Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

The Wilderness



Η ερημιά του κόκκινου βράχου
θα γίνει η κατοικία μου.

Εκεί που ο άνεμος πριονίζει τους γκρεμούς
και πέφτει το χαλίκι σα βροντή
το νυχάτο θα κοιτάξω ήλιο
να σκίζει τα βράχια στα δύο.

Ο εφτάκλωνος κάκτος ποτέ του
κρασί δε θα ιδρώσει:
τα δικά μου αιμόφυρτα πόδια
θα παρέχουν το σήμα.

Ο βράχος λέει «Βάστα»,
Ο άνεμος λέει «Κυνήγα».
Ο ήλιος «Θα σου ρουφήξω
τα κόκαλα πριν σε θάψω».

text: Sidney Keyes (1922-1943) – The Wilderness, στα ελληνικά, “Η Ερημιά”, μετάφραση Κλείτος Κύρου.
music: Naked Prey – Space, And Then I Shot Everyone CD, ¡Epiphany! Records, 1995. 


Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

Η Εκκλησία του Έλβις (Κεφάλαιο IV)


Το καμπανάκι του τέλους, συμβαδίζοντας με τα κελεύσματα της νέας εποχής και όχι με τον «παλιό καλό καιρό», το σήμανε ένα κινητό τηλέφωνο.
Ένα κινητό που ξεχάστηκε από την Φρίκη στο σπίτι της Κίκι, κι όπου η τελευταία με γατίσια ή και απλά γυναικεία, περιέργεια, ψάχνοντας τα αρχεία του, βρήκε το εξής φρικτό βίντεο!:  
Την κολλητή της, την Φρίκη, να παίρνει πίπα στον αιδεσιμότατο ο οποίος φορώντας την κατακόκκινη ρόμπα του, καθόταν αναπαυτικά πάνω στον άμβωνα...

Ω! Θεοί στους ουρανούς, Βασιλιάδες στη γη, και Διαόλοι κάτω από αυτή! Τι συμφορά!

Και επειδή την ίδια ακριβώς σκηνή, την είχε και η Κίκι στο κινητό της, με πρωταγωνιστές όμως τον αιδεσιμότατο –και πάλι ενδεδυμένο με την πυρίκαυστη πυγμαχική ρόμπα παρακαλώ, αν αυτό έχει κάποια σημασία- και την ίδια, το θεώρησε μεγάλη προστυχιά από μέρους της Φρίκης, το παλιοπουτανάκι, και έσπευσε να μοιραστεί το μυστικό με την έμπιστη της Κορίνα, η οποία όμως δεν είχε κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια, ούτε με κλειστό το στόμα, είχε κι αυτή με την σειρά της, στο δικό της τηλέφωνο τον αιδεσιμότατο –ας μη το κουράζουμε άλλο με τα ενδυματολογικά, την είχε λατρέψει τη ρόμπα του ο πατήρ, είναι προφανές- ν’ απολαμβάνει τις χαρές του άμβωνα, της ζωής και της επανάστασης με την βοήθεια των χειλιών της, έσκασε από το κακό της, πήδηξε ως το ταβάνι, της ήρθε ο ουρανός σφοντύλι που λέμε, και πήγε και τα ξέρασε όλα κλαίγοντας στην αδερφή της, την Μπέτυ-Σάρον, που όταν συνειδητοποίησε ότι η σωτήρια, στα όρια του θεϊκού, πίπα, που ο αιδεσιμότατος της είχε χαρίσει και βιντεοσκοπήσει επίσης, ενόσω αυτή γονάτιζε πάνω στο κασόνι του άμβωνα, ήταν για αυτόν, τον αιδεσιμότατο και αποκλειστικά δικό της, όπως τόσο λαθεμένα νόμιζε, αχ! η καψερή,  Σωτήρα, και παρά τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, λόγια της πίστης και αφοσίωσης του πούστη άντρα πανάθεμά τον, που της τα είπε ω! ποτίζοντάς την ω! τώρα το έβλεπε καθαρά, στερνή μου γνώση, με το σιχαμένο του το γάλα, και ω! τι ηλίθια που ήταν! τώρα το καταλάβαινε, τι βλαμμένη! είχε στεναχωρηθεί, είχε νιώσει ένοχη που τις ξέφυγε λίγο και λέρωσε την ρόμπα του, ήταν λοιπόν αυτά τα λόγια, αυτή η πίπα, όπως όλα όπως όλοι μας, απλά σκόνη στον άνεμο τελικά, ένα παλάτι χτισμένο στην άμμο, μια κάλπικη λύρα, μια μεγάλη χίμαιρα, ήταν... ένα προφυλακτικό πεταμένο στον υπόνομο... ήταν γαμώτο, για Αυτόν, ένα ακόμη χύσιμο του Σαββατόβραδου!

