Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Μπάμπης Αργυρίου - Προτιμώ τα παλιά τους




Φίλε (μου επιτρέπεις) Σίμο καλησπέρα.
Δεν με γνωρίζεις, ούτε κι εγώ εσένα, ίσως αν κάποτε συστηθούμε, κάτι να πει η φάτσα του ενός στον άλλον, ίσως να έχουμε ειδωθεί σε τίποτα συναυλίες, ίσως σε κάποιο δισκάδικο, αν ήσουν λίγο μεγαλύτερος θα έλεγα ότι μπορεί και από «τα στέκια» γενικά, αλλά πάνε χρόνια που δεν πολυβγαίνω, πιο σωστά θα μπορούσε κάποιος να πει ότι μονάζω σπίτι.

Γράφω «αν ήσουν λίγο μεγαλύτερος» γιατί ηλικιακά πλησιάζω περισσότερο προς τον συγχωρεμένο τον αδερφό σου (δίχως όμως να τον φτάνω κι αυτόν), παρά σε σένα.
Θα μπορούσα να πω ότι βρίσκομαι κάπου στη μέση, σε μια ακόμη χαμένη γενιά.

Αποφάσισα να σου γράψω γιατί παρά τη διαφορά ηλικίας μας, έχουμε αρκετά κοινά. Με πρώτο και κυριότερο τη λατρεία μας για μουσικούς σαν τον Greg Sage και τους Wipers, αλλά και για τον Jeffrey Lee Pierce.
Και σίγουρα αν συγκρίνουμε τις δισκοθήκες μας θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι μόνο οι παραπάνω που μας ενώνουν. 

Υποψιάζομαι ότι η δική σου δισκοθήκη θα είναι αρκετά μεγαλύτερη παρόλο που είσαι νεότερός μου, μιας που ακόμη και στο rock and roll τουλάχιστον στην μορφή του προϊόντος το ζήτημα των τάξεων παραμένει ανοικτό. Για την ακρίβεια είναι σχεδόν αποκλειστικά προνόμιο της μεσαίας τάξης και μια πάρα πολύ μεγάλη πολυτέλεια για την εργατική, πληρωμένη κάποιες φορές κυριολεκτικά με αίμα (από σφυρί οικοδομής, η οτιδήποτε άλλο πρόχειρο), όπως έχει γράψει και ο μεγάλος rock φιλόσοφος Lang Marxelan στον έκτο τόμο του Psychotic Cockroaches and the Carburetor Capital.  Για αυτό και οι πληβείοι στέκονται πάντα περισσότερο στην αλήτικη πλευρά του. Έχουν και τη μάνα τους από πάνω να τους λέει «Οι Ραμόνες θα σε δώσουν να φας…».

Αλλά εσύ δεν μιλάς για τη μεγάλη σου δισκοθήκη, δεν είσαι απ’ αυτούς που έχουν ανάγει τη Record Store Day σε μια ακόμη μανία κατανάλωσης σε εναλλακτική Black Friday, εσύ θα μπορούσες να μιλάς με τις ώρες με τον φίλο μου τον μπετατζή που δεν κατάφερε μια ζωή να μαζέψει πάνω από 100-150 δίσκους, αλλά η αγάπη του για τον Greg και δεν έχει πυθμένα. Γιατί δε μιλάς παρά μόνο για τη μουσική αυτή καθ’ αυτή και αυτό είναι που εκτιμώ περισσότερο. 

Και όταν λες για τον Jeffrey ακόμη κι όταν του τα χώνεις, φίλε πώς να σου το πω σου βγάζω το καπέλο. 
Όσο για τη πρόβα που κάνεις σ’ αυτά που έχεις να πεις, κινώντας για την Αριζόνα να συναντήσεις τον Greg Sage, φίλε ούτε ο αδερφός σου ούτε και κανείς άλλος στο γνωστό σύμπαν θα μπορούσε να τα πει έτσι…από δω και πέρα γίνεται το μανιφέστο αυτής της αδελφικής σέκτας που ακούει στο όνομα Reunite the Wipers…έπρεπε να το περιμένω όμως, αφού κάτι τέτοιο είχε γίνει και στο παλιό βιβλίο όπου εμφανίστηκες με τους Husker Du

Με συγκίνησες, χωρίς να γίνεις μελό, και με το υπόγειο αδιόρατο πολλές φορές χιούμορ σου να σιγοβράζει σαν μερακλίδικα μαγειρεμένο φαγητό στη κατσαρόλα, με συγκίνησες έτσι που μόνο δυνατοί συγγραφείς με έντονη προσωπική γραφή μπορούν να το κάνουν. 
Όποιος αναγνώστης αδυνατεί να το νιώσει αυτό επειδή το όχημα –η μουσική των Wipers στη προκειμένη περίπτωση- μπορεί και να μη του λέει τίποτα (αν υπάρχουν τέτοιοι δεν θέλω να τους ξέρω), έχω να του πω ότι τα λόγια της Αλεξάνδρας από το "Περί ηρώων και τάφων" (του Ernesto Sabato που έτυχε να διαβάσω πριν) για τον Μπραμς δεν με συγκίνησαν περισσότερο από αυτά του Σίμου Μπάνση για τον Greg Sage.

