Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

El Santo Nada - Tuco

Self Release
2010
Καμιά φορά η μνήμη μας παίζει το μυαλό μας όπως η γάτα το ποντίκι, που θα έλεγε και κάποιος σπορκάστερ για να μας δώσει να καταλάβουμε τα συστήματα που απλώνουν οι δύο άρχοντες των πάγκων πάνω στο χορτάρι.

Το κρύο μας είχε πιρουνιάσει πόδια και χέρια, χειμώνας βαρύς με χιονόνερο, ο ήλιος είχε πέσει δίχως να τον δούμε ακόμη μια μέρα, ποια ακριβώς στην σειρά δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε, το σκοτάδι πυκνό και υγρό σαν μουχλιασμένο βαμβάκι μας νότιζε ακόμη μια νύχτα. 
Εμείς όμως ήμασταν έξω από το μεσημέρι, και δεν θα το κουνούσαμε μέχρι που να πάει 9, δηλαδή έπρεπε να ξεροσταλιάσουμε στο κρύο ακόμη 3 ώρες…Έτσι έπρεπε…γιατί είχαμε υποσχεθεί και οι τρεις στον εαυτό μας και στους άλλους δύο ότι αυτή ήταν η μεγάλη μπίζνα που περιμέναμε τόσο καιρό και δεν θα την αφήναμε να μας ξεφύγει…όπως στις παλιές καλές ταινίες ρε φίλε...αυτές με τις γλυκές και άγριες συμμορίες, με τα καλά παιδιά που αύριο θα γίνουνε απόντες. 
Μάλλον για να ξεχάσουμε το κρύο, είχαμε πιαστεί, αναλύαμε και τσακωνόμασταν για ένα από τα προσφιλή μας θέματα, τις γυναίκες.Ο Μήτσος αγόρευε και κοίταζε μια έμενα και μια τον Τόλη με ένα βλέμμα αηδίας και περιφρόνησης αναρωτώμενος φωναχτά πως μπορούσαμε να έχουμε γκόμενες!!! Hit and run ρε ντουγάνια! Όλα τα’ άλλα είναι χρονοτριβή. 
Όταν πια απηύδησε και είδε ότι για ακόμη μια φορά δεν θα πηγαίναμε ευθεία στο σπίτι να ανακοινώσουμε τον χωρισμό ακολουθώντας τον έπειτα μέχρι το τέλος της νύχτας και ακόμη πιο πέρα προς αναζήτηση θηράματος, σημάδεψε καλά και έριξε την τελευταία του σφαίρα…ρε μαλάκες το «Κάποτε στην Αμερική» το ‘χετε δει? Ε να πάτε να το ξαναδείτε και μετά να ρθείτε να μου πείτε για τις γκόμενες…

Το είχαμε δει, και από τότε τουλάχιστον εγώ το ξαναείδα πολλές φορές –όπως και όλες του μεγάλου αυτού δάσκαλου- και μάλλον μαζί με το Cool hand Luke και το La Haine είναι οι πρώτες που μου έρχονται στο μυαλό όταν μιλάω με κάποιον για παλιές αγαπημένες ταινίες. Το Μήτσο και τον Τόλη κάπου κάποτε τους έχασα. Ο ένας φαντάζομαι (και εύχομαι) θα κυνηγάει ακόμη παράλληλα με τα θηράματα του και την μεγάλη μπίζνα, και ο άλλος θα κυνηγιέται από το φάντασμα μιας γυναίκας. 

Ακολουθώντας τον Tuco προσεκτικά, από μακριά μη με πάρει χαμπάρι έφτασα ως εκεί, που μπορείς να δεις στον ορίζοντα τις μακρόστενες μέσα στην αντηλιά σκιές που χάνονται. Αυτοί είναι σίγουρα, δεν με γελούν τα μάτια μου. Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος. Έφτασα σ’ αυτή την χούφτα με τα δολάρια που γυαλίζει κάτω από τον πυρπολητή ήλιο, στον έρημο σταθμό του τραίνου, να ακούω μόνο τον άνεμο, μια χαλασμένη αντλία να τρίζει, και το βουητό της μύγας μέσα στην κάνη.

Κι ύστερα από κει τράβηξα για τους κακόφημους δρόμους που πατήσαμε, στα άσφαιρα πιστόλια μας τα βρεγμένα από το χιονόνερο, τις αόρατες πληγές μας, στην καλά θαμμένη μα για πάντοτε δική μας χαρά, στους μάταιους ηρωισμούς και τα σάλια μας που στάζουν στην άσφαλτο, σε όλους όσους εξακολουθούν να τηγανίζονται μέσα στο μεγάλο και βαθύ τηγάνι της νύχτας.Και είμαι σίγουρος ότι αν ξαναδώ το Κάποτε στην Αμερική η και το Κάποτε στη Δύση θα έχω πολλά να πω για τις γκόμενες…Αλλά και για τους φίλους Μήτσο….και για τους φίλους. 

Μα δεν θα το κάνω. Τουλάχιστον όχι τώρα. Θα βάλω ξανά να ακούσω αυτούς εδώ τους Ιταλούς συμπατριώτες του Sergio, που σε αντίθεση με τις δικές μου παγωμένες χειμωνιάτικες αναμνήσεις, στήνουν την μονομαχία τους στο σωστό σκηνικό, μέσα στην σκόνη, δίπλα από τους κάκτους, κάτω από το μισογκρεμισμένο καμπαναριό, κάτω απ’ τον απέραντο ουρανό, όπως θα το έκανε και ο τελευταίος. 

Και αφιερώνουν τον δίσκο τους στον Tuco, αυτόν δηλαδή που κρύβετε μέσα σε κάθε φίλο που αξίζει να έχουμε, να αγαπάμε και...να συγχωράμε καμιά φορά όταν χρειαστεί.