Όταν πλέον, μέσα από ποταμούς δακρύων που θα έκαναν ακόμη και τον Ιορδάνη ποταμό να μοιάζει με ρυάκι, το επεξεργάστηκε επαρκώς, όταν το συνειδητοποίησε σε όλη του την τρομαχτική έκταση, κι η καρδιά της έσπασε σε χίλια κι ένα κομμάτια, ε τότε, μεταλλάχθηκε από χαζοκόριτσο, αχ μικρή μου Μπέτυ, Μπέτυ-Σάρον, από κομπολογάκι για να περνάς την ώρα σου κύριε αιδεσιμότατε, σε αληθινή Μαινάδα! 
Το νου σου λοιπόν κύριε αιδεσιμότατε... πίσω έχει η αχλάδα την ουρά... το νου σου...

Τα είχα μάθει όλα αυτά, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, από την ίδια την Μπέτυ-Σάρον που μου είχε τηλεφωνήσει και ακουγόταν σε κατάσταση έξαλλη, γιατί «ο Σωτήρας» που πλέον είχε γίνει στα προδομένα χείλη της απλά «Ο Μαλάκας», δεν απαντούσε στις απανωτές κλήσεις της, και πως να απαντήσει σκέφτηκα, αφού εκείνη την ώρα απ’ όσο ήξερα, έκανε πράξη μαζί με τον Αληλούια τον ψαρά, τον Ψείρα και τον Σοφό από τους φίλους μας τους χασικλίδες, την ονειρεμένη παρτούζα του κοινοβίου του Yahowa με την φανέλα 13, χειροτονώντας δυο φοιτήτριες των καλών τεχνών που συγκατοικούσαν στον έκτο, και που για χάρη τους τον τελευταίο μήνα είχαν διοργανωθεί αρκετές πρωινές συνεδρίες-λειτουργίες, όπου οι ενδιαφερόμενες, είχαν εντυπωσιαστεί από όλο αυτό το καλλιτεχνικό, θρησκευτικό χάπενινγκ, που με μεγάλη επιτυχία και ακαταμάχητη γοητεία, όπως θα έχετε καταλάβει, παρουσίαζε ο αιδεσιμότατος.

Και είχαν εντυπωσιαστεί φυσικά, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, από την βαθιά ωριμότητα, τις άπειρες γνώσεις, τους κοσμοπολίτικους τρόπους, το λεπτό χιούμορ, την απαράμιλλη ευφράδεια, το εκλεπτυσμένο γούστο, και την φανταχτερή γκαρνταρόμπα του. 
Με είχε προσκαλέσει και μένα στο συμβάν, αλλά εγώ, να κατουρήσω δεν μπορώ με παρέα, που να πλησιάσω τα ανδραγαθήματα του Yahowa... οπότε...

Τα είχα μάθει λοιπόν τα νέα, και με το που έκλεισε η Μαινάδα την γραμμή, αψήφισα με αυτοθυσία και ηρωισμό τον πόνο των αυτιών μου, επακόλουθο της μανιασμένης συνομιλίας, και άρχισα να του τηλεφωνώ κι εγώ ξανά και ξανά και ξανά, δίχως καμία απάντηση φυσικά.
Θα είχε βγάλει το τηλεφωνικό καλώδιο, όπως συνήθιζε όταν ήθελε να δηλώσει ορθά κοφτά το «μην ενοχλείτε», εκείνες τις στιγμές που επικοινωνούσε με το Θείο, σκέφτηκα και σίγουρα, δεν είχα πέσει καθόλου έξω.