Αλλά και πριν, στο προηγούμενο κεφάλαιο το 17 που συζητάς, και σπας πλάκα στην αρχή με τον με τον Δημοσθένη τεκμηριώνοντας  τους –υποθετικούς όπως αποδεικνύεται φυσικά στο τέλος- λόγους που δε σου αρέσουν οι Wipers, και μετά όταν αυτός φεύγει κι εσύ μένεις στο μαγαζί και παραληρείς ονειρευμένος, μαν τι να λέμε, είσαι απολαυστικός.
Και μπορεί οι Σκαφάτοι να μη εκτίμησαν τους στίχους που τους έγραψες, θα το κάνουν όμως όλοι οι θαυμαστές του Pynchon πίστεψέ με. 

Τώρα κάτι για τον Στέφανο…το ξέρω ότι σε πονάει κάθε που τον θυμάσαι, και αυτό γίνεται εικοσιτέσσερις ώρες τη μέρα, ο Στέφανος λέω, με τις τόσες γνώσεις, την εμπειρία του «μεγάλου», του «αναγνωρισμένου» του «έγκυρου» του «γκουρού» κάθεται και καρφώνει ευλαβικά τα πασαλάκια του οκτάγωνου φράκτη του, και πρώτους-πρώτους χώνει τους Cramps, στη μέση για να ‘ναι στέρεος και απρόσβλητος μπήγει τους Birthday Party ενώ τελευταίο μπήγει με δυνατές εκκωφαντικές σφυριές στη γη, αυτό των Nomads που οι «σοβαροί» μουσικόφιλοι εύκολα προσπερνούν ως «ένα ακόμη αναβιωτικό γκρουπ». Τόσα νιώθουν τόσα λένε, τι να κάνουμε… 
Τα λίγα λόγια και σταράτα που λέει για το ελληνικό rock των 80’s θα πρέπει να τα διαβάσουν ΟΛΟΙ όσοι άκουσαν ποτέ τους έστω και ένα τραγούδι αυτής της σκηνής.
Ωραίος τύπος ο αδερφός σου Σίμο, άνθρωπος άλλη εποχής, δεν τον χωρούσε φαίνεται η δική μας η δημοσιοσχετίστικη για αυτό και αποσύρθηκε σεμνά πολύ πριν την κάνει για πάντα αλλού.  

Μα σταματώ κάπου εδώ, είχα κι άλλα να σου πω αλλά φοβάμαι πως θα κουράσω, αν δε το έκανα ήδη.

Πάντως να ξέρεις Σίμο είσαι όντως ένας «ανεκτίμητος ακροατής» και είμαι σίγουρος ότι θα γινόσουν και αντίστοιχος φίλος, αν κάποτε γνωριζόμασταν. 
Καλή σου τύχη με το ντοκυμαντέρ που ετοιμάζεις, και πληροφόρησε σε παρακαλώ τον Δημοσθένη ότι υπάρχουν και άλλοι εύκαιροι για να του κάνουν παρέα στο προσκυνιματικό του rock and roll ταξίδι που ετοιμάζει. 

Υ.Γ. Και αν δεις τον φίλο σου, τον Μπάμπη Αργυρίου, πες του ότι και εγώ κατά κανόνα προτιμώ τα παλιά τους με ελάχιστες όμως εξαιρέσεις να τον επιβεβαιώνουν –τον κανόνα- όπως ας πούμε το Halfway to Sanity των Ramones που δε το λες και «παλιό τους» αν σκεφτείς την εποχή που κυκλοφόρησε, αλλά και το καινούργιο βιβλίο του.
Γιατί αν το "Έχω όλους τους δίσκους τους" ήταν το δικό του Is This Real? τούτο εδώ πηδάει ένα άλμπουμ και γίνεται το αντίστοιχο Over The Edge. 
Περιμένοντας λοιπόν το Youth of America του Μπάμπη -είμαι σίγουρος ότι δεν θα αργήσει να το γράψει- σε χαιρετώ!