Calet La Belle Lurette (1935), στα ελληνικά «Τα χρόνια τα αλάνικα», μετάφραση Ελένη Κωνσταντινίδου, εκδόσεις Αστάρτη 1990. 
music: Dead Moon – 54/40 Or Fight, Unknown Passage LP, Tombstone records 1989.