Όταν έφτασα στην πολυκατοικία του, ανέβηκα με το ασανσέρ στον έβδομο όπου μέχρις εκεί ακουγόταν οι λαρυγγισμοί του Fever, κι έπειτα με τις σκάλες, έφτασα στην είσοδο του δώματος, όπου χτύπησα το κουδούνι, βρόντηξα την πόρτα, χτύπησα ξανά το κουδούνι, κλότσησα την πόρτα, έριξα μπουνιά στο κουδούνι, έφτυσα στο κλειστό παντζούρι του παραθύρου, φώναξα δυνατά, απείλησα θεούς και δαίμονες, μα η μόνη απάντηση που πήρα, πέρα από τους λαρυγγισμούς του Έλβις, ήταν τα βογγητά της τελετής μύησης του αιδεσιμότατου, των ψαράδων, των χασικλίδων και των καλλιτεχνών, κάπου από το μέσα δωμάτιο.

Τραβήχτηκα στην άκρη του μπαλκονιού, που στην προκειμένη περίπτωση αποτελούνταν από ολόκληρη την ταράτσα της οικοδομής, κι άναψα τσιγάρο.

Στην τελική στ’ αρχίδια μου εμένα, δεν έτρεχε τίποτα... στο κάτω-κάτω, ένας απλός νεωκόρος, ένα παπαδοπαίδι που κουβαλάει το μανουάλια, ήμουνα... ή ακόμη καλύτερα, ένας ταπεινός καντηλανάφτης, να τι ήμουνα. Ένας γόνος φτωχής κι ανέντιμης οικογένειας... Χε!... Σιγά μη σκάσω...
Άσε τις Μαινάδες να χτυπιούνται και τους άλλους να πηδιούνται αγόρι μου, είπα στον εαυτό μου, κι ένιωσα ωραία με τη ρίμα μου.

Άκουγα το ροκ εν ρολ στο κρεβάτι μέσα απ’ τον ναό, αγνάντευα τον ήλιο που πυρωμένος σαν τους εκκλησιάζοντες μέσα, βούταγε στον Θερμαϊκό, το φεγγάρι που μόλις είχε σκάσει μύτη, λαμπερό κι έτοιμο για την βραδινή γιορτή, κάπνιζα και σιγοντάριζα τον δακρυσμένο Έλβις, στο Blue Moon που είχε τώρα ξεχυθεί από τα ηχεία. 

Το μυαλό μου κάλπαζε επιτέλους ελεύθερο, σαν τη γκαμήλα του βεδουίνου στην έρημο. Γαία πυρί μιχθήτω…

Κοιτώντας κάτω, όπως πέταξα τη γόπα, είδα την Κίκι τη Φρίκη την Κορίνα και αλίμονο! τη Μπέτυ, να πλησιάζουν βιαστικά την εξώπορτα της πολυκατοικίας, και πριν μπουν μέσα, να βγάζουν όλες από τις τσέπες των παλτών τους, φαλτσέτες και μαχαίρια, η Μπέτυ μάλιστα εμφάνισε και κάτι που έμοιαζε με υβρίδιο μπαλτά και γιαταγανιού! ακόμη αναρωτιέμαι καμιά φορά που να το είχε βρει δαύτο.

Με διαφορά δύο λεπτών κατέφθασε ξωπίσω τους, βλοσυρός κι αγριεμένος σαν τον Μπάτμαν που ζητά εκδίκηση, φανερά διψασμένος για αίμα, σαν αληθινή γιγάντια νυχτερίδα του Αμαζονίου, κι ο Νυχτερίδας.
Αυτός κρατούσε στο χέρι το μπιστόλι του γέρου του, που ήταν συνταξιούχος μπάτσος, ενώ πίσω του έτρεχε ασθμαίνοντας, λόγο φανερών περιττών κιλών, να τον προλάβει, ο Τσουλούφης, που πάντα εκτελούσε χρέη ορντινάντσας για τον καλό του φίλο, και ίνδαλμά του.

Το ξέρω... αυτή τη φορά, μάλλον θα έπρεπε να είχα μείνει.
Μα έφυγα.

