Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Wailin Storms



Σου γράφω μέσα απ’ τη κουφάλα ενός τεράστιου γέρικου δέντρου…αυτό των κρεμασμένων…μπορείς να νιώσεις τα κουφάρια να κρέμονται ακόμη απ’ τα κλαδιά του, κάποιος κλώτσησε το πιο γέρικο απ’ τα δεκαέξι άλογα και τους άφησε απλά να είν’ εκεί, να στριφογυρίζουν στον αέρα μαζί με το σκοινί…στις ρίζες του φυτρώνει για πάντα ο μανδραγόρας, και ένας μαύρος σκύλος αλυχτάει δεμένος πάνω του, ξορκίζοντας την τρέλα του κόσμου.

Γράφω με το λιγοστό φως που αφήνει η πίσω της η σελήνη, την ακούω που κροταλίζει τα κόκαλα της περνώντας ψηλά πάνω απ’ τα σύννεφα, ψηλά πάν’ απ’ τη γη, φωτίζοντας κάτω, το πηχτό σκοτάδι της λησμονιάς…

Είναι υγρά εδώ μέσα, μα κι έξω δεν είναι καλύτερα… νομίζω ότι η βροχή δεν έχει σταματήσει, από τότε που γεννήθηκα. Τέτοιος καιρός ήταν πάλι, πάνε χρόνια.

Ακούω τις σταγόνες να πέφτουν μια μια, όπως ακούω τους χτύπους της καρδιάς μου. Όπως ακούω αυτά τα καταραμένα blues, -για αυτά σου γράφω- ψίθυρους, διστακτικές κραυγές, ένα θλιμμένο τραγούδι, και τελικά μια τσακισμένη ορμή, να κουδουνίζουν στ’ αυτιά μου ακόμη, κι ας έχουν περάσει τόσες νύχτες από εκείνη εκεί…δίπλα στο ποτάμι…αλήθεια πόσες?

Στην Κασσάνδρα είναι ωραία, έχει και καλή παρέα, Τρίτη Πέμπτη μακαρόνια φάτε μάγκες βγάλτε χρόνια…

Μια χλωμή φωνή, ένας νέγρικος θρήνος, το πνεύμα της φωτιάς που μοιρολογά πάνω απ’ τις υγρές στάχτες, μια αδιάφορη για όλα τα χρώματα καταιγίδα που μαίνεται κάπου κοντά, έξω, και μια άλλη αδιάφορη κι αυτή βαθιά μέσα, μια στενάχωρη σε όλα τα σώματα ψυχή…μεταξύ πόνου και τίποτα πάντα θα διαλέγει τον πόνο…Μα στάσου…ακούω βήματα πάνω στα φύλλα…κάποιος πλησιάζει προς τα ‘δω…αυτοί που λείπουν δεν πεθαίνουν, μόνο πληρώνουν το κενό, που πάνω του σκοντάφτουμε…Jeffrey Lee is that you?

Ο άνεμος σαν δαιμονισμένος φυσάει, κι ένα αγόρι μεγαλώνει και σαν τον άνεμο φεύγει…πάει. Και τώρα είναι ώρα να βγω απ’ την κρυψώνα μου, και να πάρω την θέση μου κι εγώ πάνω στα κλαδιά. Ένας μανδραγόρας περιμένει να φυτρώσει το πρωί ακριβώς από κάτω.