Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Slim Wild Boar and his Forsaken Shadow - Tales from the Wrong Side of Town

Beast Records
2012

Άγριος φυσούσε ο άνεμος, σαν να ερχόταν απ’ το κοιμητήρι της παγωμένης άνοιξης, από εκεί που είναι θαμμένες, ναι μαζί με τις μπότες τους λένε, όλες οι εγκαταλειμμένες σκιές, που σύρθηκαν κάποτε εδώ έξω.
Με την πνοή του έδειχνε τον φόβο, στους τοίχους, τα παράθυρα, στους ανθρώπους, ακόμη και στον ουρανό αυτής της σάπιας τρύπας, και δόξα τον…δεν ήξερε ποιόν, από τέτοιες γούβες σαν και αυτήν που έβλεπε τώρα κάτω να κοχλάζει καλώντας τον στο έρεβος, είχε μάθει καλά. Οι φρόνιμοι και οι γνωστικοί από πάντα την αποκαλούσαν η λάθος πλευρά της πόλης.
Για τους άλλους, τους καταφρονημένους, για τους τρελούς και τους ηλίθιους, τους κάθε λογής φυγάδες, κλέφτες και φονιάδες δεν είχε όνομα, ήταν απλά το σπίτι τους. Καμιά φορά μπορούσες να τους ακούσεις να λένε «πάω κάτω».
Μέσα εδώ ούτε η άνοιξη δεν είχε εξουσία. Εδώ υπήρχε μόνο η τελευταία συνουσία, εδώ την εξουσία την κατείχε ο θάνατος.  

Συνέχισε να περπατά, τώρα πια είχε πλησιάσει αρκετά, περνούσε κιόλας τα πρώτα χαμόσπιτα, παρέα με κάθε λογής σκουπίδια που τα έσερνε ξοπίσω του ο αέρας, σαν τα φαντάσματα που τον ακολουθούσαν πιστά όλα αυτά τα χρόνια, τόσα πολλά που είχε ξεχάσει πως ήταν οι μέρες και οι νύχτες και ότι άλλο, χωρίς την φρίκη της παρουσίας τους…αν είχαν υπάρξει ποτέ τέτοιες.
Οι δρόμοι ήταν άδειοι και οι πόρτες, όσες δεν άφηναν ξεχαρβαλωμένες το σκοτάδι να χάσκει έτοιμο να καταπιεί τα πάντα πίσω τους, ήταν όλες κλειστές και σκοτεινές σαν τάφοι.
Παρουσία η φωνή άλλου ανθρώπου δεν υπήρχε πουθενά…μόνο τα σπασμένα παραθυρόφυλλα που τρίζουν εκλιπαρώντας για βοήθεια, τα κομμένα καλώδια που μαστιγώνουν το τίποτα, και το κλάμα του σκύλου που γλύφει την καρδιά του.
Το φεγγάρι κίτρινο από τα σάλια των αθώων, των τυχερών και των ερωτευμένων ανέτειλε όπως πάντα από την σωστή πλευρά. «Άντε γαμήσου κι εσύ Υπέρτατο Ον».
Έφτασε στο σταυροδρόμι…θα πρέπει να ήταν αυτό που είχε χαράξει με ένα σκουριασμένο ξυράφι στο χέρι του εκείνος ο τυφλός αλήτης, που έβγαζε λένε πάντα μετά τα μεσάνυχτα τον πιο θρηνητικό ήχο που είχε ποτέ ακουστεί σ' αυτή ή σε μια άλλη γη, με τις δύο τελευταίες χορδές της πρώτης θαρρείς, κιθάρας του κόσμου. 

Δεν χρειάστηκε όμως να συμβουλευτεί το πλυμένο απ' το μεγάλο ποτάμι του χρόνου τατουάζ στον καρπό του…όπως όλα τα πράγματα που έχουν φτιαχτεί μόνο και μόνο για κάποιον, κι έπειτα το μόνο που κάνουν είναι να λουφάζουν εκεί κουλουριασμένα περιμένοντας τον αργά η γρήγορα να φτάσει, έτσι και η μουσική που ερχόταν από το ισόγειο του ετοιμόρροπου κτιρίου, του έδειξε τον δρόμο.
Όσο πλησίαζε ο ήχος της δυνάμωνε, και ένα αχνό φως φάνηκε μέσα στα λασπωμένα από τις μύγες και τη σκόνη, παράθυρά του. Μπορούσε να μυρίσει πια την μούχλα και την υγρασία, τον καπνό και το φτηνό άρωμα, το ουίσκι και τα βρώμικα χνώτα τους, άκουγε καθαρά τις πρόστυχες φωνές τους…ω πόσο καλά τις γνώριζε…σαν να άκουγε την δική του.

Κοντοστάθηκε μια στιγμή που κατάφερε και χώρεσε όλη την όχι και τίποτε σημαντικό τελικά αποφάσισε ζωή του, σκούπισε χαμογελώντας το δάκρυ, και αμέσως μετά έπιασε το χερούλι με το ένα χέρι, χαϊδεύοντας με το άλλο την λαβή του μαχαιριού στην μέση του.
«Καλώς ήρθες σπίτι αγάπη!» ακούστηκε μετά από την μικρή απότομη και απόλυτη σιωπή, μια γυναικεία φωνή από το βάθος…

bandcamp