Κατευθύνθηκα προς τις σκάλες, και παρ’ ότι τώρα έφταναν στ’ αυτιά μου, οι κιθάρες των Last Drive που διασκευάζοντας το Blue Moon, ξεχύνονταν μέσα απ’ τον ανίερο ναό, απειλητικές σαν Κασσάνδρες της έλευσης του επικείμενου ολέθρου, εγώ άρχισα να κατεβαίνω αργά τους ορόφους, σιγοσφυρίζοντας ανέμελος την σεληνιακή μελωδία, σαν να κατηφόριζα μια φεγγαρολουσμένη, κατάσπαρτη από την πιο πράσινη χλόη, ραχούλα.

Στον πέμπτο είδα το ασανσέρ ν’ ανεβαίνει και να με προσπερνά. Περίμενα λίγο στον δεύτερο να ξανακατέβει, και να πάρει τον δρόμο για πάνω πάλι, με τον Νυχτερίδα και τον Τσουλούφη στο κουβούκλιό του.

Στην εξώπορτα της οικοδομής κοντοστάθηκα κι άναψα τσιγάρο. Αφουγκράστηκα... Κλοτσιές σε ξύλο... μια πόρτα γκρεμίστηκε με πάταγο εκεί ψηλά... ακούστηκαν δυνατές φωνές... βρισιές, απειλές και κατάρες... σπασιμάτα γυαλιών... ακολούθησαν ουρλιαχτά και στριγκλιές. 
Έμοιαζαν σαν να έσφαζαν γουρούνια.

Θυμήθηκα τα λόγια του αγαπητού Δόκτορα Λουγκόζι, για τα βαριά περιστατικά. Πάντα εύστοχος ο δόκτορ μου στις υποθέσεις, πάντα εύστοχος... και όπως κι ο Έλβις, προφητικός.

Όταν είχα στρίψει από την γωνιά του περιπτέρου του κυρ-Εμπειρίκου, ακούστηκαν οι πυροβολισμοί.

 
ΤΕΛΟΣ


Κλικ εδώ για το Κεφάλαιο Ι
Εδώ για το Κεφάλαιο ΙΙ
Κι εδώ για το Κεφάλαιο ΙΙΙ



Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

Η Εκκλησία του Έλβις (Κεφάλαιο ΙΙΙ)


«Φίλε, αν και μοχθήσαμε πολύ κι αγωνιστήκαμε ακόμη περισσότερο, ως τώρα, όπως βλέπεις, επικρατεί στασιμότητα στην υπόθεση. Πως να το πω... βαλτώσαμε, συμφωνείς;».

Συμφώνησα.

«Το σκέφτηκα καλά...». Έκανε μια μεγάλη παύση, τόση που ήμουν σίγουρος, κι ανυπομονούσα ότι θα μου προτείνει να το διαλύσουμε οριστικά.
«Κοίτα... η υπόθεση είναι μυστική με την αρχαία έννοια... είναι ένα χρέος που έχω... που έχουμε... ιερό... χρέος σε μας τους ίδιους, αλλά και στον κόσμο ολόκληρο...».

Κούνησα το κεφάλι μου πάνω κάτω, σε κείνες τις συνθήκες, δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο.

«Δεν θέλω να την κοντύνω, να την εκχυδαΐσω... καταλαβαίνεις... να τη φτηνύνω με διαφήμιση, να την ευτελίσω με υποκρισία και δημόσιες σχέσεις, με κόσμο που έτσι κι αλλιώς δε μπορεί να νιώσει».

Μουχχχούου.

«Εμείς χρειαζόμαστε προσύλητους σαν κι αυτούς που ήρθαν ήδη, που βρήκαν τον δρόμο ψηλαφητά μέσα στη νύχτα του κόσμου, ανθρώπους που δεν θέλουν να είναι ένα ακόμη τούβλο στον τοίχο, μα πάλλονται από επιθυμία να γίνουν οι ίδιοι μια ρωγμή απ’ όπου θα εισχωρήσει το άπλετο φως, στον μακάβριο τοίχο του ζόφου που μας περικλείει».

Τι να πω... ότι και να πω τώρα, ότι και να έλεγα εκείνη τη στιγμή θα ήταν λίγο, και δεν νομίζω να βρεθεί κάποιος από τους αναγνώστες που θα διαφωνήσει.
Συνεχίζω όμως την εξιστόρηση... αιδεσιμότατος σπίκινγκ:

«Αυτό που μας λείπει, γιατί σε όλα είμαστε άψογοι απέναντι στην πίστη και τον Βασιλιά, απέναντι στις ενδόμυχες βουλές του, στον πανίσχυρο, μα σπλαχνικό Νόμο του, αυτό που μας λείπει, άκου με που σου λέω μαν, είναι οι γυναίκες!

