Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

i'm diggin' you a shallow grave

  Η αλλάχτρια 

Μια σαρακοφαγωμένη γριά, που σαν την έβλεπα έφευγα –κάνοντας, χώρίς να ξέρω γιατί, το σταυρό μου-, απ’ άλλο σοκάκι κι ένιωθα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά τικ-τακ.
  Στο ντάμι της πηγαίναμε καμιά φορά σιγά-σιγά μη μας πάρει μυρουδιά και κοιτάζαμε με φόβο από ένα φεγγίτη.
  Λέγανε τα μουρά πως έκανε συντροφιά με νεκροκέφαλα και κουβέντιαζε με βρυκόλακες.
  Τέτοιο πράμα όμως η φόβους δεν μ’ αφήκε ποτέ να δω. Ξέρω μόνο πως το ντάμι της μύριζε λιβάνι άσχημα, έτσι που νόμιζες πως είχε πάντα λείψανο μέσα, και πως ούλα τα ρούχα της μυρίζαν θανατίλες, γιατί τα ‘χε παρμένα από τις πεθαμένες γυναίκες, που κάθε τόσο φωνάζανε ν’ αλλάξει.
  Αυτή ήταν η δουλειά της.
  Σαν πέθαινε κανένας τη φωνάζανε γρήγορα-γρήγορα. Τη στέλνανε κι από πριν χαμπάρι σαν ψυχομαχούσε κανένας. Σαν κανένας «κακνευότανε» (λένε πως γίνεται έτσι σαν μιλήσεις του άρρωστου την ώρα που ψυχομαχά και πως τότες το ψυχομάχημά του βαστά βδομάδες. Μόνο σαν διαβάσουν δώδεκα φορές το ‘χτωήχι αναπαύεται), σαν κακνευότανε λοιπόν κανένας, η αλλάχτρια απάντεχε μέρες και καθότανε στο φεγγίτη της περιμένοντας πότε θα ‘ρχότανε το χαμπάρι.
  Σαν η ώρα ερχότανε, η αλλάχτρια έβαζε τη «φνίκα» της κι έτρεχε σερπετή-σερπετή.
  Σφαλιότανε μοναχή με τον πεθαμένον σ’ έναν οντά κι άρχιζε κει πέρα.
  Πρώτα-πρώτα του σφαλούσε τα μάτια. Του έδενε ύστερα το σαγόνι με μια μουστούκα, για να μην έχει ανοιχτό το στόμα του, του σταύρωνε τα χέρια πριν ξυλιάσουν, κι ύστερα ξεγυμνωμένον του έπλενε το σώμα με κρασί, βουτώντας σ’ αυτό ένα μπαμπάκι, και του περνούσε το σάβανο απ’ το λαιμό. Όσο κρασί πέρσευε το ‘παιρνε σπίτι της ύστερα, και μέσα σε μια μπουχτσαδιά έπαιρνε τα ρούχα που φορούσε την τελευταία στιγμή ο νεκρός κι έφευγε σερπετή-σερπετή κι ευχαριστημένη και πάγαινε να κάτσει στο φεγγίτη της, περιμένοντας να την ξαναφωνάξουν για άλλον.
  Την αλλάχτρια τη λέγανε Μυρσινιώ. Τον άντρα της τον λέγανε Βασίλη, κι ήτανε νεκροθάφτης στη Αγιά Γαλατιανή.
  Άλλος πάλι αυτός. Πετούσε τα καύκαλα των πεθαμένων που ξέχωνε σαν να ‘τανε κολοκύθες και τραβούσε μανέδες σαν έσκαβε κανέναν λάκκο.
  Ξερακιανός κι αυτός σαν τη γυναίκα του τη Μυρσινιώ, μακρύς σαν το φτυάρι που έβγαζε τα χώματα απ’ τους λάκκους. Κρύος σαν φίδι.
  Αυτός δεν μύριζε λιβάνι σαν περνούσε απ’ το σοκάκι. Μύριζε χώμα και βρωμούσε κόκαλα.
  Λένε πως ξέχωνε τη νύχτα τους πεθαμένους κι έκλεβε ό,τι είχαν απάνω τους, και πως πολλές φορές τους έστελνε στον άλλο κόσμο χωρίς παπούτσια.
  Λένε κιόλας πως μια φορά υποψιασθήκανε και ξεχώσαν μια νειαροθαμμένη νεκρή. Τη βρήκανε με κομμένο το δαχτύλι που φορούσε δαχτυλίδι.
  Τότες τον Βασίλη τον διώξανε και πήγε να μαραζώσει απ’ τον καμό του, που δεν άνοιγε λάκκους και δεν πετούσε και τα καύκαλα έτσι σαν να ‘τανε κολοκύθες.
  Τον ξαναπήρανε ύστερα γιατί κλαύθηκε η Μυρσινιώ κι οι κόρες του.
  Τ’ αντρόγυνο δούλευε καλά και τα περνούσε φίνα.
  Κάτι έβγαινε κάθε μέρα. Όσο κονιάκ κι όσες πίτες περσεύανε απ’ το νεκροταφείο η Βασίλ’ς τα κουβαλούσε σπίτι του το βράδυ. Έφερνε κι η Μυρσινιώ όσο κρασί πέρσευε απ’ το πλύσιμο των πεθαμένων, και το βράδυ κουρασμένοι κι οι δύο απ’ τη δουλειά καθότανε και το κουτσοπίνανε.
  Τότες η Βασίλ’ς τραβούσε μανέδες μερακλίδικους κι η Μυρσινιώ έπινε εις υγείαν του, λέγοντας «καλές δουλειές». 

