Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Townes Van Zandt


Hey mama, when you leave
don’t leave a thing behind
I don't want nothin'
I can't use nothin'

«Ό θαυμάσιος συγγραφέας Άλμπερτ Μάρρεϊ, ο οποίος είναι ιστορικός της jazz και ο φίλος μου μεταξύ άλλων, μου είπε ότι κατά την εποχή της δουλείας στην χώρα μας, ο μέσος όρος αυτοκτονιών στους ιδιοκτήτες σκλάβων ήταν πολύ υψηλότερος από εκείνον ανάμεσα στους ίδιους τους σκλάβους»

Take care into the hall
and if you see my friends
Tell them I'm fine
not using nothin'

«Ό Μάρρεϊ λέει ότι αυτό οφείλετε στο γεγονός ότι οι σκλάβοι είχαν έναν τρόπο να αντιμετωπίζουν την κατάθλιψη, τον οποίο οι λευκοί ιδιοκτήτες τους δεν γνώριζαν: μπορούσαν να ξορκίζουν το «Γέρο Αυτόχειρα» παίζοντας και τραγουδώντας τα blues»

Almost burned out my eyes
threw my ears down to the floor
I didn't see nothin'
I didn't hear nothin'

«Λέει και κάτι ακόμη που εμένα μου φαίνεται ότι στέκει: τα blues δεν μπορούν να πετάξουν την κατάθλιψη έξω απ’ το σπίτι, αλλά μπορούν κάλλιστα να την στριμώξουν  στη γωνία οποιουδήποτε δωματίου. Σας παρακαλώ αυτό να το θυμάστε»


I stood there like a block of stone
knowin' all I had to know
and nothin' more
Man, that's nothin'

O Townes Van Zandt φυσικά δεν ήταν μαύρος, αλλά ακούγοντας τον Lighting Hopkins από μικρός εκεί στο Τέξας, βρήκε στα blues έναν τρόπο να στριμώχνει την δικιά του κατάθλιψη στην γωνία του δωματίου.

As brothers our troubles are
locked in each others arms
and you better pray
they never find you

Κι όταν ακόμη κι αυτά δεν ήταν αρκετά τα συνδύαζε με μπέρμπον , βαρβιτουρικά και πρέζα. Και μετά κλεισμένος με τις ώρες στο δωμάτιο, έπιανε την κιθάρα και έγραφε τραγούδια σαν το Waiting around to die προς μεγάλη απογοήτευση της πρώτης του γυναίκας που περίμενε ότι από κει μέσα θα ‘βγαινε με ένα ερωτικό τραγούδι αφιέρωση σ αυτήν.

Your back ain't strong enough
for burdens doublefold
they’d crush you down
Down into nothin'

Στο Be here to love me, την ταινία αφιέρωμα σ αυτόν, σε μια σκηνή από τα χρόνια που ζούσε σε ένα τροχόσπιτο, τραγουδάει το Waiting around to die για την γυναίκα του και κάποιους φίλους. Ό ένας απ’ αυτούς, ένας μαύρος μπάρμπας με καπελάκι και φάτσα σαν του R.L. Burnside, με τα δάκρια του είναι σαν να απαντάει θετικά στην ερώτηση αν (κάποιοι) οι λευκοί μπορούν να τραγουδήσουν αληθινά τα blues. 

Being born is going blind
and buying down a thousand times
to echoes strung
on pure temptation

Θυμάμαι τα λόγια του Κερτ Βόννεγκατ και βάζω να ακούσω το Nothin’ από το Rain on conga drum – Live in Berlin του 1990. Ένας σαρανταεξάχρονος Van Zandt, λίγα χρόνια πριν πεθάνει, με σημαδεμένα απ’ τον χρόνο και τον πόνο πρόσωπο και φωνή, εκφραστικότερος από ποτέ, στριμώχνει την κατάθλιψή μου στη γωνία του δωματίου και αμέσως μετά στο Lungs νομίζω ότι της δίνει την χαριστική βολή. Και μόνο αυτά τα δύο τραγούδια να ‘χε γράψει θα ήταν αρκετό για να πάρει -έστω και μετά θάνατον όπως συνήθως συμβαίνει με όλους τους αταίριαστους- την θέση του ανάμεσα στους «μεγάλους». Όχι ότι τον ένοιαζε και ιδιαίτερα πάντως. 

Sorrow and solitude
these are the precious things
and the only words
that are worth rememberin'


Έχει γεμίσει ο τόπος singers-songwriters θηλυκούς και αρσενικούς, μα γαμώτο μπροστά σε τραγούδια σαν τα παραπάνω η το Snake song που λέγαμε και στο orphan drug του Bruno, γιατί δείχνουν και ακούγονται όλοι τους ( ο Micah εξαιρείται μιας και είναι και πατριωτάκι του Townes) σαν κακομαθημένα παιδάκια που απλά κλαψουρίζουν, ενόσω έχουν τον νού τους μη τους φύγει καμιά τρίχα απ’ την φράντζα? 

Αλλά τι να συγκρίνεις τώρα…τι να κάνουν κι αυτοί…τσάμπα τους αδικείς …αφού τα ‘χει πει όλα ο Steve Earle σε μια του φράση:
"Townes Van Zandt is the best songwriter in the world and I'll stand on Bob Dylan's coffee table in my cowboy boots and say that,"

* Τα αποσπάσματα με τα εισαγωγικά είναι παρμένα μέσα από το Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα του Κερτ Βόννεγκτατ, σε μετάφραση Θανάση Γιανακόπουλου, εκδόσεις Πατάκη.


Πρώτη δημοσίευση: εδώ