Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Buried Horses - Tempest

Spooky Records
2011


Νεανίες τσόγλανοι ροκενρολάδες με μάτια που σπιθίζουν, ξεχύνονται στην λεωφόρο των εθνών, διασχίζοντας λίμνες που ιριδίζουν και τσιμινιέρες απ’ όπου σελαγίζουνε πορτοκαλιές φλόγες αερίου, και βάλτους και τεράστιους σκουπιδότοπους, αλιγάτορες που σέρνονται πέρα δώθε πάνω σε σπασμένα μπουκάλια και κονσέρβες, αραβουργήματα που αναγγέλλουν μοτέλ (hell), μελαψοί νταβατζήδες ξεβρασμένοι ολομόναχοι πάνω σε νησιά από σκουπίδια ξεστομίζουν προστυχιές στα διερχόμενα αυτοκίνητα…

Όταν κοπάζει η θύελλα στο απέραντο απάνεμο λιμάνι που καταλήγουν όλα, τα νερά γυαλίζουν από τα πετρέλαια, φλόγες στις κορυφές των καμινάδων παρατημένων γεωτρήσεων μες την αιθάλη του ορίζοντα. Μπόχα πετρελαίου και υπονόμων. Άρρωστα σκυλόψαρα  κολυμπούν στα σκοτεινά νερά ρεύονται θειάφι από συκώτια σαπισμένα, διόλου δεν δίνουν σημασία σε ματωμένο Ίκαρο με σπασμένα φτερά, που ξερνάει αλκοόλη, χολή και όνειρα μέσα στο βουρκομένο αυτό κοκτέιλ.

Ο παππούς θα πρέπει να συνέχιζε να κόβει να ράβει και να μου διαβάζει το Γυμνό του Γεύμα ώρες (η χρόνια) αφότου εγώ είχα αποκοιμηθεί. Ονειρευόμουν την μοιραία ακτή ακόμη μια φορά, κάτω στους Αντίποδες. Βουτούσα στο νερό και περίμενα να με ξεβράσει πίσω ξανά εκεί στο ίδιο μέρος που συνηθίζουν να σκάνε μαζί με το κύμα στους βράχους και οι φίλοι μου, ο frank και ο ranx μαζί με τον πρόεδρο τον airesia.  

Ξύπνησα γιατί κάποιος μου έσφιγγε το χέρι. Ήταν το άλλο μου χέρι. Έξω απ’ το παράθυρο στην κόκκινη σκοτεινιά του ουρανού, εκείνο το τρομερό κόκκινο που σπάει κόκαλα, έξω εκεί και πέρα μακριά, μια συμμορία από καβαλάρηδες μόλις έχουν θάψει εαυτούς, αλλήλους και τα άλογα, μα συνέχιζουν να καλπάζουν ευθεία μπροστά. Έξω από τον χρόνο, έξω απ’ το διάστημα, έξω και από αυτό το πεπρωμένο. Μια λέξη μόνο φώναξαν ο ένας στον άλλον και μετά χάθηκαν για τα καλά. Ride!