image: The Gravedigger by myconius 
text: Το αφήγημα «Η αλλάχτρια» μέσα από το βιβλίο του Αθανάσιου Θ. Γκράβαλη (1890-1974) «Της Ματζουράνενας το χάλασμα, και άλλα αφηγήματα» σε επιλογή-επιμέλεια Ε.Χ. Γονατά, εκδόσεις Στιγμή, σειρά Ασυνήθιστες Ιστορίες 1988. 
music: 16 Horsepower – Heel on the shovel, Sackcloth ‘n’ Ashes CD, A&M 1996.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Orchestra Of Skin And Bone - Sometimes



Ο Νορβηγός στην καταγωγή και Αυστραλός σε όλα τα υπόλοιπα IanOllieOlsen ξεκίνησε την μουσική του πορεία παίζοντας κιθάρα στους Reals, ένα από τα μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού punk σχήματα της Μελβούρνης στα τέλη των 70’s. Για την ιστορία οι Boys Next Door ήταν το πιο γνωστό από τα υπόλοιπα.
Μετά την αποχώρηση του από τους Reals, έκανε ένα σύντομο πέρασμα από τους Young Charlatans του Rowland S. Howard πριν σχηματίσει τους Whirlywirld, όπου άφησε πίσω τις χορδές και έπιασε τα πλήκτρα το μικρόφωνο και τα πνευστά, μαζί και το νήμα των σπουδών του που είχε αφήσει τα χρόνια του punk, και που δεν ήταν άλλο από την ηλεκτρονική μουσική, η οποία από αυτό το σημείο μέχρι και σήμερα, σε διάφορες εκφάνσεις της από την πειραματική μέχρι το acid house είναι το μουσικό είδος που τον απασχολεί. Του λόγου το αληθές μπορεί να το επιβεβαιώσει όποιος έχει την όρεξη και το κουράγιο να ψάξει και να βρει τις αρκετές δεκάδες δουλειές που εμπλέκεται κάτω από, και με σχεδόν αντίστοιχο αριθμό ονομάτων.
Ανάμεσα σ’ αυτές περίοπτη θέση κατέχει ένας δίσκος που αν και σε κάποιες αναφορές τον συναντάει κανείς να μπαίνει κάτω από την ταμπέλα του post punk, η αλήθεια είναι ότι μικρή σχέση έχει με ότι έχει ο πολύς κόσμος στο μυαλό για τέτοιο, ειδικά τα τελευταία χρόνια.
Από την άλλη αυτό το «πειραματικό» μπορεί να λειτουργήσει και σαν ακροατοδιώκτης, οπότε το καλύτερο είναι να ακούσει ο καθένας τα οκτώ κομμάτια του και βγάλει τα συμπεράσματα και να βάλει τις ταμπέλες που θέλει ο ίδιος. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι Crime & The City Solution με το λεγόμενο και “art punk” τους, θα ήταν ένας καλός οδηγός.
