Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

(into) the night just before the forests

Δώσ’ μου φωτιά φίλε, δεν κοστίζει τίποτε φίλε, κωλοβροχή, κωλοαέρας, κωλοδιασταύρωση, δεν είναι καλό ούτε για σένα, ούτε για μένα, να κυκλοφορούμε εδώ απόψε, δεν έχω όμως τσιγάρο, δεν ήταν τόσο για να καπνίσω που σου λεγα φωτιά φίλε, όσο για να σου πω φίλε: κωλοσυνοικία, κωλοσυνήθεια να τριγυρνάς κατά δω…που να πας, άλλη λύση δεν υπάρχει, κι εγώ σταμπάρισα, από τότε που δεν δουλεύω πια, όλες τις ζώνες στη σειρά, τις ζώνες που χάραξαν στα πλάνα τους για μας οι αγύρτες, κι όπου μας μαντρώνουν με μια μολυβιά, ζώνες εργασίας για τις καθημερινές, ζώνες για μηχανή και ζώνες για καμάκι, ζώνες για γυναίκες και ζώνες για άντρες, ζώνες για πούστηδες, ζώνες θλίψης και ζώνες φλυαρίας, ζώνες οδύνης και εκείνες για τα βράδια της Παρασκευής…οπότε ξαφνικά εγώ, δεν αντέχω άλλο, αυτή τη φορά πάει τέλειωσε, δεν κρατιέμαι πια, δεν αντέχω άλλο, όλον αυτόν τον κόσμο, τον καθέναν στη γωνίτσα του με την ιστοριούλα του, όλες αυτές τις φάτσες, δεν τους αντέχω άλλο, μπούχτισα μ’ όλους, και μου ‘ρχεται ν’ αρχίσω στις μπουνιές…έχω όρεξη να δείρω φίλε, τις γριές, τους Άραβες, τους ματσωμένους, τα πλακάκια στους τοίχους, τις γραμμές των βαγονιών, τους ελεγκτές, τους μπάτσους, να πλακώσω στο ξύλο τους πωλητές εισιτηρίων, τις αφίσες, τα φωτά, αυτή τη σκατομυρωδιά, αυτόν το σκατοθόρυβο, σκέφτομαι τα λίτρα μπύρας που ‘χα ήδη κατεβάσει και θα κατέβαζα ακόμα, ώσπου να μη χωράει άλλο η κοιλιά μου, και εμένα καθιστός με αυτή την επιθυμία ν’ αρχίσω να βαράω μπουνιές φίλε, ώσπου να τελειώσουν τα πάντα, ώσπου να σταματήσουν όλα, και τότε σταματάνε διαμιάς τα πάντα, μια και καλή…όκευ σηκώνομαι τώρα, διασχίζω τρέχοντας τους διαδρόμους, πηδάω τις σκάλες, βγαίνω έξω από τον υπόγειο, και τρέχω, ονειρεύομαι πάλι μπύρα, τρέχω, μπύρα, μπύρα, σκέφτομαι: τι μπορντέλο, άριες της όπερας, γυναίκες, η παγωμένη γη, η κοπέλα με την νυχτικιά, πουτάνες και νεκροταφεία, τρέχω και δεν μ’ αισθάνομαι πια, αναζητάω κάτι που να μοιάζει με χορτάρι μέσα σ’ αυτόν τον πολτό, περιστέρια πετάνε πάνω απ’ το δάσος, και οι στρατιώτες τα σημαδεύουνε, ματσωμένοι ζητιανεύουνε, αλητάμπουρες ντυμένοι στην τρίχα στρώνουν στο κυνήγι ποντικούς, τρέχω, τρέχω, τρέχω, ονειρεύομαι τον μυστικό ψαλμό των Αράβων μεταξύ τους, σύντροφοι, θέλω πολύ ένα δωμάτιο και είμαι μούσκεμα, μαμά, μαμά, μαμά, μη λες τίποτα, μην κουνιέσαι, σε κοιτάζω, σ’ αγαπώ φίλε, εγώ φίλε αναζητούσα κάποιον να είναι κάτι σαν άγγελος, μέσα σ’ αυτό το μπορντέλο, και είσαι εδώ, σ’ αγαπώ, και τα ρέστα μπύρα, μπύρα, και εξακολουθώ πάντα να μην ξέρω πώς να το πω, τι πολτός, σκέτο μπορντέλο, φίλε, κι έπειτα συνέχεια αυτή η βροχή, βροχή, βροχή, βροχή.

text: Bernard-Marie Koltes, Η νύχτα μόλις πριν από τα δάση (La Nuit juste avant les forêts), μετάφραση Μάγια Λυμπεροπούλου, εκδόσεις Άγρα, 1993.
music: Closer – Ecstasy, In the Market CD, Studio II Records 1998.