Είμαστε σαν καψιμί που να πάρει! Θυμίζουμε ώρες-ώρες κωλομπάτσελορ πάρτι... πιφ... το σκεφτόμουν απ’ την αρχή αλλά με τον πυρετό της προετοιμασίας κι ύστερα με τις εβδομαδιαίες ανάγκες της λειτουργίας, το αμέλησα... δε βοηθάς κι εσύ λίγο... μόνο δίσκους ξέρεις ν’ αλλάζεις, και να πίνεις μπίρες!», με επέπληξε κοιτώντας με αυστηρά, και μαζεύτηκα σαν δαρμένο σκυλί.

Αιδεσιμότατος είναι αυτός... ποτέ δεν ξέρεις τι κακό μπορεί να σε βρει ξαφνικά από κάτι τέτοιους τύπους...η Ιστορία όπως σίγουρα γνωρίζουν οι φιλομαθείς, βρίθει ανάλογων στυγερών περιστατικών... 

Έτσι μου ήρθε να πεταχτώ πάνω και να βαρέσω μια τρανταχτή προσχή! να σειστεί ο ναός... να ξελαρυγγιαστώ σε ένα «Μάλιστα κύριε Αιδεσιμότατε, διατάξτε!».
Κρατήθηκα όμως... δεν ξέρω πως θα το έπαιρνε... είναι και μυστήριος...

«Έχουμε ανάγκη το θηλυκό στοιχείο, και ποιος δεν το έχει, σκέψου λίγο και τον Βασιλιά... Χρειαζόμαστε οπωσδήποτε και επειγόντως γκόμενες στο ποίμνιο... και όλα θα πάνε καλά μετά... διάολε, άκουσέ με... γιατί κανείς δεν μ’ ακούει; έχω τόσο κουραστεί… εκπέμπω ένα σήμα… ακούει κανείς; ακούστε γαμώτο τον παππού και δεν θα χάσετε! ... το έχω μελετήσει, ξέρω γω... νομίζω τελικά ότι μόνο ο Νυχτερίδας με καταλαβαίνει».   

Και έτσι μια όμορφη, καλοκαιρινή και προπαντός, μοιραία βραδιά, έσκασαν μύτη οι γκόμενες...

Οι δύο, η Μπέτυ-Σάρον όπως μας συστήθηκε και η Κορίνα, ήταν αδερφές, σχεδόν δίδυμες, ανιψιές του Νυχτερίδα, του «αρχηγού» των ροκαμπιλάδων.
Γόνοι καλής, πλούσιας μα έντιμης βεβαίως, οικογενείας, και κάτοικοι ακόμη καλύτερης συνοικίας, έκαναν μια εντυπωσιακή εμφάνιση με το φαντεζί ροκαμπίλι στυλάκι τους, μια ανεπανάληπτη υπερπαραγωγή, μια συμβολική αναπαράσταση των γνωστότερων θηλυκών του είδους σε δύο διαφορετικές εκδοχές, ξανθού και μελαχρινού, προσεγμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια, από την κορφή ως τα νύχια, ο ορισμός του φάσιον βίκτιμ σαν να λέμε, και είχαν όμως, μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό, στον παλιό στα κόλπα, θείο τους Νυχτερίδα, γιατί αυτός τις είχε μυήσει στη μαγεία του ροκ εν ρολ.

«Κοντά τα σάλια σας και ακόμη περισσότερο, τα χέρια σας» μας είχε προειδοποιήσει ο θειός τους, μαρσάροντας μέσα από τα δόντια του όταν μας ανακοίνωσε την επικείμενη άφιξή τους, και δεν είχαμε κανέναν απολύτως λόγο να τα μακρύνουμε και τα σάλια μας και τα χέρια μας, βλέποντας την νυχτεριδοντουλάπα που μας απειλούσε, να είναι έτοιμη να πέσει πάνω μας σαν μαύρος ουρανός, και να μας πλακώσει.

