Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

The Masters Apprentices - Wars Or Hands Of Time


Από πάντα μ’ άρεζαν στην μουσική οι μεγάλες βουτιές προς τα πίσω. Η αλλιώς το σκάψιμο που λέμε. Και συμφωνώ μ’ αυτούς που λένε ότι το rock and roll ήταν υπόθεση πάντα μιας βουτιάς προς τα πίσω. Ακόμη και όταν πήγαινε μπροστά, ή μάλλον ειδικά τότε.
Στα νερά και τα χώματα των αντιπόδων για ανάποδο σερφ και τυμβωρυχία με οδήγησαν ονόματα σαν τους Radio Birdman τους Saints τους Sunnyboys και καμιά εικοσαριά άλλοι, αλλά επειδή το ημερολόγιο γράφει πια 2013 ας τα πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή…ή μάλλον απ’ το τέλος.
Από τους Slug Guts και τους Witch Hats του σήμερα, κάνεις τη βούτα ή αρχίζεις και σκάβεις και περνάς τους Devastations, τους Drones, τους Dirty Three, τους Died Pretty, τους Sunnyboys, τους Birthday Party, τους Saints, τους Radio Birdman, τους Coloured Balls, τους Loved Ones, και κάπου εκεί οπ! The Master’s Apprentices
(Όλα αυτά φυσικά ισχύουν για ακροατές που δεν έχουν την παγιομένη αντίληψη ότι η μουσική ξεκίνησε από την στιγμή που ξεκίνησαν να ακούνε οι ίδιοι, διαφορετικά ποιοι Loved Ones και ποιοι Masters τώρα, εδώ έχουμε τους Tame Impala…)

Το ψυχεδελικό φαινόμενο όπως τους είχε αποκαλέσει κάποτε ο Κοντογούρης, μια μπάντα επιτομή ανάμεσα στους Yardbirds και τους Pretty Things, με θαυμαστά έργα και ημέρες, που μπορεί κανείς να τους θυμηθεί για πολλά, αλλά για τους περισσότερους συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος, αυτόματα πάντα δίπλα στο όνομά τους μπαίνει ο τίτλος τους ωραιότερου δικού τους κομματιού, και ενός από τα ωραιότερα τραγούδια της "Αυστραλέζικης σκηνής" ανεξαρτήτως εποχής, αλλά και της γκαραζοψυχεδέλιας, αν και οι ταμπέλες σε τέτοιας στόφας τραγούδια δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να τα μικραίνουν, ενός τραγουδιού με τον απόλυτα ταιριαστό με την μουσική και τους στίχους του τίτλο: Wars or Hands of Time.

Στα ούτε τρία λεπτά που διαρκεί σε αρπάζει και σε πάει, από την αιωρούμενη κιθαριστική εισαγωγή με τις εμβόλιμες φαζαριστές ξυραφιές της δεύτερης κιθάρας, στο κλασικό πια πρώτο δίστιχο της φωνής που το έκλεψαν μέχρι και οι Libertines, στην αξέχαστη μελωδία του ρεφρέν, στην μικρή -για αυτό και ποτέ αρκετή, αλλά έτσι είναι τα ωραία στο rock and roll- επιτάχυνση του σόλο της κιθάρας, και ξανά στην αιώρηση, χαμένος στον χρόνο για πάντα πριν το τέλος.

Ένας αντιπολεμικός ύμνος, γραμμένος όπως όλα τα τραγούδια της πρώτης περιόδου τους (εννοείται πλην των διασκευών) από τον ευαίσθητο κιθαρίστα Mick Bower (που η πορεία του φέρνει κάτι σε Αυστραλό Syd Barrett όπως εύστοχα έχουν γράψει μερικοί) στα 1967, την χρονιά που κυκλοφόρησαν αμφότερα και το single που το περιείχε σαν b-side (!?) του Undecided, και ο πρώτος τους δίσκος που έφερε σαν τίτλο το όνομά τους.

Ενώ είχα διαβάσει γι’ αυτούς και έψαχνα ν’ ακούσω την μουσική τους, η τύχη το έφερε έτσι ώστε να τους «ακούσω» για πρώτη φορά στην διασκευή που έκαναν οι The Not-Quite στοWars, στον ομώνυμο δίσκο τους το 1986…τότε ήταν που πλέον δεν έψαχνα απλά, αλλά άρχισα να κυνηγάω σε σημείο εμμονής για να βρω το real stuff, το The Masters Apprentices…και ο επιμένων ξέρετε τι κάνει στο τέλος…

Είμαι σίγουρος ότι την ίδια πάνω κάτω περίοδο, στα ίδια δισκάδικα και το ίδιο μανιασμένα θα έψαχνε αυτόν τον δίσκο και μια παρέα που λίγο αργότερα θα γίνονταν μαζί και μπάντα, και θα μας έδινε μια μέρα, την δική της αγγιγμένη απ’ το πνεύμα των Masters, άποψη πάνω σ’ αυτό το τραγούδι, και ας λένε ότι τους βγήκε λίγο πιο γρήγορο απ’ όσο θα προτιμούσαν.
Ήταν –για να μη ξεχνιόμαστε- οι Hydes
Και για να μη ξεχνιόμαστε x2: Wars or hands of time will not destroy our dreams of days…