Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Πάσχα σε μια πόλη



Μοιάζω με καλόγερο απόψε, είμαι ανήσυχος.
Στο διπλανό δωμάτιο, πίσω απ’ την πόρτα αμίλητος
Προσμένει μες την θλίψη του κάποιος να τον καλέσω:
Συ Κύριε, ο Θεός, εγώ, - η Αιωνιότητα.

Και κατεβαίνω σχεδόν τρέχοντας στην κάτω πόλη
Με κυρτωμένη πλάτη, καρδιά ρυτιδωμένη, μυαλό που καίει στον πυρετό.

Κάνε να πέσει από το πρόσωπό μου, στα χέρια στηριγμένο,
Της αγωνίας η μάσκα που με πνίγει.
Και κάνε τα δυό χέρια μου, στο στόμα στηριγμένα
Τους άγριους της απόγνωσης αφρούς να μη γευτούν

Είμαι θλιμμένος κι άρωστος. Ίσως να φταις Εσύ,
Ίσως να φταίει άλλος κανείς. Ίσως να φταις Εσύ.

Κύριε, Εσύ θυσιάστηκες για τους φτωχούς του κόσμου
Να ‘τοι, σα ζώα, όλοι μαζί, μες τα φτωχοκομεία.
Έρχονται απ’ τον ορίζοντα μαύρα μεγάλα πλοία
Και τους αδειάζουν σωρηδόν σε γέφυρες πλωτές.
Έλληνες, Ιταλοί, Σπανιόλοι, Ρώσοι,
Και Βούλγαροι και Πέρσες και Μογγόλοι
Ζώα του τσίρκου που σαλτάρουν τους μεσημβρινούς
Και που τους ρίχνουν, σα σε σκύλους, ένα κομμάτι μαύρο κρέας.
Αυτό το βρώμικο φαί είν’ όλοι η ευτυχία τους.
Κύριε, λυπήσου τους λαούς του κόσμου που υποφέρουν.

Οι ταπεινές γυναίκες που μαζί σου ανέβηκαν στο Γολγοθά
Σ’ άθλιους σοφάδες κάθονται, κρυμμένες μες στις τρώγλες.
Μολύνθηκαν κι αυτές από τους άνδρες τους.
Σκυλιά τους ροκανίσανε τα κοκάλα, και μες το ρούμι
Κρύβουν την άθλια αρρώστια που τις ξεφλουδίζει
Σαν μου μιλήσει μια απ΄ αυτές λιποθυμάω, Κύριε.
Θα ‘θελα να ‘μαι Εσύ, για να αγαπήσω όλες τις πόρνες
Κύριε, συμπόνεσε τις πόρνες.

Στη συνοικία βρίσκομαι όπου θα δεις τους κλέφτες,
Τους άφραγκους, τα’ αλάνια, τους κλεπταποδόχους.
Σκέφτομαι τώρα στο Σταυρό τους δυό ληστές μαζί Σου
Ξέρω, στη δυστυχία τους θα τους χαμογελάσεις.
Κύριε, ο ένας τους ήθελε ένα σκοινί με κόμπο,
Αλλά κοστίζει το σκοινί, δε το χαρίζουν, Κύριε.
Μιλούσε σαν φιλόσοφος ο γέρο-κατεργάρης. Κι εγώ με λίγο όπιο
Πιο γρήγορα τον έστειλα στη πύλη του Παράδεισου.
Σκέφτομαι ακόμη αυτούς τους μουσικούς των δρόμων,
Τον τυφλό βιολιστή, τον κουλό με τη λατέρνα,
Την τραγουδίστρια με το ψάθινο καπέλο και τα ψεύτικα, χάρτινα ρόδα
Το ξέρω, αυτοί μας τραγουδούν στους αιώνες των αιώνων.
Κύριε, ελέησε τους, κι όχι αν θες με του γκαζιού το στόμιο.
Χρήματα, δώσ’ τους χρήματα σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο.

Η αυγή γλίστρησε Κύριε, ψυχρή σαν νεκροσέντονο
Στον άνεμο γυμνώνοντας και τους ουρανοξύστες.

Τα πλήθη μες στον πυρετό του χρυσοθήρα ιδρώτα
Σπρώχνονται και χιμούν μαζί μες σε μικρούς διαδρόμους.
Περίεργο, μες την σύγχυση που οι στέγες στεφανώνουν,
Να ο ήλιος, Κύριε, η μορφή Σου η ίδια, ατιμασμένη απ’ τις φτυσιές.

Γυρίζω σπίτι, Κύριε. Πένθιμος, μόνος, κουρασμένος…
Και το δωμάτιό μου γυμνό σαν τάφος…
Κύριε είμ’ ολομόναχος. Με ψήνει ο πυρετός…
Και το κρεβάτι κρύο, κρύο σα φέρετρο…
Κλείνω τα μάτια και τα δόντια μου χτυπούν,
Είμαι ολομόναχος. Κρυώνω. Σε φωνάζω… 

Τώρα σκέφτομαι, Κύριε, της δυστυχίας τις ώρες...
Τώρα σκέφτομαι, Κύριε, τις ώρες μου που φύγαν...

Κύριε, δε Σε σκέφτομαι πια. Δε Σε σκέφτομαι πια.

text: Ένα κολάζ από το ποίημα του Blaise Cendrars, Les Pâques à New York (1912), στα ελληνικά: Μπλαίζ Σαντράρ, Πάσχα στη Νέα Υόρκη, μετάφραση Γιάννης Βαρβέρης, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία.
music: Louise Attaque – La Ballade De Basse, από το Comme on a Dit CD, Atmosphériques 2000.
image: Misha Erwitt