Αυτό φυσικά δεν αφορούσε τον αιδεσιμότατο, στον οποίον ο θείος έτρεφε μεγάλη εκτίμηση, και είχε απεριόριστη εμπιστοσύνη.
Ο Νυχτερίδας ήταν σίγουρα ο πιο τακτικός και πιο πιστός απόλους, και έκανε αυτή τη θυσία, να καλέσει δηλαδή τις ανιψιές του, μόνο για χάρη του αιδεσιμότατου -που του το είχε θέσει είν αλήθεια, πολύ διακριτικά έπειτα από έμπιστες πληροφορίες που πήρε απ τον Σοφό, όπως έμαθα αργότερα- και της υπόθεσης, στην οποία είχε πιστέψει και αφοσιωθεί, ψυχή τε και σώματι.

Μαζί όμως με τις ανιψιές και προς μεγάλη ευχαρίστηση και τέρψη πασών των πιστών, εμφανίστηκαν η Κίκι και η Φρίκη, που ήταν φίλες τους, αν και αυτές ήταν γοτθικών αποχρώσεων και αποκλίσεων, είχαν πάντως, την ίδια μακρινή απόσταση σε ύψος, του μυαλού από το υπόλοιπο κεφάλι τους.
Πράγμα διόλου παράξενο, μιας και καμία από τις τέσσερις δεν ήταν άνω των είκοσι χρονών. Η μικρότερη δε, ήλπιζα να έχει αφήσει πίσω της, έστω και πρόσφατα, τα δεκαοκτώ.

Αραιά και που, έφερναν μαζί τους και καμιά άλλη από τις πολυάριθμες φίλες τους, αλλά από αυτές, όπως και οι απλοί λάτρεις του ροκ εν ρολ προηγουμένως, καμιά δεν ξαναπάτησε για δεύτερη φορά στο κονάκι μας. «Γιατί άραγε;», είχε την απορία ο αιδεσιμότατος...

Αντιθέτως, οι τέσσερίς τους, έγιναν μόνιμες θαμώνες του ναού τα Σαββατόβραδα, και την αμηχανία της πρώτης φοράς, με τα βηξίματα και τα ξερά και αγχωμένα χάχανα του ανδρικού πληθυσμού, τη διαδέχτηκαν κελαρυστά γέλια, τολμηρές διαχύσεις, χοροί και χαρές Ευαγγελίων, υπό το αυστηρό βλέμμα και την ασταμάτητη επίβλεψη πάντα βέβαια, του κέρβερου Νυχτερίδα, που ήταν όμως, κι αυτός χαρούμενος γιατί βοηθούσε, έβαζε κι ο ίδιος το λιθαράκι του, για την αίσια έκβαση της μεγάλης υπόθεσης.

Ο αιδεσιμότατος δε, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας... ο ερχομός των νεαρών υπάρξεων έφερνε έναν αέρα αισιοδοξίας στον ναό, έναν άνεμο αναζωογονητικό, ανοιξιάτικο, μυρωμένο από απόκρυφους ψιθύρους κι υποσχέσεις, προμηνούσε την αναμφίβολη εμφάνιση καλύτερων ημερών, και προπαντός νυκτών, στον ορίζοντα...

Η πυραμίδα του merch είχε αρχίσει ως δια μαγείας να ρολάρει, οι Βεργίνες είχαν αντικατασταθεί με Τζακ Ντάνιελς και Σάουθερν Κόμφορτ, με όλα τα καλούδια μιας βασιλικής ευωχίας. 

Στη λειτουργία είχε ενσωματώσει χορευτικές φιγούρες και γκόσπελ στοιχεία, με το κορτισομάνι να του κάνει τα δεύτερα φωνητικά και τους ψαράδες να βαράνε ταμπούρλα, καθώς μάλιστα, εκφωνούσε το πύρινο κήρυγμά του, κουνούσε τα χέρια του στον αέρα με απαράμιλλο στυλ κι αυτοπεποίθηση, λες και απευθυνόταν σε ένα πλήθος χιλιάδων πιστών, που ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αυτοχειριαστούν ομαδικά με ένα του μόνο νεύμα.