Εγώ ως γνωστός στα πέριξ φυγόπονος, επέλεξα να κάνω ειδική μνεία στο πιο «βατό» μάλλον κομμάτι του ομότιτλου (ή και άτιτλου για άλλους) μοναδικού δίσκου των The Orchestra Of Skin And Bone από το 1986 (ακολούθησε μια κασέτα με ακυκλοφόρητο υλικό), το Sometimes που λίγο αργότερα το διασκεύασε παρέα με τον συγχωρεμένο τον Michael Hutchence (INXS για τους ξεχασιάρηδες) στο επίσης βραχύβιο των δυό τους σχήμα, που είχε το όνομα Max-Q.
Στο Sometimes λοιπόν, βρίσκουμε τους Orchestra Of Skin And Bone να ακροβατούν και στο τέλος να ισορροπούν, ανάμεσα στον ήχο των Bad Seeds τα χρόνια που δεν έγραφαν μόνο ωραία τραγούδια αλλά μαζί μ’ αυτά έγδερναν ηχεία, αυτιά και άλλα υλικά και άυλα αγαθά, και στην (κάτι από) Jazz μη με ρωτάτε τι και πως, δεν κατέχω, ενώ στο τέλος το επικίνδυνο νούμερο κλείνει πανηγυρικά η…Μπάντα της Φλώρινας.

Συμπέρασμα: Sometimes I can’t believe my brain… 

info 

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

wake up to the world


Έξω, ήταν ακόμη μισοσκόταδο. Ο ουρανός ήταν πολύ χαμηλός, μ’ ένα μουντό ροδί χρώμα. Ένα τραμ με προσπέρασε – μέσα από την πάχνη των τζαμιών, οι αναμμένοι γλόμποι του διαφαίνονταν σαν ξεχειλωμένα πορτοκάλια.
   Έφερνα στη φαντασία μου το βαγόνι, να τραντάζεται και να τρίζει στον πάγο, την ξινή μυρωδιά απ’ τα βρεγμένα ρούχα, τους ανθρώπους όρθιους, στριμωγμένους, να ξεφυσούν ο ένας στα μούτρα του άλλου τα πηχτά χνότα των σαπισμένων πρωινών αναπνοών τους. Μπροστά μου περπατούσε ένας γέρος κρατώντας ένα μπαστούνι. Κάθε τόσο, σταματούσε, στήριζε την κοιλιά του στο μπαστούνι και έφτυνε για πολύ ώρα, γδέρνοντας το λαιμό του. Τα μάτια του, μόλις σταματούσε για να βήξει, καρφώνονταν στο χιόνι σαν να έβλεπαν κάτι τρομαχτικό. Και κάθε φορά που έβγαζε κάτι πράσινο, εγώ ξεροκατάπινα ασυναίσθητα και είχα την εντύπωση ότι κατάπινα αυτό που εκείνος έφτυνε. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί πως ο άνθρωπος, πως όλοι οι άνθρωποι, μπορούσαν να εμπνεύσουν μια τόσο απερίγραπτη αηδία σαν αυτή που ένιωθα τούτο το πρωινό.

image: Lung Leg from "Submit to me" a film by Richard Kern
text: M. Ageev – Μια ιστορία με κοκαΐνη, μετάφραση Σοφία Κορνάρου, εκδόσεις Ροές 1995. 
music: The Dark Cellars – Wake Up To The World, Heavy Syrup LP, Alien Cactus Records 1986.