Διάνθιζε τις ατάκες με ένα συχνό, επαναλαμβανόμενο «Μπράδερς εντ σίστερς!» παλλόμενο από πάθος που ξεσήκωνε το εκκλησίασμα, όταν δε έβγαζε την κατακόκκινη ρόμπα του πυγμάχου με την οποία τελευταία, έκανε την εμφάνισή του στην αρχή της λειτουργίας, ήταν πια φανερό ότι είχε ράψει καινούργιο, τσίλικο κουστούμι με μαφιόζικη κάθετη ρίγα, είχε παραγγείλει ζεβρέ πουκάμισο, γραβάτα με ζωγραφιστές νεκροκεφαλές, και λεοπάρ παπούτσια Creepers, ενώ επίσης, είχε περάσει  τις βλεφαρίδες του με άιλάινερ, είχε φορέσει γυαλιά από ταρταρούγα, και ναι, όπως παρατήρησα στο φως της μέρας μια φορά που πέρασα από τον ναό το πρωί να αφήσω κάτι ξηροκάρπια που μου είχε παραγγείλει για την βραδινή λειτουργία, είχε βάψει τα μαλλιά του, και στην θέση της ως χθες κοντοκουρεμένης κόμης του, είχε μόλις αρχίσει να φυτρώνει ένα νιογέννητο τσουλουφάκι... όπως τις παλιές καλές μέρες μααααν.

Ώσπου, έφτασε ένα Σάββατο, που ο αιδεσιμότατος είχε γίνει στα χείλη της Μπέτυς «ο Σωτήρας», στο κήρυγμά του, μαζί με όλα τα προαναφερθέντα εδάφια ιερών βιβλίων, εμφανίστηκαν ξαφνικά αποσπάσματα από τις 120 μέρες στα Σόδομα και το Άσεμνο ημερολόγιο μια νεαράς δεσποινήδος, ο Έλβις στα ηχεία με κάποιον τρόπο ακουγόταν πιο λάγνος κι απ το Μπάρι Γουάιτ, να μα την παναγία, τα φώτα είχαν χαμηλώσει, ο Νυχτερίδας μαζί με την ομήγυρη των χασικλίδων είχε μαστουρώσει κάργα, και είχε νταγκλάρει σε μια γωνιά, συνομιλώντας σιωπηλά με το άπειρο και δείχνοντας σίγουρα ευτυχισμένος, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στις νεαρές συλφίδες, που προτιμούσαν την χημεία από την φυσική, και φαινόντουσαν να βρίσκονται σε έκσταση έχοντας σαν υπνωτισμένες, καρφωμένα τα μάτια τους, στον απεσταλμένο του Βασιλιά πίσω απ’ τον άμβωνα, τα βαριά περιστατικά έσφιγγαν τα χείλη τους, κάπνιζαν, φυσούσαν ξεφυσούσαν, o κυρ-Εμπειρίκος και ο Προπό ξερογλείφονταν πιάνοντας που και που τα αχαμνά τους, κι εγώ ίδρωνα σαν χαμάλης πάνω από τα ντέκς, όπου στριφογύριζε το Heartbreak Hotel, έριχνα κλεφτές ματιές στον Σμόκι που μας κοιτούσε ανέγγιχτος, αδιάφορος κι αγέρωχος, καθισμένος πάνω στο ηχείο, και αναρωτιόμουν αν όλο το πράμα θα κατέληγε στο τέλος, σε μια παρτούζα, αντάξια του θρυλικού κοινοβίου των Ya Ho Wa 13.

Όμως δεν κατέληξε εκεί. 

Η βραδιά για όλους, πλην του αιδεσιμότατου και κάποιου εκ των θηλυκών όπως φάνηκε αργότερα, τελείωσε απλά με ξερατά στη λεκάνη του σπιτιού τους, εκεί που τα πρωινά ακούγεται συνήθως η μουρμούρα του Constipation Blues, ή στην καλύτερη περίπτωση, με μια παχιά που λέρωσε τα σεντόνια του κρεβατιού τους.

Κάπου εδώ, το επόμενο πρωί, ίσως και κάμποσο νωρίτερα, θα έπρεπε αν όχι να έχω φωνάξει του μπάτσους, τουλάχιστον να ειδοποιήσω τους γονείς των κοριτσιών και να την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια, σαν λαγός στο λιβάδι. 

Κι όμως, δε φώναξα κανέναν, δεν ειδοποίησα κανέναν, κι έμεινα και πάλι. 


Συνεχίζεται...